Το Βυζάντιο εναντίον του Συμεών Α΄ της Βουλγαρίας

Το Βυζάντιο εναντίον του Συμεών Α΄ της Βουλγαρίας

Μετά τον θάνατο (το 814) του αιμοδιψούς ηγεμόνα (χαγάνου) των Βουλγάρων Κρούμου, ο οποίος συνέτριψε τον βυζαντινό στρατό το 811 στα στενά της Βερβίτζας, κοντά στη σημερινή Τουργκοβίστε στη Βουλγαρία, και φόνευσε κατά τη μάχη και τον ίδιο τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Α’ τον Λογοθέτη (802-811) (λέγεται ότι ο τρομερός Βούλγαρος ηγεμόνας επαργύρωσε το κρανίο του άτυχου αυτοκράτορα και το μετέτρεψε σε κύπελλο για να πίνει το κρασί του).

Οι σχέσεις της Βουλγαρίας με το Βυζάντιο εξομαλύνθηκαν και διατηρήθηκαν ειρηνικές επί πολλές δεκαετίες. Αυτό οφείλεται αφενός στις φιλειρηνικές διαθέσεις των ηγεμόνων Ομουρτάγ (814-831) και Πρεσιάμ – Μαλαμίρ (831-852), που κυβέρνησαν τη Βουλγαρία κατά την περίοδο αυτή και αφετέρου στον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων το 864. Κατά το έτος εκείνο ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας Βόρις Α’ (852-889) δέχθηκε, εκ μέρους του Βυζαντίου, τον χριστιανισμό και βαπτίσθηκε και ο ίδιος μαζί με τους υπηκόους του, παίρνοντας το χριστιανικό όνομα Μιχαήλ.

Ο Μιχαήλ-Βόρις διατήρησε φιλικές σχέσεις με την Αυτοκρατορία μέχρι το τέλος της βασιλείας του, το 889, οπότε παραιτήθηκε από τον θρόνο και αποσύρθηκε σε μοναστήρι, αφού όρισε ως διάδοχό του τον πρωτότοκο γιο του Βλαδίμηρο (889-893). Επειδή ο τελευταίος εκδήλωσε, κατά τη σύντομη βασιλεία του, αντιχριστιανικές τάσεις και προσπάθησε να αποτινάξει τον χριστιανισμό και να επαναφέρει στη Βουλγαρία την παλαιά θρησκεία, ο Μιχαήλ, που διατηρούσε ακόμα την επιρροή του, τον καθαίρεσε και ανέβασε στον θρόνο, το 893, τον νεώτερο γιο του Συμεών.

Ο τελευταίος επρόκειτο να αναδειχθεί σε φοβερό εχθρό του Βυζαντίου, εναντίον του οποίου διεξήγαγε πολυετείς αγώνες, και σε έναν από τους ισχυρότερους και πλέον φιλόδοξους Βούλγαρους ηγεμόνες.

Ο νέος ηγεμόνας της Βουλγαρίας Συμεών Α’ (893-927) ήταν 29 ετών όταν κλήθηκε από τον πατέρα του να ανεβεί στον θρόνο. Κατά την παιδική του ηλικία είχε σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε σπουδάσει, πιθανώς μαζί με τον γιο και διάδοχο του τότε αυτοκράτορα Βασιλείου Α’, Λέοντα (τον μετέπειτα αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ τον Σοφό), κοντά στον ελληνομαθή πατριάρχη Φώτιο.

Είχε επομένως τύχει εξαίρετης ελληνικής παιδείας. Σύμφωνα με τις πηγές διδάχθηκε, μεταξύ άλλων, τη ρητορική του Δημοσθένη και τη λογική του Αριστοτέλη. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του έγινε μοναχός. Ούτε η ελληνοπρεπής αγωγή, ούτε η θρησκευτική ζωή, ούτε η πειθαρχία του μοναχισμού τον εμπόδισαν να αναδειχθεί σε πολεμοχαρή και φιλόδοξο ηγεμόνα όταν ανήλθε στον θρόνο.

Στο Βυζάντιο η είδηση της ανάρρησής του έγινε δεκτή με ανακούφιση (ύστερα από την αντιχριστιανική πολιτική του αδελφού του Βλαδίμηρου), επειδή κανένας δεν μπορούσε ακόμα να διαβλέψει τις υπέρμετρες φιλοδοξίες του νεαρού ηγεμόνα.

Ο Συμεών εκτός από την κλασική παιδεία που απέκτησε κατά την παραμονή του στη Βασιλεύουσα γνώρισε και εμπνεύσθηκε και από την πολιτική θεωρία των Βυζαντινών, περί μιας οικουμενικής αυτοκρατορίας, την οποία μετέφερε και προσάρμοσε στη βουλγαρική ιδεολογία. Ετσι όταν ανέλαβε την εξουσία ακολούθησε μια πολιτική η οποία δεν περιοριζόταν απλώς στην εδαφική επέκταση του κράτους του αλλά απέβλεπε επιπλέον στην κατάκτηση του βυζαντινού αυτοκρατορικού στέμματος.

Το πολιτικό όραμα του Συμεών δεν αφορούσε ένα μεγάλο βουλγαρικό βασίλειο αλλά ούτε λίγο ούτε πολύ την ίδρυση ενός βουλγαρο-ελληνικού κράτους ή, με άλλα λόγια, την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του βουλγαρικού έθνους με έδρα τη Νέα Ρώμη, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη. Για τον λόγο αυτό αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι ο ηγεμόνας αυτός διέθετε μεγάλες πολιτικές και στρατιωτικές ικανότητες, η βουλγαρική απειλή επί της βασιλείας του απέβη πραγματικά θανάσιμη για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Αφορμή του πολέμου μεταξύ Βυζαντίου και Βουλγαρίας (894-896)

Αφορμή για την έναρξη των εχθροπραξιών μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων έδωσε ένα ζήτημα εμπορικής φύσης. Το 894, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου καθόταν ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός (886-912), γιος του Βασιλείου Α’ του Μακεδόνα (ιδρυτή της ένδοξης Μακεδονικής Δυναστείας), ο ικανός αλλά διεφθαρμένος βασιλεοπάτωρ Στυλιανός Ζαούσης (ή Ζαουτζάς) πεθερός του αυτοκράτορα και πανίσχυρος λογοθέτης (πρωθυπουργός), έδωσε για κάποιον άγνωστο λόγο το μονοπώλιο του εμπορίου με τη Βουλγαρία σε δύο προστατευομένους του.

Οι δύο φίλοι του Ζαούση που ανέλαβαν τον εκτελωνισμό των βουλγαρικών εμπορευμάτων ονομάζονταν Σταυράκιος και Κοσμάς και ήταν “έμποροι εξ Ελλάδος”. Αυτοί φρόντισαν αμέσως να αυξήσουν σε απαράδεκτο βαθμό τους δασμούς που έπρεπε να καταβάλλουν οι Βούλγαροι έμποροι για όλα τα αγαθά που εισήγαν στην Αυτοκρατορία (“βαρέα εισπραττόμενοι τελωνήματα”) και συγχρόνως μετέφεραν το κέντρο εκτελωνισμού των βουλγαρικών εμπορευμάτων από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη, όπου ο κρατικός έλεγχος δεν ήταν τόσο αυστηρός όσο στην πρωτεύουσα.

Οι Βούλγαροι κατελήφθησαν από απελπισία διότι με τα συγκεκριμένα μέτρα το τόσο σημαντικό γι’ αυτούς εμπόριο από τη Μαύρη θάλασσα προς τον Κεράτιο κόλπο καταστρεφόταν ολοσχερώς. Το ακόμα χειρότερο ήταν ότι ο δρόμος προς τη Θεσσαλονίκη ήταν όχι μόνο μακρύτερος αλλά γινόταν συχνά αδιάβατος κατά τον χειμώνα, γεγονός που σήμαινε ότι έπρεπε να διανυθούν ακόμα μεγαλύτερες αποστάσεις με συνέπεια την αύξηση του κόστους μεταφοράς.

Έτσι ο Συμεών έστειλε αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη για να διαμαρτυρηθεί κατά των μέτρων του βασιλεοπάτορα. Ομως ο αυτοκράτορας δεν εισάκουσε τις διαμαρτυρίες του Βούλγαρου ηγεμόνα και στήριξε τον ευνοούμενο πρωθυπουργό του.

Ο Λέων είχε υποτιμήσει την αποφασιστικότητα του Συμεών, ο οποίος μετά το άκαρπο διάβημά του κήρυξε τον πόλεμο και ύστερα από λίγες εβδομάδες εισέβαλε με τον στρατό του στη Θράκη. Ο βυζαντινός στρατός που εστάλη εναντίον του ηττήθηκε, κατά την αιματηρή σύρραξη στη Μακεδονία, κατά κράτος και έχασε και τους δύο αρχηγούς του, τους στρατηγούς Προκόπιο Κρηνίτη και Κουρτίκη τον Αρμενιακό, οι οποίοι έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης (894). Ο Συμεών μετά τη νίκη του συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ αυτών και τους Χαζάρους που υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική φρουρά, τους οποίους απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη αφού τους ρινοτόμησε.

Υστερα από τη στρατιωτική αποτυχία η βυζαντινή κυβέρνηση, που ήταν ήδη απασχολημένη με τους Αραβες στα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας, αποφάσισε να επιστρατεύσει την περίφημη διπλωματία της προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Βούλγαρο ηγεμόνα. Εστειλε στους Ούγγρους (Μαγυάρους), οι οποίοι κατοικούσαν τότε ακόμα στις στέππες ανάμεσα στον κάτω Δνείστερο και τον κάτω Δούναβη, τον πατρίκιο Νικήτα Σκληρό, ο οποίος έπλευσε με δρόμωνες, μέσω του Δούναβη, μέχρι τη χώρα τους, για να τους παρακινήσει να επιτεθούν από τον Βορρά εναντίον των Βουλγάρων σε συνεννόηση και συνεργασία με τον βυζαντινό στρατό.

Ο αυτοκρατορικός πρεσβευτής έπεισε, με την ευγλωττία, τη διπλωματικότητα και τα πλούσια δώρα που εκόμιζε, τους Ούγγρους να συμμαχήσουν με τους Βυζαντινούς και επέστρεψε στη Βασιλεύουσα με ομήρους Ούγγρους ως εγγύηση για την τήρηση της συμφωνίας.

Παράλληλα με τις διπλωματικές αυτές ενέργειες η αυτοκρατορική κυβέρνηση έλαβε και μέτρα για την αναδιοργάνωση και την ενίσχυση του στρατού, επικεφαλής του οποίου έθεσε τον δομέστικο τον Σχολών (αρχιστράτηγο) Νικηφόρο Φωκά, θείο του συνονόματου μελλοντικού ένδοξου αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (963-969).

Ο Νικηφόρος, που είχε διατελέσει αρχηγός των βυζαντινών στρατευμάτων στην Κάτω Ιταλία και θεωρείτο ικανός και έμπειρος στρατιωτικός, συνέλαβε και έθεσε σε εφαρμογή ένα άριστα προετοιμασμένο στρατηγικό σχέδιο. Ο ίδιος επικεφαλής του πεζικού και του ιππικού θα προήλαυνε κατά της Βουλγαρίας από την ξηρά.

Ο βυζαντινός στόλος, υπό τον δρουγγάριο (αρχηγό του αυτοκρατορικού ναυτικού) Ευστάθιο, θα διενεργούσε επίθεση από τη θάλασσα κατά των βουλγαρικών παραλίων του Εύξεινου Πόντου, ενώ μια μοίρα του βυζαντινού στόλου υπό τον Μιχαήλ Βαρκαλά, υπαρχηγό του ναυτικού, θα εισέπλεε στον Δούναβη προκειμένου να διαπεραιώσει τον ουγγρικό στρατό από τη βόρεια όχθη του ποταμού στο βουλγαρικό έδαφος.

Όταν τα πάντα ήταν έτοιμα ο Νικηφόρος Φωκάς επικεφαλής του στρατού εισέβαλε στη Βουλγαρία. Ο αυτοκράτορας, ωστόσο, προσπάθησε, ακόμα και την ύστατη αυτή ώρα, να αποφύγει τη σύρραξη και έστειλε στον Συμεών τον Βυζαντινό αξιωματούχο Κωνσταντινάκιο με προτάσεις ειρήνης. Ο Βούλγαρος όμως ηγεμόνας, δυσπιστώντας προς τους Βυζαντινούς, φυλάκισε τον πρεσβευτή.

Ύστερα από όλα αυτά ο πόλεμος ήταν πλέον αναπόφευκτος και οι εχθροπραξίες άρχισαν. Οι Βούλγαροι βρέθηκαν μεταξύ δύο “πυρών”. Ενώ προσπάθησαν να αποκρούσουν τον στρατό του Νικηφόρου που προήλαυνε από τον Νότο, δέχθηκαν ταυτόχρονα από τον Βορρά τη συντονισμένη επίθεση των Ούγγρων, οι οποίοι εισέβαλαν στο βουλγαρικό έδαφος, βοηθούμενοι από τον βυζαντινό στόλο, ο οποίος, υπό τον Μιχαήλ Βαρκαλά, τους διαπεραίωσε στη νότια όχθη του Δούναβη.

Οι βουλγαρικές μεθοριακές φρουρές, παρά τη γενναία αντίσταση που προέβαλαν, δεν μπόρεσαν να αναχαιτίσουν την προέλαση των Ούγγρων. Τότε ο Συμεών για να τους αντιμετωπίσει κατευθύνθηκε προς τον Δούναβη, αλλά νικήθηκε από αυτούς σε τρεις μάχες κατά κράτος και μόλις και μετά βίας σώθηκε ο ίδιος, αφού κατέφυγε στο Δορύστολο (σημερινή Δρίστρα επί του Δούναβη). Μετά τη νίκη τους οι Ούγγροι ζήτησαν από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα να εξαγοράσει τους συλληφθέντες από αυτούς Βουλγάρους, πράγμα που ο Λέων έπραξε αμέσως.

Η μάχη στο Βουλγαρόφυγο (896) – Διαπραγματεύσεις για ειρήνη (904)

Ο Συμεών ύστερα από τη βαριά ήττα που υπέστη, ζήτησε ειρήνη από τον αυτοκράτορα. Ο Λέων, επιδεικνύοντας ασυγχώρητη ευπιστία, δέχθηκε αμέσως τις βουλγαρικές προτάσεις περί ειρήνης, έστειλε στον Συμεών τον Βυζαντινό λόγιο και διπλωμάτη Λέοντα Χοιροσφάκτη να διεξαγάγει τις σχετικές διαπραγματεύσεις και διέπραξε το μεγάλο σφάλμα να ανακαλέσει τον αρχιστράτηγο Νικηφόρο Φωκά και τον ναύαρχο Ευστάθιο από τη Βουλγαρία.

Ο πανούργος Βούλγαρος ηγεμόνας επωφελήθηκε από την ανακωχή για να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να αντεπιτεθεί χωριστά κατά των αντιπάλων του. Συνεννοήθηκε πρώτα με τους Πετσενέγους, έναν πολεμικό λαό που κατοικούσε στις πεδιάδες της νότιας Ρωσίας, και τους ζήτησε να επιτεθούν κατά των Ούγγρων, αφού τους υποσχέθηκε την καταβολή χρυσού. Εκείνοι αφού πήραν τον χρυσό κινήθηκαν κατά των Μαγυάρων, λεηλάτησαν τη γη τους και προξένησαν μεγάλες καταστροφές στις εστίες τους.

Ο Συμεών συγχρόνως, αφού φυλάκισε τον Λεόντα Χοιροσφάκτη, στράφηκε, επικεφαλής ισχυρού και βαριά εξοπλισμένου στρατού (“βαρέως στρατού”, κατά τους χρονογράφους) εναντίον των Ούγγρων και τους κατατρόπωσε. Οι τελευταίοι μετά την ήττα τους επέστρεψαν από τη Βουλγαρία στην πατρίδα τους και βρίσκοντας τις εστίες τους κατεστραμμένες από τους Πετσενέγους αποφάσισαν να μεταναστεύσουν δυτικότερα.

Αφού διέσχισαν τα Καρπάθια όρη εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα της Παννονίας, που έγινε έκτοτε η πατρίδα τους Ουγγαρία. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας στη συνέχεια έθεσε στον αυτοκράτορα ως απαράβατο όρο για τη σύναψη ειρήνης την απόδοση όλων των Βουλγάρων αιχμαλώτων, πράγμα που ο Λέων αναγκάστηκε να αποδεχθεί. Ο Συμεών αφού παρέλαβε τους αιχμαλώτους άφησε ελεύθερο τον Λέοντα Χοιροσφάκτη να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Συμεών με τους ευφυείς ελιγμούς του εξασφάλισε τα νώτα του από τους Ούγγρους και πέτυχε την απελευθέρωση των ανδρών του. Επειτα αποκάλυψε τις αληθινές προθέσεις του και απερίσπαστος στράφηκε κατά των Βυζαντινών, απορρίπτοντας κάθε πρόταση για ειρήνη. Ο Λέων αντιλήφθηκε ότι μόνο με μια αποφασιστική νίκη θα μπορούσε να απαλλαγεί από τον θανάσιμο βουλγαρικό κίνδυνο και έτσι προχώρησε σε μεγάλες στρατιωτικές προετοιμασίες για να αντιμετωπίσει τον Βούλγαρο ηγεμόνα.

Μετέφερε στη Θράκη τα ασιατικά στρατιωτικά τμήματα (θέματα) για να ενισχύσει τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και προέβη και σε νέες στρατολογήσεις. Το στράτευμα που σχηματίστηκε με τον τρόπο αυτό τέθηκε υπό τις διαταγές του νέου αρχιστρατήγου, Λέοντα του Κατακαλών του Αβιδήλα, και του υπαρχηγού του, πατρικίου Θεόδωρου, οι οποίοι αντικατέστησαν στην αρχιστρατηγία τον έμπειρο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά, που είχε ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη λόγω προστριβών με τον λογοθέτη Στυλιανό Ζαούση.

Η αντικατάσταση αυτή αποδείχθηκε μοιραίο σφάλμα διότι ο νέος αρχιστράτηγος ήταν ένας μάλλον άχρωμος στρατιωτικός διοικητής που δεν διέθετε ούτε στο ελάχιστο τις στρατιωτικές ικανότητες του προκατόχου του. Ετσι κατά τη μεγάλη και κρίσιμη σύγκρουση μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων που έγινε το 896 στο Βουλγαρόφυγο, κοντά στο σημερινό Μπαμπά Εσκί νοτιοανατολικά της Αδριανούπολης, οι Βυζαντινοί υπέστησαν πανωλεθρία.

Ο πατρίκιος Θεόδωρος, που αγωνίσθηκε ηρωικά, έπεσε στο πεδίο της μάχης, ενώ ο αρχιστράτηγος Λέων ο Κατακαλών κατάφερε να σωθεί μαζί με μερικούς μόνο συμπολεμιστές του (“αισχρώς μετ’ ολίγων τινών εν τω Βουλγαροφύγω περιεσώθη”, σύμφωνα με τους χρονογράφους).

Οι βυζαντινοβουλγαρικές συγκρούσεις συνεχίστηκαν και μετά τη μάχη στο Βουλγαρόφυγο αλλά ο Συμεών στράφηκε προς τα δυτικά, κατά του Θέματος του Δυρραχίου, όπου κατέλαβε πολλά φρούρια. Οι Βυζαντινοί επωφελήθηκαν από την κίνηση αυτή του Βούλγαρου ηγεμόνα, που άφησε ακάλυπτα τα ανατολικά του σύνορα, και εισέβαλαν και πάλι με στρατό στη Βουλγαρία αναγκάζοντάς τον να δεχθεί την ειρήνη.

Τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις διεξήγαγε ο έμπειρος και ικανότατος διπλωμάτης Λέων Χοιροσφάκτης. Επρεπε όμως να περάσουν αρκετά χρόνια μακράς και επίπονης διπλωματίας έως ότου υπογραφεί τελικά το 904, μεταξύ Βυζαντίου και Βουλγαρίας, μια συνθήκη που δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή και συμφέρουσα για την Αυτοκρατορία, η οποία υποχρεωνόταν να πληρώνει ετήσιο φόρο στη Βουλγαρία. Επιπλέον κλείστηκε η αγορά της Θεσσαλονίκης και η Κωνσταντινούπολη έγινε και πάλι το κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου με τη Βουλγαρία.

Έτσι ο πόλεμος που προκλήθηκε εξαιτίας ενός ασήμαντου επεισοδίου επέφερε φοβερές καταστροφές, κατέληξε σε ταπείνωση της Αυτοκρατορίας και έδειξε ότι δεν μπορούσε πια να αγνοηθεί η Βουλγαρία του Συμεών, που γινόταν μια υπολογίσιμη δύναμη στα Βαλκάνια. Πάντως κατά τα αμέσως επόμενα έτη δεν σημειώθηκαν άλλες βυζαντινο-βουλγαρικές διενέξεις και ακολούθησε μια περίοδος γαλήνης στις σχέσεις των δύο κρατών, ως τον θάνατο του Λέοντα ΣΤ’ το 912.

Επανάληψη των Βουλγαρικών επιδρομών κατά του Βυζαντίου (913)

Στις 11 Μαϊου 912 απεβίωσε ο Λέων ΣΤ’ o Σοφός, αφήνοντας τον θρόνο στον ανήλικο, από τον πολυσυζητημένο τέταρτο γάμο του με τη Ζωή την Καρβονοψίνα, γιο και διάδοχό του Κωνσταντίνο Ζ’ που επονομάστηκε Πορφυρογέννητος (912-959). Ως κηδεμόνας και συναυτοκράτορας του νεαρού Κωνσταντίνου ανήλθε στον θρόνο και ο νεώτερος αδελφός του Λέοντος ΣΤ’, ο ακόλαστος και μέθυσος Αλέξανδρος.

Ύστερα από έναν περίπου χρόνο (6 Ιουνίου 913) ο Αλέξανδρος (που έπασχε από ανίατη ασθένεια) πέθανε από αποπληξία και έμεινε μόνος στον θρόνο ο Κωνσταντίνος Ζ’, σε ηλικία μόλις επτά ετών. Την επιτροπεία του ανήλικου ηγεμόνα ανέλαβε ένα επταμελές συμβούλιο αντιβασιλείας υπό την προεδρία του πατριάρχη Νικόλαου του Μυστικού.

Επί της σύντομης βασιλείας του Αλέξανδρου δημιουργήθηκαν και πάλι προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου και Βουλγαρίας. Ο νέος αυτοκράτορας, με την αφροσύνη που τον χαρακτήριζε, αρνήθηκε να συνεχίσει την πληρωμή, στους Βουλγάρους, του ετήσιου φόρου που οι Βυζαντινοί είχαν υποχρεωθεί να καταβάλλουν με βάση τη συνθήκη του 904 και το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια τη διάλυση της μεταξύ των δύο κρατών ειρήνης. Ο Συμεών, οργισμένος για την αθέτηση των όρων της συνθήκης, βρήκε την κατάλληλη πρόφαση για να αρχίσει αμέσως πολεμικές προπαρασκευές.

Η επανάληψη των εχθροπραξιών φαινόταν άμεση, όταν ο Αλέξανδρος απεβίωσε. Ετσι μόλις ανέλαβε, μετά τον θάνατο του τελευταίου, ο πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός την αντιβασιλεία, βρέθηκε μπροστά σε έναν νέο πόλεμο με τον τρομερό Βούλγαρο ηγεμόνα.

Ο Συμεών επωφελούμενος από τις διενέξεις που ανέκυψαν μεταξύ των μελών του συμβουλίου αντιβασιλείας, αλλά και από τη στάση του δομέστικου των Σχολών Κωνσταντίνου Δούκα, η οποία τελικά κατεπνίγη σκληρότατα, αποφάσισε να αναλάβει και πάλι πολεμική δράση εναντίον της Αυτοκρατορίας. Ετσι τον Αύγουστο του 913 εισέβαλε επικεφαλής ενός τεράστιου στρατού στο βυζαντινό έδαφος, βάδισε κατά της Κωνσταντινούπολης και στρατοπέδευσε μπροστά στα χερσαία τείχη της πόλης, την οποία περιέβαλε με χαρακώματα από τις Βλαχέρνες, στον Κεράτιο κόλπο, μέχρι τη Χρυσή Πύλη και τη θάλασσα του Μαρμαρά.

Η θέα, όμως, των απόρθητων τειχών της Βασιλεύουσας, τα οποία είχαν ως τότε αναχαιτίσει αλλεπάλληλα κύματα επιδρομέων, τον έπεισε ότι η κατάληψή της ήταν έργο ακατόρθωτο και για τον λόγο αυτό προτίμησε να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με τους Βυζαντινούς.

Οι συζητήσεις περί ειρήνης διεξήχθησαν μεταξύ του πατριάρχη Νικόλαου και του απεσταλμένου του Συμεών, μάγιστρου Θεόδωρου, και κατέληξαν σε μια κατ’ αρχήν συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, της οποίας οι όροι δεν είναι επακριβώς γνωστοί. Μετά την προκαταρκτική συμφωνία ακολούθησαν φιλικές συνεστιάσεις και γεύματα και τελικά πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Νικόλαου με τον ίδιο τον Βούλγαρο ηγεμόνα έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, κατά την οποία ο πατριάρχης, που έγινε δεκτός με μεγάλο σεβασμό, ευλόγησε τον Συμεών.

Φαίνεται ότι δεν υπογράφηκε τελικά τυπική συνθήκη ειρήνης μεταξύ των δύο κρατών, γεγονός που οφειλόταν πιθανότατα στην απαίτηση του Βούλγαρου ηγεμόνα να λάβει τον τίτλο του αυτοκράτορα “Βουλγάρων και Ρωμαίων”, πράγμα που οι Βυζαντινοί (Ρωμαίοι) δεν μπορούσαν με κανέναν τρόπο να δεχθούν.

Νέος Βυζαντινό-Βουλγαρικός πόλεμος 914) – Μάχη της Αγχιάλου (917)

Η τελευταία συνθήκη ειρήνης μεταξύ των δύο λαών αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβια. Αμέσως μετά την αποχώρηση του Συμεών από τα τείχη της Πόλης εκδηλώθηκαν νέες αντιθέσεις και διαμάχες στους κόλπους του συμβουλίου της αντιβασιλείας και μεταξύ των μελών της άρχουσας τάξης του Βυζαντίου, που είχαν ως συνέπεια να επανέλθει στην εξουσία (τον Φεβρουάριο του 914) η βασιλομήτωρ Ζωή η Καρβονοψίνα, την οποία ο Αλέξανδρος είχε απομακρύνει από την πολιτική ζωή και το παλάτιο και είχε κλείσει σε μοναστήρι.

Η Ζωή μόλις επικράτησε εξεδίωξε πολλά από τα παλαιότερα μέλη του συμβουλίου, μεταξύ αυτών και τον πατριάρχη Νικόλαο, και ανέλαβε η ίδια, με τους παλαιούς συμβούλους της, την αντιβασιλεία.

Ο ακατάβλητος Συμεών επωφελήθηκε πάλι από τις ενδοκυβερνητικές διαμάχες και τις αλλαγές στο Βυζάντιο για να αρχίσει νέο πόλεμο κατά της Αυτοκρατορίας. Τον Σεπτέμβριο του 914 επέδραμε για πολλοστή φορά στην περιοχή της Θράκης, όπου προξένησε μεγάλες καταστροφές, και βάδισε εναντίον της Αδριανούπολης, την οποία πολιόρκησε και πολύ γρήγορα κατέλαβε χωρίς να συναντήσει αντίσταση, ύστερα από προδοσία του διοικητή της.

Οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν αμέσως μετά να ανακτήσουν τη σημαντική αυτή πόλη, αλλά αντιλήφθηκαν ότι για να αντιμετωπίσουν τον βουλγαρικό κίνδυνο έπρεπε να κινητοποιήσουν όλες τους τις δυνάμεις και να απαλλαγούν από κάθε άλλο περισπασμό. Για τον λόγο αυτό έσπευσαν να επιδιώξουν συμφωνία ειρήνης ή ανακωχής με τους Αραβες, στα ανατολικά σύνορα, προκειμένου να μεταφέρουν δυνάμεις από την Ασία στην Ευρώπη.

Η συμφωνία με τους Αραβες επιτεύχθηκε και τα βυζαντινά στρατεύματα μεταφέρθηκαν στη Θράκη και ενώθηκαν με τις εκεί στρατιωτικές δυνάμεις. Επικεφαλής του νέου ισχυρού στρατού τοποθετήθηκε ο δομέστικος των Σχολών μάγιστρος Λέων Φωκάς, ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του τους γενναιότερους και ικανότερους Βυζαντινούς στρατιωτικούς ηγέτες και το άνθος των αξιωματικών του στρατού.

Η Αυτοκρατορία δεν αρκέστηκε στις στρατιωτικές και πολεμικές προετοιμασίες. Ως συνήθως προέβη και σε παράλληλες διπλωματικές ενέργειες. Τη φορά αυτή οι Βυζαντινοί σκέφθηκαν να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στον Συμεών, πείθοντας τους πολεμοχαρείς Πετσενέγους να κινηθούν εναντίον του, και προς τον σκοπό αυτό έστειλαν τον Ιωάννη Βογά, στρατηγό στη Χερσώνα της Κριμαίας, να διεξαγάγει τις σχετικές διαπραγματεύσεις.

Το σχέδιο αντιπερισπασμού, που ήταν καλά μελετημένο, προέβλεπε ότι, παράλληλα με την προέλαση του βυζαντινού στρατού κατά των Βουλγάρων από τον Νότο, βυζαντινός στόλος θα έπλεε στον Δούναβη για να διαπεραιώσει τους Πετσενέγους στο βουλγαρικό έδαφος, προκειμένου αυτοί να επιτεθούν κατά των δυνάμεων του Συμεών από τον Βορρά, αναγκάζοντας τον τελευταίο να δώσει μάχη και να συντριβεί ή να συνθηκολογήσει.

Προς τούτο έστειλαν στον Δούναβη τον αυτοκρατορικό στόλο υπό τον Πατρίκιο Ρωμανό Λεκαπηνό, δρουγγάριο των πλωϊμων (ναύαρχο). Εκείνος όμως διεφώνησε έντονα με τον Ιωάννη Βογά για το ποιος θα είχε το γενικό πρόσταγμα σε αυτή την επιχείρηση και αρνήθηκε να μεταφέρει τους άνδρες του Βογά στην αντίπερα όχθη του ποταμού. Ετσι οι Πετσενέγοι, που δεν ήθελαν να περιμένουν την έκβαση της διένεξης των δύο ανδρών, επέστρεψαν στην πατρίδα τους.

Μετά από αυτή τη διπλωματική αποτυχία, η έκβαση του πολέμου εξαρτάτο πλέον από τον προελαύνοντα από τη Θράκη προς τη Βουλγαρία πολυπληθή βυζαντινό στρατό. Η φονικότατη μάχη μεταξύ των δύο στρατιών διεξήχθη στις 20 Αυγούστου 917 κοντά στον μικρό ποταμό Αχελώο που έρρεε στο λιμάνι της Αγχιάλου, στον Κόλπο του Πύργου (σημ. Μπουργκάς) στη Βουλγαρία (και όχι στον Αιτωλικό Αχελώο, όπως εκ παραδρομής αναγράφεται).

Ο Συμεών, που παρακολουθούσε νυχθημερόν τις κινήσεις του αντιπάλου του, όρμησε από τους λόφους δυτικά του λιμανιού και επέπεσε αιφνιδιαστικά στους Βυζαντινούς. Αν και δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες της μάχης, σύμφωνα με τον Βυζαντινό χρονογράφο Γεώργιο Κεδρηνό το άλογο του Λέοντα Φωκά άρχισε ξαφνικά να τρέχει χωρίς τον αναβάτη του.

Οι Βυζαντινοί, οι οποίοι στην αρχή νικούσαν, βλέποντας ότι ο αρχηγός τους δεν ήταν επάνω στο άλογό του νόμισαν ότι είχε σκοτωθεί, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή, καταδιωκόμενοι από τους Βουλγάρους. Το βέβαιο είναι ότι ο βυζαντινός στρατός υπέστη τελικά πραγματική πανωλεθρία και σφαγιάσθηκε σχεδόν πλήρως επί τόπου. Πολλοί ανώτατοι αξιωματικοί και πλήθος στρατιωτών εξοντώθηκαν.

Το ναυτικό, το οποίο θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται κοντά για να σώσει όσους επέζησαν της γενικής σφαγής, είχε ήδη επιστρέψει στον Βόσπορο. Ετσι όσοι Βυζαντινοί κατάφεραν να σωθούν από τη φοβερή καταστροφή δεν μπόρεσαν τελικά να απομακρυνθούν πολύ από το πεδίο της μάχης και δέχθηκαν τη χαριστική βολή των ανδρών του Συμεών, οι οποίοι είχαν επιδοθεί στη απηνή καταδίωξή τους.

Ένας άλλος Βυζαντινός χρονογράφος, ο Λέων ο Διάκονος, που έγραψε για τα γεγονότα αυτά στην ιστορία του έναν αιώνα αργότερα, μας βεβαιώνει ότι ακόμα και στις μέρες του το πεδίο της ολέθριας για τους Βυζαντινούς μάχης παρουσίαζε ένα μακάβριο θέαμα, διότι εξακολουθούσε να καλύπτεται από οστά των νεκρών στρατιωτών: “Ακόμα και τώρα μπορεί κάποιος να δει κομμάτια οστών κοντά στην Αγχίαλο, όπου ο ρωμαϊκός στρατός, φεύγοντας, κομματιάστηκε άδοξα”.

Ένας από τους ελάχιστους που σώθηκαν από τη σφαγή ήταν ο αρχιστράτηγος Λέων Φωκάς, ο οποίος κατόρθωσε να φθάσει στη Μεσημβρία, από όπου πήρε ένα πλοίο και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Οι Βούλγαροι μετά την περηφανή νίκη τους προήλασαν μέχρι τους Κατασύρτες, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, όπου με αιφνιδιαστική ενέργεια πέτυχαν και δεύτερη νίκη κατά των Βυζαντινών οι οποίοι προσπάθησαν να τους αναχαιτίσουν.

Ο Συμεών και οι Βούλγαροι είχαν πλέον φθάσει στο απόγειο της δύναμης και της δόξας τους. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας επέκτεινε το κράτος του μέχρι την Αδριατική, καθυπέταξε τη Σερβία και τμήματα της Μακεδονίας και της Θράκης και ήταν έτοιμος για νέες επιθέσεις κατά της Κωνσταντινούπολης, όταν έγιναν στο Βυζάντιο ριζικές καθεστωτικές μεταβολές, οι οποίες έφεραν στο προσκήνιο έναν ισχυρό άνδρα, ικανό να τον αντιμετωπίσει.

Γράφει ο Dimitri Obolensky: “Στις μαύρες ημέρες μεταξύ των ετών 917 και 919, στις οποίες η Αυτοκρατορία διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο, το Βυζάντιο σώθηκε και πάλι χάρη στη διπλωματία του και στην ικανότητά του να αναδεικνύει μεγάλους ηγεμόνες” (D. Obolensky: Byzantium and the Slavs).

Ρωμανός Λεκαπηνός – Η αναρρίχηση του στο θρόνο (920)

Η μεγάλη καταστροφή του βυζαντινού στρατού στο πεδίο της Αγχιάλου εξόργισε τη βυζαντινή κυβέρνηση, η οποία θεώρησε υπαίτιους τον Ιωάννη Βογά και τον Ρωμανό Λεκαπηνό και τους παρέπεμψε σε δίκη με την κατηγορία της προδοσίας. Ο πρώτος αθωώθηκε, ενώ ο Ρωμανός θεωρήθηκε υπεύθυνος (τόσο για τη μη διαπεραίωση των Πετσενέγων, όσο και για τη μη διάσωση των καταδιωκόμενων μετά τη μάχη της Αγχιάλου Βυζαντινών) και καταδικάστηκε σε τύφλωση. Τελικά σώθηκε χάρη στην παρέμβαση δύο ισχυρών φίλων του, του Κωνσταντίνου Γογγύλη και του μαγίστρου Στεφάνου.

Κατόπιν άρχισε ένας σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ του δομέστικου των Σχολών Λέοντα Φωκά και του ναυάρχου Ρωμανού Λεκαπηνού. Ο πρώτος υποστηριζόταν από τον παρακοιμώμενο Κωνσταντίνο και ο δεύτερος από τον παιδαγωγό του νεαρού αυτοκράτορα Θεόδωρο. Σε πρώτη φάση ο ευφυέστατος Ρωμανός κατόρθωσε να συλλάβει και να θέσει εκτός μάχης τον παρακοιμώμενο Κωνσταντίνο και στη συνέχεια έθεσε εκποδών τον μάγιστρο Στέφανο και τον πατριάρχη Νικόλαο, οι οποίοι είχαν στραφεί εναντίον του.

Κατόπιν, αφού έδωσε όρκο πίστης στον αυτοκράτορα, τον οποίο με απεσταλμένους του είχε διαβεβαιώσει για τις ειλικρινείς προθέσεις του, διορίσθηκε από αυτόν στις 29 Μαρτίου 919 μέγας εταιρειάρχης και έλαβε τον τίτλο του μαγίστρου. Αμέσως μετά, τον Απρίλιο του 919, αρραβώνιασε την κόρη του Ελένη με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, οι γάμοι των οποίων τελέσθηκαν στις 28 Απριλίου 919. Ο Ρωμανός ταυτόχρονα ανακηρύχθηκε “βασιλεοπάτωρ”.

Η αστραπιαία αυτή άνοδος του Ρωμανού προς την εξουσία δεν είχε δώσει σε κανέναν τον χρόνο να αντιδράσει, ούτε καν στον δομέστικο των Σχολών Λέοντα Φωκά. Ο τελευταίος, βλέποντας πλέον την επιτυχία του αντιπάλου του, αποφάσισε να κινηθεί εναντίον του. Ήταν όμως αργά. Ο Λεκαπηνός υπερίσχυσε και έναντι του τελευταίου αυτού ανταγωνιστή του.

Με επιτήδεια προπαγάνδα και υποσχέσεις ή απειλές κατόρθωσε να προσεταιρισθεί τους ικανότερους συνεργάτες του Φωκά, ο οποίος αφού εγκαταλείφθηκε από όλους, συνελήφθη τελικά και τυφλώθηκε. Ύστερα και από την τελευταία αυτή επιτυχία του ο φιλόδοξος Ρωμανός προχώρησε με την ίδια αποφασιστικότητα και ταχύτητα στην ολοκλήρωση των σχεδίων του. Στις 24 Σεπτεμβρίου 920 ανακηρύχθηκε Καίσαρ και στις 17 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους στέφθηκε συναυτοκράτωρ του Κωνσταντίνου Ζ’, από τον ίδιο τον νεαρό βασιλιά, αφού προηγουμένως είχε απομακρύνει από την αντιβασιλεία τη βασιλομήτορα Ζωή.

Ο Ρωμανός Α’ λοιπόν, που προερχόταν από φτωχή οικογένεια Αρμενίων χωρικών και είχε πάρει το επίθετο Λεκαπηνός ή Λακαπηνός από τον τόπο καταγωγής του, τη Λακάπη ή τα Λέκαπα της Μελιτηνής στη Μικρά Ασία, κατόρθωσε να φθάσει στο υπέρτατο αξίωμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και να πάρει γρήγορα στα χέρια του την ουσιαστική και απόλυτη διακυβέρνηση του κράτους, παραμερίζοντας τελείως και επισκιάζοντας τον κληρονομικό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο και στέφοντας συναυτοκράτορες και τους τρεις γιους του.

Αν και η συμπεριφορά του κατά τον πρόσφατο πόλεμο εναντίον του Συμεών ήταν, όπως είδαμε, αν όχι προδοτική, τουλάχιστον αξιοθρήνητη, ο Ρωμανός έδειξε εξαιρετική ευφυϊα, αποφασιστικότητα και επιδεξιότητα κατά την πορεία του προς τον θρόνο και ως αυτοκράτορας επρόκειτο να επιδείξει μεγάλα πνευματικά χαρίσματα και έξοχες πολιτικές, διοικητικές, οργανωτικές και διπλωματικές αρετές και να αναδειχθεί σε μεγάλο ηγεμόνα, έναν από τους μεγαλύτερους του Βυζαντίου. Έτσι η 25ετής σχεδόν βασιλεία του (920-944) υπήρξε μια από τις επιτυχέστερες και ενδοξότερες της βυζαντινής Ιστορίας, με συνετή διακυβέρνηση στο εσωτερικό και πολλούς θριάμβους στην εξωτερική πολιτική.

Συνέχεια του πολέμου κατά του Συμεών (918)

Πρώτο μέλημα του Ρωμανού, μόλις κατέλαβε τον θρόνο, ήταν η άμεση αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης βουλγαρικής επιθετικότητας. Ο Συμεών τον επόμενο χρόνο (918), μετά τη μάχη της Αγχιάλου, επέδραμε εναντίον της κυρίως Ελλάδας και έφθασε ως τον Κορινθιακό κόλπο, αναγκάζοντας τους έντρομους κατοίκους να καταφύγουν στην Πελοπόννησο και στη νήσο Εύβοια. Το 920 διέβη τον Ελλήσποντο και πέρασε στη μικρασιατική ακτή όπου επιτέθηκε στη Λάμψακο, ενώ παράλληλα συνέχιζε τις επιδρομές και στον ελληνικό χώρο.

Επί πέντε χρόνια (920-925) πολιόρκησε τη Βιζύη, στην ανατολική Θράκη, μέχρι που στο τέλος οι κάτοικοί της, οι οποίοι αντιστάθηκαν ηρωικά, εγκατέλειψαν τις οικίες τους, αφού προηγουμένως τις έκαψαν.

Η άνοδος του Ρωμανού στην εξουσία αποτέλεσε πλήγμα για τις φιλοδοξίες του Συμεών. Ο τελευταίος σχεδίαζε να ανεβεί ο ίδιος στον βυζαντινό θρόνο και για τον λόγο αυτό ζήτησε την καθαίρεση του Λεκαπηνού από το αυτοκρατορικό αξίωμα. Η απαίτησή του φυσικά απορρίφθηκε. Ετσι ο Βούλγαρος ηγεμόνας επέδραμε και πάλι, το 921, στη Θράκη και προήλασε μέχρι τους Κατασύρτες.

Σε μάχη προφυλακών κοντά στη Θερμόπολη αναχαιτίστηκε και ανέκοψε την προέλασή του. Το 922 οι Βούλγαροι εισέβαλαν εκ νέου στο βυζαντινό έδαφος και έφθασαν στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου. Ο Ρωμανός, για να προστατεύσει τα ανάκτορα που είχε στις Πηγές, κοντά στο Στενόν του Βοσπόρου, έστειλε ένα στράτευμα υπό τις διαταγές των αδελφών Αργυρών και του ναυάρχου Μουζέλη κατά των εισβολέων.

Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα διέπραξαν το μοιραίο σφάλμα να στρατοπεδεύσουν στη στενή κοιλάδα κοντά στις Πηγές. Οι Βούλγαροι εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά στους παρακείμενους λόφους και επιτέθηκαν με ορμή κατά των Βυζαντινών, οι οποίοι ούτε καν πρόλαβαν να αντισταθούν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Ο ναύαρχος Μουζέλης πνίγηκε όταν προσπάθησε να φθάσει στα πλοία του.

Οι αδελφοί Αργυροί διέφυγαν σε ένα γειτονικό φρούριο και το μεγαλύτερο μέρος του βυζαντινού στρατού εξοντώθηκε ή αιχμαλωτίσθηκε. Το ανάκτορο των Πηγών πυρπολήθηκε και όλη η περιοχή του Στενού λεηλατήθηκε από τους εισβολείς και ερημώθηκε. Οι Βούλγαροι παρέμειναν στη Θράκη κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και προς το τέλος του έτους εμφανίστηκαν και πάλι στα προάστια της Πόλης, έφθασαν δε κοντά στα ανάκτορα της Αγίας Θεοδώρας.

Ο Ρωμανός, φοβούμενος μήπως επαναληφθεί η καταστροφή των Πηγών, κάλεσε τους στρατηγούς του σε γεύμα και εκφώνησε έναν φλογερό λόγο για να τονώσει το ηθικό τους. Ενας από αυτούς, ο Σακτίκης, παίρνοντας θάρρος από τα λόγια του αυτοκράτορα κινήθηκε την άλλη μέρα κατά του στρατοπέδου των Βουλγάρων και τους κατέσφαξε, όμως ο ίδιος τραυματίσθηκε θανάσιμα κατά την επιστροφή του από την έφοδο. Η νίκη αυτή τόνωσε το ηθικό των Βυζαντινών, ύστερα από τις τόσες ήττες που είχαν υποστεί.

Το 923 ο Συμεών επανέλαβε την επίθεσή του, πολιόρκησε την Αδριανούπολη και ανάγκασε τους υπερασπιστές της να παραδοθούν λόγω πείνας. Αυτοί είχαν αποκρούσει γενναία όλες τις επιθέσεις του, με επικεφαλής τον ηρωικό στρατηγό Λέοντα Μωρολέοντα, ο οποίος τιμωρήθηκε για την αντίστασή του με τα φρικτότερα, μέχρι θανάτου, βασανιστήραια.

Η βυζαντινή διπλωματία όμως κατόρθωσε και πάλι να στρέψει κατά των Βουλγάρων τον ηγεμόνα της Σερβίας, Ζαχαρία, η επέμβαση του οποίου ανάγκασε τους τελευταίους να αποχωρήσουν ύστερα από λίγο από την πόλη, την οποία ανακατέλαβαν οι Βυζαντινοί. Ο Συμεών έστειλε κατά του Ζαχαρία ισχυρό στρατό, ο οποίος κατατροπώθηκε από τους Σέρβους. Το επόμενο έτος, 924, ο Βούλγαρος ηγεμόνας αντεπιτέθηκε κατά του Ζαχαρία και κατόρθωσε να τον νικήσει και να τον εκδιώξει από τη χώρα του.

Ωστόσο κύριος στόχος του Συμεών παρέμενε πάντοτε η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και η κατάκτηση του βυζαντινού αυτοκρατορικού στέμματος. Για τον λόγο αυτό ανέλαβε το 924 νέα επιχείρηση κατά της Βασιλεύουσας, αφού προηγουμένως ήλθε σε συνεννόηση με τον Φατιμίδη εμίρη της Αιγύπτου, Φατλούν, που διέθετε ισχυρό ναυτικό, για μια συνδυασμένη αραβο-βουλγαρική επίθεση κατά της Πόλης από ξηρά και θάλασσα.

Στην περίπτωση αυτη αναδείχθηκε η πολιτική και διπλωματική μεγαλοφυϊα του Ρωμανού Λεκαπηνού, στο πρόσωπο του οποίου ο Συμεών βρήκε έναν ισχυρό και αντάξιο αντίπαλο που μπορούσε να τον αντιμετωπίσει με καλά συντονισμένες στρατιωτικές και διπλωματικές ενέργειες. Από την αλληλογραφία του πατριάρχη Νικολάου Μυστικού με τον Συμεών πληροφορούμαστε ότι ο Ρωμανός επιχειρούσε να συνεννοηθεί με τους Πετσενέγους, τους Ρώσους και τους Ούγγρους προκειμένου αυτοί να αναλάβουν από κοινού με τους Βυζαντινούς επίθεση κατά των Βουλγάρων.

Επίσης ο αυτοκράτορας κατόρθωσε με δώρα και υποσχέσεις να διασπάσει τη συμμαχία του Συμεών με τους Αραβες, με αποτέλεσμα η σχεδιαζόμενη, από τον τελευταίο, εκστρατεία να μην εξασφαλίζει πλέον την απαραίτητη υποστήριξη από τη θάλασσα.

Ο Συμεών παρόλα αυτά δεν κάμφθηκε και αποφάσισε να επιτεθεί έστω και μόνος του κατά της Βασιλεύουσας. Τον Σεπτέμβριο του 924 εισέβαλε και πάλι στο βυζαντινό έδαφος και έφθασε και στρατοπέδευσε για δεύτερη φορά μπροστά στα τείχη της Πόλης. Για μια ακόμα φορά αντιλήφθηκε, θαμπωμένος από την ομορφιά και τη δύναμή της, ότι με τα μέσα που διέθετε ήταν αδύνατο να εκπορθήσει τη βυζαντινή πρωτεύουσα και ζήτησε από τον πατριάρχη Νικόλαο να αρχίσει μαζί του διαπραγματεύσεις για ειρήνη.

Ιστορική συνάντηση Ρωμανού και Συμεών (924)

Η πολιτική του Βούλγαρου ηγεμόνα είχε πλέον οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο. Ο Συμεών αναγνώριζε ότι δεν μπορούσε να καταβάλει το Βυζάντιο με τα όπλα και ότι ο πόλεμος δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για την επίλυση των μεταξύ των δύο κρατών διαφορών. Εξάλλου η πρότασή του για διαπραγματεύσεις έδειχνε, εκτός από την αδυναμία του, και ότι ο βυζαντινο-βουλγαρικός πόλεμος έβαινε πλέον προς το τέλος του.

Μόλις άρχισαν οι συνομιλίες για ειρήνη ο Συμεών ζήτησε να συναντηθεί με τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ρωμανό. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 924 στην προβλήτα του Κοσμιδίου, προαστίου της Κωνσταντινούπολης, στο βόρειο άκρο του Κεράτιου κόλπου. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας προσήλθε έφιππος από την ξηρά, με μεγάλη συνοδεία και πολυτελή ενδυμασία, πραγματοποιώντας επίδειξη δύναμης και πλούτου.

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, αντίθετα, προσευχήθηκε πρώτα στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και έπειτα, ντυμένος απλώς με το ωμοφόριο, έφθασε με την αυτοκρατορική θαλαμηγό από τη θάλασσα στην αποβάθρα του Κοσμιδίου για να συναντήσει τον Βούλγαρο ηγεμόνα.

Ο Ρωμανός, που συνοδευόταν από τον πατριάρχη Νικόλαο, απηύθυνε στον Συμεών λόγια τα οποία προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση στον τελευταίο, διότι του υπενθύμιζαν την ανθρώπινη αδυναμία του και τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης: “Είσαι και εσύ ο ίδιος άνθρωπος που προσδοκάς τον θάνατο, την ανάσταση και την ανταπόδοση. Σήμερα υπάρχεις, αλλά αύριο θα διαλυθείς σε σκόνη. Ενας πυρετός αρκεί για να γκρεμίσει όλη την υπερηφάνειά σου. Τι λόγο λοιπόν θα δώσεις στον Θεό, όταν βρεθείς ενώπιόν του, για τις άδικες σφαγές που διέπραξες; Και με ποιο πρόσωπο θα αντικρύσεις τον φοβερό και δίκαιο κριτή;”.

Η συνάντηση μεταξύ των δύο ισχυρότερων ηγεμόνων των Βαλκανίων της εποχής εκείνης ήταν από τις πιο κρίσιμες και δραματικές της ιστορίας και διατηρήθηκε στη μνήμη του λαού, παίρνοντας διαστάσεις θρύλου. Λέγεται ότι τη στιγμή που οι δύο ηγεμόνες συζητούσαν, δύο αετοί πέταξαν πάνω από τα κεφάλια τους και αφού έκραξαν “λέγουν …ότι στην αρχή προσέγγισαν ο ένας τον άλλο, αλλά αμέσως μετά απομακρύνθηκαν από αλλήλους και ο μεν ένας κατευθύνθηκε προς την Πόλη ο δε άλλος πέταξε προς τη Θράκη” (το νόημα του θρύλου αυτού είναι ότι οι δύο αετοί ήθελαν να δείξουν στους ηγεμόνες τον δρόμο που ο καθένας έπρεπε να ακολουθήσει). Τότε τέθηκαν οι βάσεις της ειρήνης.

Οι πηγές δεν αναφέρουν τίποτα για υπογραφή συνθήκης, αλλά λένε απλώς ότι ο Συμεών δέχθηκε να “ποιήσει ειρήνην”. Αν και δεν έγινε γραπτή συμφωνία, φαίνεται ότι οι δύο ηγεμόνες δέχθηκαν προφορικά να ειρηνεύσουν, υπό τον όρο ότι οι μεν Βυζαντινοί θα κατέβαλλαν χρήματα και δώρα στους Βουλγάρους, οι δε τελευταίοι σε αντάλλαγμα θα υποχρεώνονταν να επιστρέψουν τα ελληνικά εδάφη που είχαν καταλάβει και ορισμένες παραθαλάσσιες πόλεις και φρούρια. Αυτό συμπεραίνεται από τρεις επιστολές που έστειλε ο Ρωμανός στον Συμεών το 925, με τις οποίες του γνώριζε ότι δεν θα του δώσει τα (συμφωνημένα) χρήματα αν αυτός δεν επιστρέψει στους Βυζαντινούς τα (προφανώς συμφωνηθέντα) κάστρα.

Θάνατος του Συμεών και το τέλος του Βυζαντινό-Βουλγαρικού πολέμου (927)

Η ειρήνευση αυτή, όπως ήταν φυσικό, δεν ήταν δυνατό να ικανοποιήσει τον φιλόδοξο Συμεών, ο οποίος βλέποντας ότι δεν μπορούσε να καταβάλει το Βυζάντιο με τα όπλα προσπάθησε με άλλους τρόπους να υλοποιήσει τις άμετρες φιλοδοξίες του. Ετσι άρχισε να αυτοαποκαλείται “βασιλεύς Βουλγάρων και Ρωμαίων”, όπως συνάγεται και από τις επιστολές του Ρωμανού ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ενέργεια αυτή.

Στη συνέχεια πέτυχε την αναγνώριση του αυτοκρατορικού του τίτλου εκ μέρους της παπικής Εκκλησίας (926) και ανακήρυξε τη βουλγαρική εκκλησία αυτόνομο πατριαρχείο. Ολες αυτές οι ενέργειες όμως δεν αποτελούσαν πλέον απειλή για τον Ρωμανό και την Αυτοκρατορία.

Επιπλέον από στρατιωτική άποψη οι Βούλγαροι όχι μόνο δεν διεξήγαγαν άλλες επιχειρήσεις κατά του Βυζαντίου, αλλά το 926 υπέστησαν μια συντριπτική ήττα από τους Κροάτες, οι οποίες έμειναν πάντοτε πιστοί σύμμαχοι των Βυζαντινών.

Ενώ ο Συμεών ετοίμαζε, κατά πάσα πιθανότητα, νέα εκστρατεία κατά της Αυτοκρατορίας, πέθανε στις 27 Μαϊου 927. Ο θάνατός του απάλλαξε το Βυζάντιο από έναν εξαιρετικά επικίνδυνο εχθρό και έθεσε οριστικό τέρμα στον τριακονταετή βυζαντινο-βουλγαρικό πόλεμο.

Με τον θάνατο του Συμεών κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του και διαλύθηκαν οι κατακτήσεις του. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Πέτρος (927-969), που δεν έτρεφε τις φιλοδοξίες και τις φιλοπόλεμες διαθέσεις του πατέρα του. Ο Πέτρος ήταν ένας φιλειρηνικός μονάρχης. Το πρώτο που έπραξε, όταν ανήλθε στον θρόνο, ήταν να συνάψει ειρήνη με το Βυζάντιο και να την επισφραγίσει με τον γάμο του με τη Μαρία Λεκαπηνή, εγγονή του αυτοκράτορα Ρωμανού Λεκαπηνού.

Αν και δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τη συνθήκη του 927, φαίνεται ότι αυτή επανέφερε το εδαφικό καθεστώς που ίσχυε πριν από το 894, δηλαδή πριν από την έναρξη του πολέμου. Σε αντάλλαγμα ο αυτοκράτορας αναγνώρισε τον τίτλο του “βασιλέως των Βουλγάρων” και το αυτοκέφαλο πατριαρχείο της Βουλγαρίας και δέχθηκε να καταβάλλει ένα ετήσιο ποσό στο βουλγαρικό κράτος.

Η συνθήκη αυτή υπήρξε μια τεράστια επιτυχία της βυζαντινής πολιτικής και διπλωματίας και προσωπικά του Ρωμανού Λεκαπηνού. Με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε μια μακρά περίοδος ειρήνης μεταξύ του Βυζαντίου και της Βουλγαρίας, που βοήθησε στην πολιτιστική ανάπτυξη και στον εκβυζαντινισμό του βουλγαρικού κράτους. Η ειρήνη αυτή είχε και ένα άλλο μεγάλο όφελος για το Βυζάντιο. “Ελυνε τα χέρια” της Αυτοκρατορίας και της επέτρεπε να στραφεί απερίσπαστη πλέον κατά των Αράβων και να επιτύχει την περίφημη ανακατάκτηση των ανατολικών εδαφών της.

Η ανακατάληψη αυτή άρχισε από τον Ρωμανό Α’, ο οποίος με τον ένδοξο στρατηγό του Ιωάννη Κουρκούα πέτυχε λαμπρούς θριάμβους κατά των εχθρών της Αυτοκρατορίας και επέκτεινε σημαντικά τα σύνορά της προς τα ανατολικά.

Προηγούμενο άρθροΜαθαίνοντας προγραμματισμό στην Ελλάδα του 2020
Επόμενο άρθροΣτρατηγικόν του Μαυρικίου. Βυζαντινός Στρατός και τακτικές
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ