Το βοριαδάκι είναι ότι πρέπει κατά το βράδυ

Το βοριαδάκι είναι ότι πρέπει κατά το βράδυ

Της Λουίζα Μιχαλάκη.

Το βοριαδάκι είναι ότι πρέπει κατά το βράδυ, στη μικρή μου τουριστική πόλη. Ειδικά το καλοκαίρι. Καίγεται το σύμπαν γύρω και εδώ, ένα λεπτό ζακετάκι καλύπτει τους ετερόφωτους ώμους που δοξάστηκαν από εραστές της μιας νύχτας. Μετά.

Χρόνια και χρόνια ξηρασίας ενισχυμένης από προβολείς πολλών βατ, σανδαλάκια που όργωσαν τις πλάκες στα στενά και στα κλαμπ, μήπως και στάξει η δροσιά της νεότητάς τους και φυτρώσει κανένας καλοκαιρινός έρωτας που –ας γινόταν!- να τον βρει και το φθινόπωρο.

Ουίσκια σκέτα, γκρηκ σάλαντ και μουζάκας βεριτάμπλ δεν μένουν πια εδώ. Μεγαλώσαμε. Με σπουμάντε και πιπερόριζα καταναλώνονται στα όρθια τα σάντουιτς. Ο σαματάς που έκαναν τα δασύτριχα στήθη των καμακιών δυο δεκαετίες πριν, φώλιασε στην ανάμνηση της αρτέμιδας σουηδέζας και κρυφοκυττάει, γελώντας, τα απελευθερωμένα σώματα και την προσδοκία για κείνον τον ιερό οργασμό που άμα δεν του δείξουν την ψυχαναλυτική πολυθρόνα δεν λέει να έρθει. Ο απαράδεκτος.

Αυτά στο μέιν στρητ. Στα στενά και στα υπόγεια άλλη ζωή. Μυρίζει ιδρώτα και axe. Τα μακώ είναι ποτισμένα με εκείνη την κουζινίλα της λάντζας, και λερωμένα από τα δάκρυα μιας σφαλιάρας που οι άντρες του παραπετάσματος οφείλουν στις γυναίκες τους – για ότι έκαναν και για ότι πρόκειται να κάνουν. Αλλού κελαηδάει μια αλβανική ποπ κι αλλού μετά τις μπύρες τα παιδιά παίζουν έξω αργά γιατί μέσα έχουν στρώσει πολυφωνικό και θυμούνται.

Ο Κακαουνάκης έχει ήδη κατατροπώσει τους συνταξιούχους των εννιά. Βούιξε το μόνιτορ της τηλεόρασης από την κουφαμάρα. Τόσο που ο γάτoς βγήκε να κοιμηθεί έξω. Το επόμενο μεγάλο γεγονός μετά τη χαλαζόπτωση στη μακρινή Ρουμανία καλοκαίρι καιρό, θα είναι η οριστική αναχώρησή τους. Φαντασμαγορική: θα σημάνει αργά και δυνατά η καμπάνα της ενορίας τρις και θα μαζευτούν σαν καλοκαιρινά ζόμπι οι ντόπιοι, να ξοδέψουν έναν μικρό σπαραγμό ο καθένας, για την τόση δα ζωή που είναι ένα τσικ, μια μονοκοντυλιά.

Την ίδια ώρα ένα σαμιαμίδι ροζ χρώματος, διάστικτο με ελαφρύ καφέ δαντέλωμα (το αδικεί η άνευ φλασιάς, φωτογραφία δωματίου και μάλιστα από απόσταση) μου ‘κανε τη χάρη να γίνει το αλεξίκακον του επιπλέοντος Υπογείου, στον ελαφρύ κυματισμό αυτού του βραδινού δροσερού βοριά. Κι αφού το φωτογράφισα, του είπα:

  • Τι να σου κάνω; από δω που είμαι τώρα, αυτά βλέπω. Ίσως αν μετακινήσω λίγο το σώμα μου και βρω σκεπό, να δω και τίποτα άλλο.

Εκείνο τότε, δίπλωσε την ουρά του από την άλλη μεριά και γύρισε το κεφάλι προς τα εκεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας