Το τσουρέκι (παραμύθι από την Κατερίνα)

Το τσουρέκι (παραμύθι από την Κατερίνα)

Κάθε πρωί, ακολουθώ την ίδια διαδρομή από το σπίτι στο γραφείο. Απόσταση τριακοσίων μέτρων περίπου. Μικρή απόσταση που κρύβει όμως κινδύνους, αν λάβεις υπ’ όψιν σου τα “ζιγκ ζαγκ” στα στενά που επινοώ καθημερινά για να αποφύγω ανεπιθύμητες συναντήσεις.

Δεν τα καταφέρνω πάντα. Συχνά τρακάρω σε κάποιον γνωστό, πρόθυμο για μια συζήτηση περί κρίσης… Φοράω το ευγενικό χαμόγελό μου και υφίσταμαι τον μονόλογο του συνομιλητή μου — για λίγο όμως. Σύντομα βάζω σε εφαρμογή το σχέδιο εξόδου: προφασίζομαι ραντεβού με πελάτη, στοχεύοντας στην τυπική ευγένεια του απέναντι. Η στρατηγική συνήθως πιάνει τόπο. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά μιας συζήτησης που με επέλεξε κουβαλώντας, ωστόσο, μια μικρή ενοχή για το ψέμα μου. Φθηνές τακτικές επιβίωσης.

Καμιά τριανταριά μέτρα από το γραφείο, καλημερίζω τον περιπτερά, αγοράζω εφημερίδα και προχωρώ δέκα μέτρα, όταν πια το βλέμμα μου πέφτει στον άστεγο. Αμέσως, αλλάζω πορεία, περνάω στο απέναντι πεζοδρόμιο και επιταχύνω με βήμα γοργό προς το γραφείο. Πονάω όταν τον βλέπω, μα και ενοχλούμαι.

Σήμερα, η ίδια διαδρομή έκρυβε εκπλήξεις. Βγαίνω από το σπίτι, αγκαλιά με ένα τσουρέκι. Απρόσμενο δώρο ενός φίλου την προηγουμένη. Αποφασίζω να μην “γλυκαθώ” για να κρατήσω σιλουέτα.

Προχωρώ, φτάνω στο περίπτερο, αγοράζω εφημερίδα και κατευθύνομαι προς τον άστεγο. Είναι τυλιγμένος με μια βρώμικη κουβέρτα και χαρτόνια. Βλέπω την πλάτη του. Δεν με βλέπει. Γρήγορα και όσο το δυνατόν πιο διακριτικά αφήνω το τσουρέκι δίπλα του. Επιταχύνω από φόβο μήπως με αντιληφθεί. Ντρέπομαι για την πράξη μου, αλλά και χαίρομαι που δεν έγινα αντιληπτός — αντιφατικά συναισθήματα, μα συνυπάρχουν μέσα μου.

Στρίβω στη γωνία και βρίσκω καταφύγιο στο γραφείο και τις ασφαλείς νόρμες του.

Μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Φεύγω από το γραφείο και ακολουθώ αντίθετη πορεία προς το σπίτι. Καθώς στρίβω στο πρώτο στενό, βλέπω τον άστεγο στην ίδια θέση, μπουκωμένο με το τσουρέκι. Κοντοστέκομαι. Προσπαθώ να διακρίνω στο πρόσωπό του μια υποψία ευχαρίστησης. Είμαι βέβαιος ότι είναι θέμα χρόνου να συμβεί. Μάταια. Μασάει το τσουρέκι ψυχρά, μηχανικά, με το κεφάλι του ελαφρά κρεμασμένο.

Η ιδία εικόνα επαναλαμβάνεται και στη δεύτερη, την τρίτη και τέταρτη μπουκιά. Απογοητεύομαι και ταυτόχρονα απορώ “δεν του έχει λείψει η συγκεκριμένη γεύση;”. Πρέπει να φύγω όμως. Ο χρόνος με κυνηγά. Διαλέγω άλλη διαδρομή και αποχωρώ βαρύς.

Η ώρα 8μμ. Τα ραντεβού τελείωσαν και ήρθε η ώρα για Σκραμπλ με φίλους. Κλείνω την εξώπορτα του γραφείου, στρίβω στη γωνία και κατευθύνομαι προς τον άστεγο. Δεν ξέρω γιατί. Έτσι, ασυναίσθητα. Τον πλησιάζω και τον ρωτώ “Θα βρέξει σήμερα; Τι λες;” — χαζή ερώτηση, αλλά για κάποιον λόγο λειτουργεί. “Ναι, εκεί το πάει” μου απαντά.

Μου προσφέρει τσιγάρο. Με αιφνιδιάζει. Το δέχομαι όμως, αν και δεν καπνίζω. Καπνίζουμε παρέα και συζητάμε για την κατάντια του Παναθηναϊκού στο ποδόσφαιρο. Γνωρίζει περισσότερα. Πού και πού χαμογελάει, όταν με βλέπει να προσπαθώ βγάλω τον καπνό από τα ρουθούνια μου. “Καπνίζεις καιρό;” με ρωτά. Προσποιούμαι ότι δεν ακούω — το προσπερνά. Έχει καταλάβει ότι είμαι άπειρος καπνιστής και μου εξηγεί πώς να εκπνέω το καπνό. Πού να ήξερε ότι δέκα τουλάχιστον χρόνια, από τότε δηλαδή που πρωτοέβαλα τσιγάρο στο στόμα μου, προσπαθώ να φανώ έμπειρος καπνιστής. Μάταια, πάντοτε.

Χαμογελάω με την σκέψη μου και απολαμβάνω την αδεξιότητά μου. Με κάνει αυτός να την αποδεχτώ. Νιώθω άνετα.

Γελάμε με τη γηραιά τραγουδίστρια που “τράβηξε” το πρόσωπό της για ακόμη μια φορά. Αυτή, βέβαια, το αρνείται. Η φωτογραφία της αλλά και το ηρωικό “ΟΧΙ” της αοιδού που θυμίζει το έπος του ’40, κοσμούν την πρώτη σελίδα δυο “καναρινί” περιοδικών που κρέμονται στο περίπτερο, δίπλα μας. Στην φωτογραφία είναι φανερή μια κάποια επεμβασούλα…

Ο χρόνος κυλά αδυσώπητα και για την αοιδό και για εμένα. Έχει περάσει σχεδόν μισή ώρα. Πρέπει να φύγω. Με περιμένουν οι φίλοι. Τον αποχαιρετώ και μου αποκρίνεται με ένα χαμόγελο: “Ευχαριστώ, τώρα χόρτασα“.

Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. Νιώθω, όμως, ένα βάρος, ασήκωτο. Με κομψό τρόπο το βάζω στα πόδια. Ξανά.

Φτάνω στο σπίτι του φίλου. Παίζουμε Σκραμπλ και, σ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, το μυαλό μου είναι κολλημένο στην φράση του άστεγου. Εξακολουθώ να νιώθω βαρύς. Το παιχνίδι δεν με συγκινεί σήμερα. Η Ναταλία κερδίζει. Η τελευταία λέξη που σχηματίζει και της χαρίζει την νίκη, είναι το απαρέμφατο “ανήκειν“.

Το βλέμμα μου καρφώνεται στα κυβάκια που σχηματίζουν το απαρέμφατο και σιγά σιγά μπαίνουν σε τάξη τα δικά μου εσωτερικά κυβάκια. Ο άστεγος το πρωί με είχε δει, όταν άφηνα το τσουρέκι δίπλα του. Αν δεν με είχε δει, σίγουρα με είχε νιώσει. Είχε διαισθανθεί την ντροπή μου για την λανθάνουσα ιεραρχία που έκρυβε η “γλυκιά” προσφορά μου. Θα είχε γνωρίσει άλλωστε και άλλους μικρούς, αυτόκλητους σωτήρες σαν και εμένα. Εκ των υστέρων συνειδητοποιώ ότι δεν μας έχει ανάγκη.

Σκέφτομαι τη δική του προσφορά, το τσιγάρο. Γνήσια, οριζόντια. Αλλά και το χαμόγελό του όταν αδέξια έβγαζα τον καπνό από τα ρουθούνια μου. Χαμόγελο αποδοχής της απειρίας μου. Αλλά και την πρακτική συμβουλή του πώς να φαίνομαι πιο έμπειρος καπνιστής.

Συνειδητοποιώ ότι μόνο η κουβέντα μας τον χόρτασε. Δεν έχει σημασία το αντικείμενο της συζήτησης. Σημασία έχει η οριζόντια προσέγγιση. Τότε μόνο ανήκετε κάπου μαζί.

Όσο σκέφτομαι τα παραπάνω, συγκινούμαι. Δεν το δείχνω. Ζαλισμένος, αποχαιρετώ τους φίλους μου. Το πρωί της επομένης σπεύδω να τον συναντήσω. Πιο ανάλαφρος, χωρίς ντροπή και προπάντων χωρίς “γλυκές προσφορές”.

  • Πέτρος, μου λέει.
  • Μανόλης, του απαντώ.

Έκτοτε, τα λέμε συχνά. Έχω ανάγκη την οπτική του. Βάλλει σιωπηρά κατά του κρυφού εγωισμού μου.

Μήπως, τελικά, η αοιδός δεν είναι η μόνη που τραβάει το πρόσωπό της;