Τουρκία: Νέα ένεση ρευστότητας από το ΔΝΤ

Η συγχαρητήρια επιστολή Μπους προς τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Μπουλέντ Ετσεβίτ το Σάββατο 12 Μαΐου, για την ψήφιση του νόμου περί τραπεζικής μεταρρύθμισης καθώς και η ανάθεση διαχείρισης της κρίσης στον Κεμάλ Ντερβίς, στελέχους της Παγκόσμιας Τράπεζας από το 1978 και προσφάτως διορισθέντος ως Υπουργός Οικονομικών της χώρας, δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης ότι η οικονομική κρίση στην Τουρκία έχει αναδειχθεί σε ένα εξόχως πολιτικό ζήτημα.

Πράγματι τα δύο εγγενή προβλήματα της τούρκικης οικονομίας, δηλαδή η αδυναμία αποπληρωμής του χρέους και ο κίνδυνος κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος είναι ικανά να προκαλέσουν όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική αποσταθεροποίηση ενός σημαντικού συμμάχου της Δύσης και μέλους του ΝΑΤΟ σε μια περιοχή πολιτικά ασταθή και ευαίσθητη.

Ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε οι ΗΠΑ θα διακινδύνευαν ποτέ την κατάρρευση μιας χώρας που έχοντας τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό των χωρών μελών του ΝΑΤΟ, αναδεικνύεται σε παράγοντα-κλειδί ανάμεσα στις χώρες της Μέσης Ανατολής και στις πλούσιες σε πετρέλαιο περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Μιας χώρας που διακρίνεται για την αγαστή συνεργασία της-κυρίως σε επίπεδο ενόπλων δυνάμεων- με το παρακείμενο Ισραήλ και είναι το κύριο εφαλτήριο των αεροπορικών επιθέσεων των ΗΠΑ προς το Ιράκ.

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε ότι οι δυτικές τράπεζες έχουν ένα άνοιγμα 40δισ. δολαρίων στην τούρκικη οικονομία, το οποίο θέτει άμεσα σε κίνδυνο την πιστοληπτική τους ικανότητα, σε περίπτωση που χρεοκοπήσει το οικονομικό σύστημα, τότε έχουμε μια αρκετά καλή εξήγηση του γιατί η Τουρκία υπήρξε τόσο τυχερή ώστε να εξασφαλίσει υπόσχεση παροχής οικονομικής βοήθειας αξίας συνολικά 15,5 δισ δολαρίων (εκ των οποίων τα 7,5 δόθηκαν τον περασμένο Νοέμβριο, τα 8 στις 16 Μαΐου του τρέχοντος έτους) από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ η Ρωσία που βρέθηκε σε παρόμοια θέση το 1998 δεν πήρε ούτε σεντ.

Συνεπώς η απεμπλοκή της Τουρκίας από την δυσχερή οικονομική θέση στην οποία έχει περιέλθει αποτελεί ζωτικής σημασίας ζήτημα για την Δύση. Όμως η θεραπεία του τούρκου ασθενή αποδεικνύεται στην πράξη ένα πολύ δύσκολο καθήκον αφού έχουν αποτύχει και τα 18 προηγούμενα προγράμματα του ΔΝΤ εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης της τούρκικης οικονομίας.

Δύο απανωτές χρηματοπιστωτικές κρίσεις το Νοέμβριο του 2000 και το Φεβρουάριο του 2001 ήταν ικανές να φτάσουν τα επιτόκια στο 200%, να προκαλέσουν την υποτίμηση της τούρκικης λίρας κατά 40% και οδηγήσουν τελικά στην εγκατάλειψη της σταθερής σύνδεση του νομίσματος με τα ισχυρά νομίσματα λήγοντας άδοξα το αποπληθωριστικό πρόγραμμα του ΔΝΤ.

Η κρίση ρευστότητας που ξέσπασε τον Φεβρουάριο άφησε την Τουρκία με ένα εξωτερικό χρέος που σήμερα φτάνει τα 114 δισ δολάρια (τον τελευταίο μόνο χρόνο αυξήθηκαν κατά 11δισ δολάρια) και με εσωτερικό χρέος 15 δισ δολάρια που οφείλεται στην ύπαρξη εξαιρετικά υψηλών επιτοκίων (σήμερα πάνω από 100%).

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης το χρέος του δημοσίου τομέα αναμένεται να φθάσει το 78% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2001. Τα δάνεια των κρατικών τραπεζών έχουν αγγίξει τα 20 δισ δολάρια ενώ βρίσκονται ήδη υπό κρατική διαχείριση 13 ιδιωτικές τράπεζες. Για το λόγο αυτό η κυβέρνηση σκοπεύει να εκδώσει ομόλογα αξίας 16 δισ δολαρίων τα οποία για να γίνουν ελκυστικά θα έχουν αποδόσεις μέχρι και 90% και με ημερομηνία λήξης τον ένα μήνα.

Γιατί δεν μπορεί να βγει η οικονομία από το τέλμα της

Γιατί όμως απέτυχαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες για σταθεροποίηση της τούρκικης οικονομίας; Σε κάποια χρονική στιγμή τα πράγματα φαίνονταν ότι πήγαιναν πραγματικά καλά. Πράγματι ο ρυθμός του πληθωρισμού σε ετήσια βάση από το 70% που ήταν στις αρχές του 2000 έφτασε στο 39%.

Τα καλά οικονομικά μεγέθη σε συνδυασμό με την αρωγή από το ΔΝΤ, πυροδότησαν μια ανάπτυξη της χρηματαγοράς με τον συνολικό χρηματιστηριακό δείκτη να αγγίζει το 650%(στοιχεία περιοδικού Economist), η οποία όπως αποδείχθηκε ήταν προσωρινή αφού τον Φεβρουάριο το χρηματιστήριο της Κωσταντινούπολης έπεσε κατά 63% χάνοντας το 18% της αξίας του σε μία μόνο μέρα (19/2) με την απόσυρση 5 δισ δολαρίων από την αγορά από τους επενδυτές.

Σε συνέντευξή του στους Financial Times, ο Κεμάλ Ντερβίς αποδίδει την αποτυχία των προηγούμενωνν μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων στην στενή σχέση της πολιτικής με την οικονομία και στην διαδεδομένη πρακτική της εκμετάλλευσης κρατικών περιουσιακών στοιχείων για απόκτηση ψήφων και ευνοϊκή μεταχείριση των ημετέρων επιχειρηματιών. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ματαίωση και του παρόντος προγράμματος, προέρχεται από παγιωμένα επενδυμένα συμφέροντα αναφέρει.

Με τις αλλαγές του νέου προγράμματος που προβλέπουν εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις και ισχυροποίηση των ανεξάρτητων ρυθμιστικών οργάνων, ο νέος Υπουργός Οικονομικών ισχυρίζεται ότι θα δοθεί ένα τέλος στις πρακτικές διαφθοράς και πολιτικών διορισμών.

Επίσης με την αναμόρφωση του τραπεζικού συστήματος όπου οι τράπεζες θα λειτουργούν με αυστηρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, θα κρατηθούν οι πολιτικές παρεμβάσεις μακριά από το τραπεζικό σύστημα. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και η προώθηση σχετικού νόμου για την σταδιακή απεξάρτηση της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας από την κρατική παρέμβαση.

Οι πρώτες αντιδράσεις στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειές του ήδη ξεκίνησαν από το υπερεθνικιστικό Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης που είναι το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού (τα άλλα δύο είναι το Κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς και το Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας) με αφορμή την ψήφιση του νομοσχεδίου για την ιδιωτικοποίηση του εθνικού τηλεπικοινωνιακού οργανισμού της Turk Telecom. Πιο συγκεκριμένα ο αρχηγός του Κόμματος Ντεβλέτ Μπασελί, κατηγόρησε τον Ντερβίς ότι δεν αντιπροσωπεύει τον λαό του έναντι του ΔΝΤ αλλά ότι αντίθετα αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του ΔΝΤ έναντι της Τουρκίας.

Όμως και οι συνέπειες από την εκτέλεση του νέου προγράμματος αναδιάρθρωσης αναμένεται να προκαλέσει κύματα αντιδράσεων από τους εργαζόμενους αφού η ίδια η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι περιμένει να συρρικνωθεί η οικονομία κατά 3% πράγμα που σημαίνει δραματική αύξηση της ανεργίας. Ήδη από τον Φεβρουάριο έχουν χαθεί 500.000 θέσεις εργασίας. Ακόμα και μετά την ψήφιση των νόμων που είχε θέσει σαν όρο το ΔΝΤ προκειμένου να χορηγήσει το τελευταίο δάνειο των 8 δισ δολαρίων, με την ιδιωτικοποίηση κρατικών εταιρειών, το δημοσιονομικό πρόβλημα δεν θα μπορέσει να αντιμετωπισθεί, γεγονός που μοιραία θα οδηγήσει στην αύξηση των φόρων.

Ήδη οι δημόσιοι υπάλληλοι που είδαν τους μισθούς τους να εξανεμίζονται από την υποτίμηση της λίρας και τις ανατιμήσεις των προϊόντων, έχουν αρχίσει τις διαδηλώσεις καλώντας την κυβέρνηση σε παραίτηση. Αυτό όμως που φοβάται πιο πολύ η πολιτική ηγεσία είναι ότι η κατάργηση των αγροτικών επιδοτήσεων θα δημιουργήσει ένα μαζικό κύμα εσωτερικής μετανάστευσης του αγροτικού πληθυσμού, που αποτελεί το 45% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, προς την πρωτεύουσα οι οποίοι θα αποτελέσουν πρόσφορο έδαφος αντικυβερνητικής προπαγάνδας από τόσο από τις εξτρεμιστικές ομάδες όσο και τους Ισλαμιστές.

Ο ίδιος όμως ο αρχιτέκτονας του νέου προγράμματος οικονομικής αναδιάρθρωσης, ο Κ. Ντερβίς παραμένει αισιόδοξος όσον αφορά τις προοπτικές επιτυχίας του. Πιστεύει ότι με την εξασφάλιση μιας ισχυρής ισορροπίας στο ισοζύγιο πληρωμών και την συμπίεση του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω του 35% που είναι σήμερα, η τούρκικη οικονομία θα οδηγηθεί σε ανάκαμψη κατά το δεύτερο μισό του χρόνου.

Τόσο η έναρξη της τουριστικής περιόδου όσο και η περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών οι οποίες ήδη βρίσκονται πάνω από το 10% τον Απρίλιο σε σύγκριση με τις εξαγωγές του προηγούμενου χρόνου θα βελτιώσουν τη μακροοικονομική εικόνα της οικονομίας. Βέβαια αποσιωπά επιμελώς την άλλη όψη του νομίσματος που δείχνει ότι η ναι μεν η υποτίμηση του νομίσματος ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των τούρκικων προϊόντων, το θετικό όμως αυτό στοιχείο αντισταθμίζεται από την ανατίμηση των εισαγόμενων πρώτων υλών και των καυσίμων.

Αντίθετα με τα παραπάνω, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης της τούρκικης οικονομίας δεν βλέπουν τόσο ρόδινα την εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Morgan Stanley Dean Witter βλέπουν την Τουρκία να προσεγγίζει ταχύτατα μια επικίνδυνη πιστωτική παγίδα με το χρέος να ξεπερνά το 88,6% του ΑΕΠ και την οικονομία να συρρικνώνεται πάνω από 4%. Απ΄ ότι φαίνεται τα δεινά της γείτονος χώρας θα απασχολούν για πολύ καιρό ακόμα τους διεθνείς πιστωτικούς οργανισμούς και τις δυτικές κυβερνήσεις.