Βαλλίστρα (όπλο): Πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία

Βαλλίστρα (όπλο): Πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία

Η εμφάνιση (ή, ακριβέστερα, η επανεμφάνιση) της βαλλίστρας στη δυτική Ευρώπη κατά τον 11ο αιώνα αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη των όπλων και επέδρασε αποφασιστικά στις τακτικές μάχης όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέχρι την εμφάνιση των πυροβόλων. Όσον αφορά την προέλευση της βαλλίστρας, όλοι οι ιστορικοί συμφωνούν ότι το όπλο αυτό πρωτοεμφανίστηκε στην Κίνα.

Υπάρχουν όμως διϊστάμενες απόψεις σχετικά με τον χρόνο εμφάνισής της. Γραπτές περιγραφές σε σωζόμενα αρχαία κινεζικά κείμενα (Ζάο Γιέ: «Η ιστορία των Βού και Γιουέ») υποδηλώνουν ότι οι πρώτες βαλλίστρες εμφανίστηκαν στο βασίλειο Τσού στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., κατά την περίοδο των Εμπολέμων Κρατών (Warring States period).

Όμως σύγχρονοι Κινέζοι μελετητές όπως ο Γιάνγκ Χονγκ («Συλλογή Αρθρων για τα αρχαία κινεζικά όπλα», Πεκίνο, 1985) και ο Ζού Φενγκάν («Αρχαία κινεζικά ορειχάλκινα αντικείμενα», Πανεπιστήμιο Νάνκάϊ, Τιαντζίν, 1995) αμφισβητούν αυτή την άποψη, υποστηρίζοντας ότι τα αρχαία κείμενα αναφέρονται στις βελτιώσεις που εισήγαγε ένας διάσημος εφευρέτης της εποχής με το όνομα Τσιν στον μηχανισμό της σκανδάλης της βαλλίστρας και υποστηρίζουν ότι το όπλο αυτό υπήρχε ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. ή ακόμη παλαιότερα (2000 π.Χ.).

Την άποψη τους αυτή στηρίζουν στη συγκριτική μελέτη βαλλιστρών οι οποίες χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα από διάφορες εθνικές μειονότητες της Κίνας και οστέϊνων, κεράτινων ή λίθινων ευρημάτων τα οποία ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών και αντιστοιχούν με τους μηχανισμούς σκανδάλης που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν οι εν λόγω εθνικές μειονότητες.

Επίσης οι ίδιοι ερευνητές παραθέτουν αρχαία κινεζικά ιδεογράμματα, μία τουλάχιστον ερμηνεία των οποίων αντιστοιχεί στη λέξη «nu», που σημαίνει βαλλίστρα. Οπως και αν έχει το πράγμα, το παλαιότερο σχετικό εύρημα που έχει ανακαλυφθεί μέχρι στιγμής στην Κίνα είναι ένας ορειχάλκινος μηχανισμός σκανδάλης βαλλίστρας ο οποίος τοποθετείται στο 600 π.Χ., ενώ αρκετά κείμενα του 5ου αιώνα περιέχουν περιγραφές της λειτουργίας και της χρήσης του όπλου.

Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. η βαλλίστρα αναδείχθηκε σε σημαντικό πολεμικό όπλο το οποίο επηρέασε αποφασιστικά την έκβαση αρκετών μαχών (αναφέρεται συχνά η μάχη του Μα Λινγκ το 341 π.Χ.), ενώ κατά την περίοδο της δυναστείας Χαν (206 π.Χ.) η βαλλίστρα στην Κίνα αποτελούσε πλέον το κατ’εξοχήν όπλο βολής. Κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα αναφέρεται μια μάχη κατά την οποία η υποχώρηση 5.000 Κινέζων στρατιωτών τους οποίους κατεδίωκε πολύ μεγαλύτερος αριθμός ιππέων Hsiung-Nu (Ούννων), καλύφθηκε με επιτυχία από 1.000 πολεμιστές εξοπλισμένους με βαλλίστρες οι οποίοι «κατά τη διάρκεια μιας ημέρας εκτόξευσαν σχεδόν 500.000 βέλη» (W.A.Paterson, «A Guide to the Crossbow», Society of Archer Antiquaries, UΚ, 1990).

Στη Δύση η πρώτη αναφορά σε όπλο αυτού του τύπου έγινε από τον Ελληνα μηχανικό Ηρωνα της Αλεξανδρείας κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με τον Ηρωνα το όπλο ονομαζόταν «γαστραφέτης» (διότι ο σκοπευτής το στήριζε στο ύψος του στομάχου του για να βάλει), πιθανολογείται δε ότι είχε επινοηθεί ανεξάρτητα στην Ελλάδα κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα.

Αναφέρεται επίσης ότι οι Καρχηδόνιοι χρησιμοποιούσαν έναν τύπο βαλλίστρας χειρός με την ονομασία «σκορπιός» από τον 2ο αιώνα π.Χ. (Derry & Williams, «A Short History of Technology) και ότι 2.000 τέτοια όπλα περιήλθαν στα χέρια των Ρωμαίων μετά την πτώση της Καρχηδόνας. Αρχαιολογικά ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν μια έκδοση βαλλίστρας μικρού μεγέθους με την ονομασία manuballista (χειροβαλλίστρα), τουλάχιστον ως τον 4ο αιώνα μ.Χ. (το όπλο απεικονίζεται σε ρωμαϊκά γλυπτά από τον 3ο μέχρι και τον 6ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στο έργο «De Re Militaria» του Βεγέτιου Ρενάτου το 385 μ.Χ.).

Μετά την παρακμή της Ρώμης φαίνεται ότι η βαλλίστρα αποσύρθηκε από τα ευρωπαϊκά πεδία μαχών. Οι Βυζαντινοί, οι οποίοι διατήρησαν τις περισσότερες πολιορκητικές και άλλες πολεμικές μηχανές των Ρωμαίων, δεν τη χρησιμοποίησαν.

Η βαλλίστρα επανεμφανίστηκε στην Ευρώπη ως όπλο μάχης κατά τον 10ο αιώνα. Υπάρχουν αναφορές για τη χρήση της το 985 από τα στρατεύματα του βασιλιά των Φράγκων Λόθαρ (βασίλευσε από το 954 ως το 986) κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στο Βερντέν εναντίον των στρατευμάτων του Γερμανού βασιλιά και εξαδέλφου του Οθωνα Γ’ που είχαν καταλάβει την περιοχή, ενώ κατά το έτος 1000 η βαλλίστρα απεικονίζεται για πρώτη φορά σε γαλλικό χειρόγραφο.

Η χρήση της έγινε πιο διαδεδομένη κατά τον 11ο περίπου αιώνα. Το 1096 η Αννα Κομνηνή περιέγραψε τη χρήση της βαλλίστρας από τους Νορμανδούς λέγοντας ότι «είχε τόση δύναμη ώστε ένα βέλος της μπορούσε να διαπεράσει την ασπίδα και τον θώρακα ενός άνδρα και να τον σκοτώσει». Το 1100 ο Γουλιέλμος Ρούφος, γιος του Γουλιέλμου του Κατακτητή, σκοτώθηκε από βέλος βαλλίστρας.

Το 1139 ο πάπας Ινοκέντιος Β’ καταδίκασε επί ποινή αφορισμού τη χρησιμοποίηση της «δολοφονικής τέχνης της βαλλίστρας» μεταξύ χριστιανών και καθολικών, πιστοποιώντας τόσο τη διάδοση, όσο και τη φονικότητα του όπλου. Κατά την εποχή των Σταυροφοριών η βαλλίστρα αναδείχθηκε σε κύριο πολεμικό εργαλείο, χρησιμοποιούμενη από τους τακτικούς σχηματισμούς πεζικού που υποστήριζαν το βαρύ ιππικό κρούσης των σταυροφόρων, και συνέβαλε σε αρκετές από τις νίκες τις οποίες πέτυχαν οι τελευταίοι κατά των Σελτζούκων Τούρκων.

Από την περίοδο εκείνη και μετά η βαλλίστρα, με την ανάπτυξη δυνατότερων τόξων και των απαραίτητων μηχανικών συστημάτων για την όπλισή τους, εξελίχθηκε σε ισχυρότατο όπλο βολής το οποίο άσκησε μαζί με το μακρό τόξο αποφασιστική επίδραση στην εξέλιξη των όπλων και των τακτικών μάχης, παραμένοντας σε χρήση από τους στρατούς της Ευρώπης μέχρι τον 16ο αιώνα, οπότε εκτοπίστηκε οριστικά (όπως και τα μακρά τόξα) από τα πυροβόλα όπλα.

Η καθιέρωση της βαλλίστρας

Η κύρια ώθηση για την καθιέρωση της βαλλίστρας ως βασικού όπλου βολής των ευρωπαϊκών στρατών σημειώθηκε, όπως προαναφέραμε, κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, όταν οι ευρωπαϊκοί στρατοί που εκστράτευσαν στη Μέση Ανατολή βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους ευκίνητους ιπποτοξότες των Σελτζούκων Τούρκων.

Βέβαια και πριν από τις Σταυροφορίες οι Ευρωπαίοι είχαν διαπιστώσει ότι οι στρατοί οι οποίοι περιελάμβαναν στη δύναμή τους ένα αξιόπιστο τμήμα πεζικού εξοπλισμένου με ισχυρά όπλα βολής, διέθεταν πλεονεκτήματα απέναντι σε μια δύναμη η οποία αποτελείτο αποκλειστικά από ιππικό.

Το πεζικό αποτελούσε μια στέρεη βάση για τη διενέργεια επιθέσεων, πλευροκοπήσεων ή άλλων ελιγμών του ιππικού, καθώς μπορούσε να καταλάβει και να κατέχει έδαφος κρίσιμης σημασίας. Για τον λόγο αυτό πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες διέταζαν ένα μέρος των έφιππων πολεμιστών τους να αφιππεύει και να σχηματίζει έναν αξιόπιστο πυρήνα γύρω από τον οποίο μπορούσαν να συγκεντρωθούν τα λιγότερο αξιόπιστα τμήματα των πεζών που προέρχονταν από τη στρατολόγηση των πτωχά εκπαιδευμένων χωρικών και ακολούθων των τότε φεουδαρχών.

Συχνά το πεζό τμήμα ενός στρατού περιοριζόταν στους ιππότες οι οποίοι είχαν αφιππεύσει, κάτι που προφανώς αποτελούσε αντιοικονομική χρήση του ακριβοπληρωμένου ιππικού. Ο συνδυασμός τακτικών προβλημάτων και οικονομικών αναγκών οδήγησε σταδιακά τους Ευρωπαίους στη δημιουργία καλύτερα εκπαιδευμένων, πειθαρχημένων και εξοπλισμένων δυνάμεων πεζικού.

Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε κατά την περίοδο των Σταυροφοριών. Για να αντιμετωπίσουν τους περισσότερο ευκίνητους Τούρκους αντιπάλους τους οι σταυροφόροι διαπίστωσαν ότι χρειάζονταν μια σταθερή βάση πεζικού από την οποία μπορούσαν να εξαπολύουν τις επιθέσεις του βαρέος ιππικού τους. Η σταθερή εκείνη βάση μπορούσε να περιορίσει την κινητικότητα των Σελτζούκων ιππέων καταλαμβάνοντας και κατέχοντας έδαφος κρίσιμης σημασίας και υποστηρίζοντας με τα όπλα βολής που διέθετε το βαρύ ιππικό των σταυροφόρων.

Άλλωστε το γεγονός ότι οι Τούρκοι βάσιζαν τις τακτικές τους στη χρήση του τόξου, καθιστούσε αναγκαία την ανάπτυξη ενός αντίστοιχου όπλου από την πλευρά των Δυτικών, με το οποίο θα μπορούσαν να προσβάλουν από την ίδια ή και μεγαλύτερη απόσταση τους αντιπάλους τους. Στον ρόλο αυτό η βαλλίστρα αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς η ισχύς και η εμβέλειά της επέτρεπαν στους σταυροφόρους να αντισταθμίσουν τα πλεονεκτήματα των Τούρκων ιπποτοξοτών.

Οι σταυροφόροι μάλιστα βελτίωσαν το όπλο αυτό αντιγράφοντας τα ισχυρότερα τουρκικά σύνθετα τόξα, τα οποία αποτελούντο από συγκολλημένες στρώσεις ξύλου, κεράτου και τενόντων. Επιπλέον οι ίδιοι αναγνώρισαν τα πλεονεκτήματα του ελαφρού ιππικού και αντέγραψαν ως έναν βαθμό τις τακτικές του όπως τις εφάρμοζαν οι Βυζαντινοί και οι Τούρκοι, χρησιμοποιώντας ελαφρά οπλισμένους ιπποτοξότες σε ρόλο υποστήριξης ή αναγνώρισης.

Αρχικά αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν μονάδες μισθοφόρων (κυρίως μουσουλμάνων), αλλά αργότερα σχημάτισαν αρκετές ευρωπαϊκές μονάδες ελαφρά οπλισμένων ιπποτοξοτών, στελεχωμένες από Ευρωπαίους δεύτερης γενιάς οι οποίοι είχαν γεννηθεί στη Συρία. Η προσπάθεια, όμως, αρκετών ηγετών των σταυροφόρων να μεταφέρουν στις χώρες τους τις πολεμικές τους εμπειρίες εισάγοντας τμήματα ελαφρών ιππέων εξοπλισμένων με τόξα στη δυτική Ευρώπη, δεν απέδωσε.

Οι σταυροφόροι πειραματίστηκαν επίσης με τη χρήση έφιππων βαλλιστροφόρων, αλλά η δυσκολία σκόπευσης και όπλισης του συγκεκριμένου όπλου από τους έφιππους πολεμιστές δεν επέτρεπε την αξιοποίηση της ευκινησίας και της ταχύτητας του αλόγου και εγκατέλειψαν την πρακτική αυτή, δίνοντας έμφαση στη χρήση πεζών εξοπλισμένων με βαλλίστρες.

Κατά την περίοδο της Γ’ Σταυροφορίας ο τυπικός σχηματισμός μάχης των σταυροφόρων προέβλεπε την παράταξη μιας ή περισσότερων γραμμών πεζικού εξοπλισμένου με βαλλίστρες και τόξα μπροστά από τους ιππείς, οι οποίοι την κατάλληλη στιγμή «άνοιγαν» αφήνοντας κενά μέσα από τα οποία μπορούσε να περάσει και να επιτεθεί το ιππικό. Η συνδυασμένη αυτή χρήση πεζοπόρων και έφιππων τμημάτων βασιζόταν στην εφαρμογή μιας παραλλαγής της τεχνικής «πυρ και κίνηση».

Η επίθεση ή η αντεπίθεση του βαρέος ιππικού εξαπολυόταν συνήθως μετά τον κλονισμό που επέφεραν στις γραμμές των αντιπάλων μερικές εύστοχες «ομοβροντίες» βελών τις οποίες εξαπέλυαν οι εξοπλισμένοι με τα όπλα βολής πεζοί. Η σημασία της παραπάνω συνεργασίας πεζικού-ιππικού έγινε γρήγορα αντιληπτή από τους Τούρκους, οι οποίοι προσάρμοσαν τις τακτικές τους, επικεντρώνοντάς τις στην προσπάθεια να διαχωρίσουν το ιππικό των σταυροφόρων από το πεζικό και κατόπιν να επιτεθούν και να καταστρέψουν χωριστά το κάθε τμήμα.

Οι σταυροφόροι από την πλευρά τους, διδασκόμενοι από τα λάθη τους, έδειξαν ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στη στενή συνεργασία των κινήσεων και των ενεργειών πεζών και ιππέων, η οποία, όποτε εφαρμόστηκε σωστά, οδήγησε σε μερικές από τις πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις συνδυασμένων όπλων της εποχής.

Ο Άγγλος βασιλιάς Ριχάρδος Α’ ο Λεοντόκαρδος (1157-1199), ο οποίος σύμφωνα με όλα τα στοιχεία ήταν εκείνος που αφομοίωσε και εφάρμοσε καλύτερα τα μαθήματα των Σταυροφοριών όσον αφορά τη χρήση συνδυασμένων όπλων, υπήρξε ένας από τους ένθερμους υποστηρικτές της βαλλίστρας.

Κατά τη διάρκεια της Γ’ Σταυροφορίας η αποφασιστική νίκη την οποία πέτυχε ο Ριχάρδος κατά των Σαρακηνών στις 7 Σεπτεμβρίου 1191 κοντά στο χωριό Αρσούφ, η οποία επέτρεψε την κατάληψη της πόλης της Γιάφας, οφειλόταν στην επιδέξια χρησιμοποίηση συνδυασμένων όπλων, μεταξύ των οποίων αποφασιστικό ρόλο διεδραμάτισαν οι εξοπλισμένοι με βαλλίστρες πεζοί.

Οι Σαρακηνοί έστησαν ενέδρα στο στράτευμα του Ριχάρδου κρυμμένοι μέσα στους ελαιώνες της περιοχής του Αρσούφ, από όπου επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, επιδιώκοντας, σύμφωνα με την προσφιλή τους τακτική, να διαχωρίσουν και να αποκόψουν τα πεζά από τα έφιππα τμήματα των σταυροφόρων. Οι τελευταίοι όμως δεν πανικοβλήθηκαν.

Αντιστάθηκαν σθεναρά συγκρατώντας τις επιθέσεις των Σαρακηνών (στην απόκρουση των οποίων οι βαλλίστρες είχαν σημαντικό ρόλο) και παρέχοντας τον χρόνο στο βαρύτερο και λιγότερο ευκίνητο ιππικό των σταυροφόρων να περικυκλώσει και να εξοντώσει τους αντιπάλους τους.

Στο στράτευμα του Ριχάρδου περιλαμβάνονταν τοξότες και βαλλιστροφόροι, αλλά είναι άγνωστο σε ποια αναλογία. Φαίνεται πάντως ότι αν και ο Αγγλος βασιλιάς ενθάρρυνε τη χρήση της βαλλίστρας, με αυτήν εξοπλίζονταν μικρότερες αριθμητικά ομάδες επίλεκτων ανδρών. Κατά παράξενη σύμπτωση ο Ριχάρδος πέθανε το 1199, από τραύμα που δέχθηκε από βέλος βαλλίστρας κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου Σαλύ κοντά στη Λιμόζ. Κτυπήθηκε όταν πλησίασε έφιππος στα τείχη του κάστρου περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.

Το βέλος που είχε σφηνωθεί στον αριστερό του ώμο αφαιρέθηκε, αλλά προκάλεσε γάγγραινα η οποία έστειλε στον τάφο τον φημισμένο Αγγλο βασιλιά. Λέγεται ότι πριν από τον θάνατό του ο Ριχάρδος είχε ζητήσει να μη τιμωρήσουν τον νεαρό σκοπευτή που τον τραυμάτισε. Ωστόσο σύμφωνα με τον θρύλο, μετά την κατάληψη του κάστρου η μητέρα του Λεοντόκαρδου συνέλαβε τον δράστη και τον έκαψε ζωντανό.

Ο Ριχάρδος κατά τη διάρκεια της δεκαετούς βασιλείας του (1189- 1199) έμεινε στην Αγγλία μόνο έξι μήνες. Κατά την απουσία του ο νεώτερος αδελφός του Ιωάννης σφετερίσθηκε την εξουσία του κυβερνώντας με βάναυσο τρόπο τη χώρα. Οταν ο Ριχάρδος κατάφερε να επιστρέψει από την ομηρία του στα χέρια του Γερμανού αυτοκράτορα Ερρίκου, λέγεται ότι συγχώρησε τον αδελφό του και του επέτρεψε να συνεχίσει να διοικεί την Αγγλία, ενώ ο ίδιος εκστράτευσε στη Γαλλία για να εκδικηθεί τον βασιλιά Φίλιππο Β’ ο οποίος είχε λεηλατήσει τις περιοχές που κατείχε εκεί ο Ριχάρδος.

Από την περίοδο εκείνη και μετά η χρήση της βαλλίστρας γενικεύθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη, περιλαμβανομένης της Αγγλίας, όπου ο αδελφός του Ριχάρδου και μετέπειτα βασιλιάς Ιωάννης (1167- 1216), ο επονομαζόμενος Ακτήμων, είχε τοποθετήσει φρουρές εξοπλισμένες με βαλλίστρες σε όλα σχεδόν τα κάστρα του. Σημειώνουμε ότι στη «Μάγκνα Κάρτα» (τον καταστατικό χάρτη δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγκάστηκε να παραχωρήσει ο Ιωάννης στους Άγγλους το 1215, υπό την απειλή εμφυλίου πολέμου), περιλαμβανόταν ειδική διάταξη για τη διάλυση του σώματος των ξένων μισθοφόρων του Ιωάννη οι οποίοι ήταν εξοπλισμένοι με βαλλίστρες.

Η χρήση της βαλλίστρας διαδόθηκε ιδιαίτερα στην Ιταλία (όπου οι τεχνίτες αναδείχθηκαν σε πρωτοπόρους στην κατασκευή εξελιγμένων τόξων και μηχανισμών σκανδάλης και όπλισης για βαλλίστρες), αλλά και στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες.

Τα έμπειρα ιταλικά μισθοφορικά τμήματα ανδρών εξοπλισμένων με βαλλίστρες έγιναν περιζήτητα από τους Ευρωπαίους μονάρχες (στη Γαλλία, για παράδειγμα, ο μισθός ενός βαλλιστροφόρου ήταν διπλάσιος αυτού ενός πεζού στρατιώτη), ενώ ο μικρός σχετικά χρόνος εκπαίδευσης που απαιτείτο για την εκμάθησή της την κατέστησε ιδιαίτερα δημοφιλή για τον εξοπλισμό των πολιτοφυλακών διαφόρων μεσαιωνικών πόλεων.

Η βαλλίστρα αποτέλεσε επίσης κατ’εξοχήν όπλο βολής για τις φρουρές κάστρων και οχυρωμένων θέσεων όπου τα τείχη αντιστάθμιζαν το μειονέκτημα της χρονοβόρας διαδικασίας όπλισής της. Κατά τα τέλη του 12ου αιώνα η βαλλίστρα αποτελούσε ένα από τα πιο φονικά και για τον λόγο αυτό επίφοβα αλλά και μισητά όπλα στην Ευρώπη και ήταν συνηθισμένο να εκτελούνται όσοι βαλλιστροφόροι συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι.

Η Αγγλία ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία το τόξο ξεπέρασε σε σπουδαιότητα τη βαλλίστρα. Το διάσημο αγγλικό longbow (μακρό τόξο) αποτέλεσε εξέλιξη ενός βραχύτερου ουαλλικής προέλευσης τόξου, την αποτελεσματικότητα του οποίου φαίνεται ότι εκτίμησε ο Αγγλος βασιλιάς Ερρίκος Α’ (1100- 1135) κατά τις εκστρατείες που πραγματοποίησε εναντίον των Ουαλλών και το εισήγαγε με τροποποιημένη μορφή στον δικό του στρατό.

Μέχρι τον 13ο αιώνα το αγγλο-ουαλλικό αυτό τόξο εξελίχθηκε σε ένα πανίσχυρο όπλο βολής το οποίο είχε ύψος που έφθανε τα 2 m, ισχύ έλξης από 46 ως 82 kg, ενώ έβαλλε βέλη μήκους ως 90 cm και βάρους 70 gr. Είχε αποτελεσματικό βεληνεκές το οποίο υπερέβαινε τα 225 m (κατά τον 14ο αιώνα το αποτελεσματικό βεληνεκές των βαλλιστρών δεν ήταν πάνω από 180 m), μπορούσε να πετύχει ρυθμό βολής 10-12 βέλη ανά λεπτό (ενώ η βαλλίστρα 2-4 αντίστοιχα) και στα χέρια των έμπειρων Αγγλων επαγγελματιών τοξοτών ήταν εξίσου ακριβές, αν όχι ακριβέστερο από τη βαλλίστρα.

Ήταν ελαφρύτερο, περισσότερο εύχρηστο και πολύ ευέλικτο όπλο, καθώς μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση διαφόρων τύπων βολής, ατομικής ή ομαδικής. Το μακρό τόξο κατασκευαζόταν κυρίως από ξύλο ήμερης ελάτης (μάλιστα η καλύτερη ελάτη εισαγόταν στην Αγγλία από την Ισπανία και την Ιταλία, χώρες που χρησιμοποιούσαν κυρίως βαλλίστρες).

Η αποτελεσματικότητά του, η οποία αποδείχθηκε επανειλημμένα κατά τους επόμενους δύο αιώνες, οφειλόταν όχι τόσο στα τεχνικά χαρακτηριστικά του όσο στη μακρόχρονη εξάσκηση και στην πειθαρχία των Αγγλων τοξοτών και στην ευφυή τακτική χρησιμοποίησή τους από ηγέτες όπως ο Ερρίκος Γ’, ο Ερρίκος Δ’ (ο επονομαζόμενος Μαύρος Πρίγκηπας) και ο Ερρίκος Ε’. Από τον 14ο αιώνα και μετά στην Αγγλία η βαλλίστρα επισκιάσθηκε από το μακρό τόξο και πέρασε σε δεύτερη μοίρα (είναι χαρακτηριστικό ότι το στράτευμα του Ερρίκου Ε’ στη μάχη του Αζινκούρ, το 1415, περιελάμβανε μόνο 38 πολεμιστές εξοπλισμένους με βαλλίστρες, ενώ οι τοξότες του αριθμούσαν πάνω από 5.000 άνδρες).

Η βαλλίστρα αντιμέτωπη με το μακρό τόξο

Η ιστορική αντιπαράθεση της βαλλίστρας και του μακρού τόξου του μεσαίωνα καθιστά αναπόφευκτη τη σύγκριση μεταξύ τους από την άποψη της αποτελεσματικότητας, αλλά και της επίδρασής τους στην εξέλιξη των όπλων και των τακτικών μάχης.

Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι υπήρξε μια σαφής «γεωγραφική» διάκριση στη χρήση των δύο όπλων. Οπως προαναφέραμε, το μακρό τόξο έχει συνδεθεί ιστορικά κυρίως με τη μεσαιωνική Αγγλία και τους τοξότες της, ενώ η βαλλίστρα προτιμήθηκε από ολόκληρη σχεδόν την υπόλοιπη δυτική και κεντρική Ευρώπη (Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία, Ισπανία, Κάτω Χώρες). Οι λόγοι για την αγγλική προτίμηση στο μακρό τόξο ήταν πρακτικοί.

Οι Άγγλοι γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν τη βαλλίστρα, αλλά το μακρό τόξο – τουλάχιστον μέχρι τον 15ο αιώνα, οπότε κατασκευάστηκαν τόξα μεγάλης ισχύος για τις βαλλίστρες – αποδείχθηκε ισχυρότερο και περισσότερο ευέλικτο όπλο, όπως απέδειξε η έκβαση της μάχης του Κρεσύ κατά την εναρκτήρια φάση του Εκατονταετούς πολέμου στην οποία αντιπαρατέθηκαν τα δύο όπλα.

Οι εντυπωσιακές νίκες που πέτυχαν οι Αγγλοι στις μάχες του Κρεσύ (1346), του Πουατιέ (1356) και του Αζινκούρ (1415) χάρη στους τοξότες τους, δημιουργούν την εντύπωση ότι το μακρό τόξο ήταν το όπλο το οποίο επέδρασε καταλυτικά στην εξέλιξη του οπλισμού και των ευρωπαϊκών τακτικών μάχης.

Η αλήθεια είναι ότι η συνεισφορά του τόξου και της βαλλίστρας στην εξέλιξη της πολεμικής τακτικής ήταν παρόμοια ως προς τα αποτελέσματα και συντελέσθηκε με ανάλογο τρόπο. Η διατρητική ισχύς των βελών τόσο των τόξων, όσο και των βαλλιστρών τα κατέστησε «φυσικούς» αντιπάλους του βαριά οπλισμένου και θωρακισμένου ιππικού που κυριαρχούσε στα πεδία μάχης του μεσαίωνα.

Η τεχνική βελτίωση και η κατάλληλη τακτική χρησιμοποίηση των δύο αυτών όπλων βολής σε συνδυασμό με το πανάρχαιο όπλο κρούσης του πεζικού, τη λόγχη, εκτόπισε βαθμιαία το βαρύ ιππικό από την κύρια θέση του, αναδεικνύοντας και πάλι τη μαχητική αξία των καλοεκπαιδευμένων και πειθαρχημένων σχηματισμών πεζών στρατιωτών. Κλασικό ιστορικό παράδειγμα μιας σύγκρουσης η οποία σήμανε την επιστροφή του πεζικού στα ευρωπαϊκά πεδία μαχών, ως βασικού στοιχείου ενός ισορροπημένου σχηματισμού συνδυασμένων όπλων (πεζικού-ιππικού), θεωρείται η μάχη του Κρεσύ, που διεξήχθη στις 26 Αυγούστου 1346.

Στη μάχη εκείνη οι Αγγλοι τοξότες, αφού πρώτα απέδειξαν την ανωτερότητα του μακρού τόξου της εποχής νικώντας σε ένα είδος πρώιμης «μονομαχίας πυροβολικού» τους εξοπλισμένους με βαλλίστρες Γενοβέζους αντιπάλους τους, αποδεκάτισαν στη συνέχεια το βαρύ γαλλικό ιππικό. Το στράτευμα του Αγγλου βασιλιά Εδουάρδου Γ’ αριθμούσε 12.000 άνδρες, από τους οποίους οι 8.000 ήταν τοξότες, ενώ το στράτευμα του αντιπάλου του, Γάλλου βασιλιά Φιλίππου ΣΤ’, αριθμούσε 25.000 άνδρες από τους οποίους οι 6.000 ήταν Γενοβέζοι μισθοφόροι εξοπλισμένοι με βαλλίστρες. Οι γαλλικές απώλειες στη μάχη του Κρεσύ έφθασαν τους 4.000 νεκρούς ιππότες – οι υπόλοιποι νεκροί δεν καταμετρήθηκαν.

Οι αγγλικές απώλειες ήταν ελάχιστες, καθώς τα φονικά βέλη των μακρών τόξων συνέτριψαν τις αλλεπάλληλες επελάσεις του γαλλικού ιππικού. Οι λίγοι Γάλλοι που κατάφεραν να φθάσουν στις αγγλικές γραμμές σκοτώθηκαν από τους έφιππους ή πεζούς Αγγλους ιππότες οι οποίοι υποστήριζαν τους τοξότες.

Η εμφάνιση ισχυρότερων βαλλιστρών κατά τον 15ο αιώνα (ενώ η ισχύς των μακρών τόξων παρέμενε σχεδόν αμετάβλητη) έδωσε ένα προβάδισμα στις βαλλίστρες από την άποψη του αποτελεσματικού βεληνεκούς, αλλά το τόξο εξακολούθησε να αποτελεί πιο ευέλικτο όπλο. Ο ανταγωνισμός μεταξύ τόξου και βαλλίστρας έχασε τη σημασία του λίγες δεκαετίες αργότερα, όταν κατά τον 16ο αιώνα και τα δύο εκτοπίσθηκαν από τα πυροβόλα όπλα. Από την εποχή εκείνη μέχρι τις ημέρες μας έγιναν κατά καιρούς διάφορες δοκιμές για να συγκριθούν οι επιδόσεις των δύο όπλων.

Θα πρέπει όμως να διευκρινίσουμε πως ενώ έχουν διασωθεί λειτουργικά δείγματα βαλλιστρών του μεσαίωνα, δεν ισχύει το ίδιο για τα μακρά τόξα της αντίστοιχης περιόδου και έτσι δεν έχει γίνει δυνατή η απευθείας σύγκριση με τη χρήση αυθεντικών δειγμάτων των δύο όπλων. H σύγκριση της αποτελεσματικότητας της βαλλίστρας σε σχέση με το μακρό τόξο του μεσαίωνα βασίζεται είτε στις υπάρχουσες ιστορικές περιγραφές, είτε στη χρησιμοποίηση σύγχρονων αντιγράφων των μακρών τόξων της περιόδου.

Κατά τη σύγκριση μεταξύ των δύο όπλων αξιολογούνται το βεληνεκές, η ισχύς και η ακρίβειά τους, αλλά και άλλοι παράγοντες όπως είναι η ευκολία κατασκευής, το κόστος, η διάρκεια ζωής και η γενικότερη ευχρηστία. Στην περίπτωση των τόξων οι τρεις πρώτες παράμετροι εξαρτώνται από τον χρήστη πολύ περισσότερο απ’ότι στην περίπτωση της βαλλίστρας.

Ανεξάρτητα από τα χρησιμοποιούμενα υλικά και τις μεθόδους κατασκευής των τόξων (και των βελών), η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους από την άποψη του βεληνεκούς, της ισχύος και της ακρίβειας δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον από έναν κατάλληλα γυμνασμένο και εξασκημένο τοξότη.

Με βάση τα μέχρι στιγμής ευρήματα έχει υπολογιστεί ότι τα ισχυρότερα μακρά τόξα των 80 και πλέον κιλών απαιτούσαν μεγάλη σωματική δύναμη και επιδεξιότητα από τον σκοπευτή για να τεντωθούν πλήρως ώστε να δώσουν στο βέλος τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητά του. Αντίθετα στην περίπτωση της βαλλίστρας το βεληνεκές και η ισχύς εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τα τεχνικά χαρακτηριστικά του όπλου (και κυρίως την ισχύ και την ταχύτητα με την οποία αποδίδει την ενέργειά του το τεντωμένο τόξο) και όχι από τη δύναμη του σκοπευτή, ενώ η σκόπευση είναι ευκολότερη καθώς ο χρήστης δεν χρειάζεται να σκοπεύει και ταυτόχρονα να καταβάλλει δύναμη κρατώντας και αφήνοντας ο ίδιος τη χορδή με τον επιδέξιο τρόπο που απαιτείται στο τόξο.

Οι τοξότες ήταν στρατιώτες με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης (οι Αγγλοι τοξότες εκπαιδεύονταν από τα παιδικά τους χρόνια) και για τον λόγο αυτό κόστιζαν περισσότερο. Αντίθετα η χρήση της βαλλίστρας απαιτούσε πολύ λιγότερη εκπαίδευση. Η βαλλίστρα ήταν το πρώτο ουσιαστικά όπλο το οποίο επέτρεπε σε ανθρώπους με μικρή εκπαίδευση να τραυματίσουν ή να σκοτώσουν έναν καλοεκπαιδευμένο επαγγελματία πολεμιστή της εποχής διαπερνώντας την πανοπλία του.

Από την άποψη της ευκολίας και του κόστους κατασκευής τα τόξα υπερτερούσαν, επειδή αποτελούντο από λιγότερα μέρη και η κατασκευή τους ήταν πολύ απλούστερη από αυτή της βαλλίστρας. Οι βαλλίστρες από την άλλη πλευρά είχαν μεγαλύτερη αντοχή και διάρκεια ζωής, ιδίως αυτές των ύστερων μεσαιωνικών χρόνων που διέθεταν μεταλλικά τόξα.

Από την άποψη της ευχρηστίας τα τόξα υπερτερούσαν λόγω βάρους, διαστάσεων και ταχύτητας όπλισης, αν και η όπλιση της βαλλίστρας ήταν ευκολότερη διότι ο σκοπευτής μπορούσε να χρησιμοποιήσει και τα δύο του χέρια και τα πόδια ή το σώμα του για να σύρει τη χορδή, ενώ στις ισχυρότερες βαλλίστρες χρησιμοποιούσε κάποιο μηχανικό σύστημα όπλισης.

Επίσης η βαλλίστρα μπορούσε να οπλιστεί και να είναι έτοιμη για βολή αρκετά πριν χρειαστεί να βάλει. Ετσι ο σκοπευτής μπορούσε σε περίπτωση ανάγκης να βάλει αμέσως. Το βασικό μειονέκτημα της βαλλίστρας ήταν πάντα η χρονοβόρα (σε σχέση με το τόξο) διαδικασία όπλισης, που είχε ως αποτέλεσμα μικρότερο ρυθμό βολής (ένας καλός τοξότης μπορούσε να εκτοξεύσει 12 βέλη σε διάστημα ενός λεπτού ή 2 ως 5 φορές περισσότερα βέλη σε δεδομένο χρονικό διάστημα απ’ότι ο χρήστης μιας βαλλίστρας).

Όσον αφορά το βεληνεκές, η εμβέλεια των μακρών τόξων δεν διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά από τον 11ο αιώνα μέχρι το τέλος του μεσαίωνα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία ένας καλοεκπαιδευμένος τοξότης της εποχής μπορούσε να βάλει σε αποστάσεις ως και 350 m. Σε δοκιμές που έχουν γίνει με τη χρήση σύγχρονων αντιγράφων των μακρών τόξων του μεσαίωνα, έμπειροι σημερινοί τοξότες επιτυγχάνουν βολές από τα 315 ως τα 400 m.

Το 1914 ένας τοξότης (Ι. Σίμοτ) πέτυχε να εκτελέσει βολή σε απόσταση 416 m, ενώ έχει αναφερθεί βολή και σε απόσταση 434 m. Την εποχή της μάχης του Κρεσύ (1346) είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα μακρά τόξα των Αγγλων είχαν μεγαλύτερο βεληνεκές απ’ότι οι βαλλίστρες των Γενοβέζων αντιπάλων τους. Με την πάροδο του χρόνου οι βαλλίστρες έγιναν ισχυρότερες. Οι βαλλίστρες του 15ου αιώνα εκτόξευαν τα βέλη τους σε αποστάσεις 380-400 m (φυσικά χωρίς μεγάλες απαιτήσεις ακρίβειας στις αποστάσεις αυτές).

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Ραλφ Πέϋν- Γκάλγουεη χρησιμοποιώντας μια βαλλίστρα της μεσαιωνικής περιόδου, την οποία όπλισε με τη βοήθεια οδοντωτού μηχανισμού όπλισης, «έστειλε» ένα βέλος σε απόσταση 441 m. Είναι μάλλον σίγουρο ότι οι ισχυρότερες βαλλίστρες του ύστερου μεσαίωνα έφθαναν ή υπερέβαιναν σε βεληνεκές σχεδόν όλα τα μακρά τόξα της αντίστοιχης περιόδου.

Από την πλευρά της διατρητικής ισχύος των δύο όπλων, είναι γεγονός ότι τόσο τα μακρά τόξα όσο και οι βαλλίστρες μπορούσαν να διαπεράσουν τις πανοπλίες της εποχής σε αποστάσεις μικρότερες των 100 m, ανάλογα φυσικά και με τη γωνία πρόσπτωσης. Τα βέλη των μακρών τόξων ήταν μακρύτερα, αλλά όχι πάντα βαρύτερα από τα βέλη των βαλλιστρών (το βάρος ενός τυπικού βέλους μακρού τόξου έφθανε τα 71 gr, ενώ το βέλος μιας βαλλίστρας, το οποίο είχε το μισό μήκος, ζύγιζε ως και 85 gr), τα οποία εκτοξεύονταν με μεγαλύτερη αρχική ταχύτητα και είχαν μεγαλύτερη διατρητικότητα στις ενδιάμεσες αποστάσεις.

Έχει διαπιστωθεί ότι οι ισχυρότερες βαλλίστρες της τελευταίας μεσαιωνικής περιόδου μπορούσαν να διαπεράσουν πανοπλία και να σκοτώσουν σε αποστάσεις ως τα 180 m. Οι κοινές βαλλίστρες πάντως δεν θεωρούνται ισχυρότερες των μακρών τόξων.

Όσον αφορά την καθαρά μηχανική απόδοση των δύο όπλων, είναι γεγονός ότι τα τόξα των βαλλιστρών της εποχής εκείνης διέθεταν σαφώς μικρότερο μηχανικό «συντελεστή απόδοσης» απ’ότι τα μακρά τόξα. Με άλλα λόγια απέδιδαν πολύ μικρότερο ποσοστό της ενέργειας που αποθήκευαν, σε σχέση με τα μακρά τόξα. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι το μήκος του «τραβήγματος» (draw length) του τόξου της βαλλίστρας είναι πολύ μικρότερο σε σχέση με τα μακρά τόξα (λόγω του βραχύτερου τόξου) και δευτερευόντως στη βαρύτερη και χονδρύτερη χορδή που απαιτείται για να αντέξει τη μεγάλη ισχύ του τόξου.

Σε αυτόν τον τύπο όπλων η ταχύτητα του εκτοξευόμενου βέλους εξαρτάται από την ταχύτητα που επιτυγχάνουν τα άκρα του τόξου όταν αφεθεί η χορδή η οποία τα κρατά τεντωμένα. Έτσι, αν και το πολύ πιο δύσκαμπτο τόξο της βαλλίστρας αποθηκεύει περισσότερη ενέργεια όταν καμφθεί, τα άκρα του δεν έχουν τον χρόνο να φθάσουν τη μέγιστη ταχύτητα που θα καθιστούσε δυνατή η ποσότητα της αποθηκευμένης ενέργειας, ενώ η βαριά και χονδρή χορδή του απορροφά και αυτή αρκετά σημαντικό ποσοστό ενέργειας. Θα μπορούσαν βέβαια να χρησιμοποιηθούν τόξα μεγαλύτερου μήκους στις βαλλίστρες, αλλά τότε το βάρος και η δυσχρηστία του όπλου θα έφθαναν σε μη αποδεκτά επίπεδα.

Δοκιμές στη σημερινή εποχή έδειξαν ότι μια μεσαιωνική βαλλίστρα ισχύος 322 kg εκτοξεύει ένα βέλος με ταχύτητα 40-42 m/sec, μόλις 1,5 m/sec μεγαλύτερη αυτής που επιτυγχάνει ένα μακρό τόξο ισχύος 37 kg το οποίο εκτοξεύει βέλος σχεδόν διπλάσιου βάρους. Οι σύγχρονες βαλλίστρες, βέβαια, λόγω των προηγμένων υλικών κατασκευής τους, επιτυγχάνουν πολύ μεγαλύτερο συντελεστή απόδοσης. Για παράδειγμα μια σημερινή βαλλίστρα ισχύος 86 kg μπορεί να εκτοξεύσει ένα βέλος με ταχύτητα 88 m/sec, ενώ μια βαλλίστρα ισχύος 70 kg μπορεί να εκτοξεύσει βέλος με ταχύτητα 76 m/sec.

Η κατασκευή της μεσαιωνικής βαλλίστρας

Τα βασικά μέρη από τα οποία αποτελείτο μια βαλλίστρα των ύστερων χρόνων του μεσαίωνα ήταν: το τόξο, το ξύλινο κοντάκι, ο μηχανισμός της σκανδάλης και ο μηχανισμός όπλισης.

Το τόξο της μεσαιωνικής βαλλίστρας, το οποίο στερεωνόταν με τη βοήθεια συνεστραμμένων τενόντων ή σχοινιών στο εμπρόσθιο άκρο του κοντακιού, κάθετα ως προς τον άξονά του, ήταν βραχύ και εξαιρετικά δύσκαμπτο ώστε να μπορεί να αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες ενέργειας. Τα πρώτα τόξα που χρησιμοποιούντο στις βαλλίστρες ήταν κατασκευασμένα από απλό ξύλο, αλλά στη συνέχεια εμφανίστηκαν «σύνθετα» τόξα κατασκευασμένα από συγκολλημένα στρώματα ξύλου, κεράτου και τενόντων ζώων.

Όπως είναι γνωστό από τις σωζόμενες περιγραφές και τα ευρήματα, την εποχή του Ριχάρδου Α’ (12ος αιώνας) τα τόξα των βαλλιστρών κατασκευάζονταν από ξύλο, κέρατο και τένοντες για μεγαλύτερη αντοχή και δύναμη. Το τόξο καλυπτόταν με κόλλα ή δέρμα με επικάλυψη βερνικιού, ώστε να αποφεύγεται η διάβρωσή του από την υγρασία και να διατηρείται μαλακό και εύκαμπτο.

Τα διάφορα στρώματα υλικών από τα οποία αποτελούντο τα σύνθετα τόξα έπρεπε να συγκολληθούν με ισχυρές κόλλες για να αντέξουν την ισχυρή κάμψη που θα δέχονταν. Οι κόλλες της εποχής απαιτούσαν μεγάλο χρονικό διάστημα για να «δέσουν». Λέγεται ότι για την κατασκευή ενός καλού και αξιόπιστου σύνθετου τόξου χρειάζονταν ως και έξι μήνες για να στερεοποιηθεί και να δέσει η κόλλα.

Η χορδή του τόξου κατασκευαζόταν συνήθως από νήματα κάναβης, αλλά και από τένοντες ή λινάρι, ήταν δε αναγκαστικά χονδρή και βαριά. Στις αρχές του 14ου αιώνα (1314) καταγράφηκε για πρώτη φορά η χρησιμοποίηση μεταλλικού (χαλύβδινου) τόξου σε βαλλίστρα, η οποία γενικεύθηκε τον επόμενο αιώνα, καθώς η πρόοδος της μεταλλουργίας επέτρεψε την κατασκευή χαλύβδινων ελασμάτων (το μεταλλικό τόξο της βαλλίστρας δεν είναι παρά ένα χαλύβδινο έλασμα).

Τα μεταλλικά τόξα επέτρεψαν την κατασκευή βαλλιστρών μεγάλης ισχύος και αντοχής, αλλά και σταθερότερων χαρακτηριστικών, καθώς δεν επηρεάζονταν όπως τα ξύλινα από την υγρασία ή τις καιρικές συνθήκες, εκτός από την περίπτωση πολύ ισχυρού ψύχους. Τα μεταλλικά τόξα σπάνια «δένονταν» με τένοντες ή σχοινιά στο κοντάκι όπως τα προηγούμενα. Τις περισσότερες φορές στερεώνονταν με σιδερένιες γωνιές και σφήνες.

Η στήριξη του τόξου στο κοντάκι της βαλλίστρας έπρεπε να γίνει με προσοχή ώστε να εξασφαλιστεί η συμμετρία των δύο στελεχών του σε σχέση με τον άξονα του κοντακιού, η οποία είχε ιδιαίτερη σημασία για την ευθύγραμμη και ομαλή εκτόξευση του βέλους. Επίσης το τόξο έπρεπε να στερεωθεί στο κοντάκι με ελαφρά κλίση προς τα κάτω, έτσι ώστε η χορδή να τρίβεται ελάχιστα πάνω στο κοντάκι τη στιγμή της απελευθέρωσής της.

Το ξύλινο κοντάκι της βαλλίστρας ήταν απλό στην κατασκευή. Τις περισσότερες φορές ήταν ευθύγραμμο, τετράγωνης διατομής, με ελαφρές καμπύλες στο κάτω τμήμα του για την τοποθέτηση των χεριών και τον χειρισμό της σκανδάλης. Κατά τον ύστερο μεσαίωνα παρουσιάστηκαν και κοντάκια με κλίση παρόμοια με εκείνη των εμπροσθογεμών τυφεκίων της εποχής. Ο επικρατέστερος τύπος πάντως ήταν το ευθύγραμμο βραχύ ή μακρύτερο κοντάκι.

Το πρώτο ο χρήστης το κρατούσε με τα δύο χέρια, ενώ στην περίπτωση του δεύτερου τοποθετούσε το οπίσθιο τμήμα του πάνω στον ώμο του (το οπίσθιο άκρο του κοντακιού προεξείχε πίσω από τον ώμο του σκοπευτή) για να σκοπεύσει και να βάλει. Στην τελευταία περίπτωση ο σκοπευτής πίεζε τη σκανδάλη με τον αντίχειρα.

Το ευθύγραμμο κοντάκι τον υποχρέωνε να σηκώσει τη βαλλίστρα στο ύψος του ματιού του για να σκοπεύσει, ενώ στην περίπτωση του κοντακιού με κλίση σήκωνε το όπλο στο ύψος της παρειάς του, όπως στα τυφέκια. Αρχικά τα κοντάκια των βαλλιστρών δεν είχαν αύλακα αλλά ένα απλό στήριγμα πάνω στο οποίο «πατούσε» το βέλος. Οι πρώτες αναφορές για κοντάκια με αύλακα, που χρησίμευε ως ένα είδος «οδηγού» για το βέλος, εντοπίζονται για πρώτη φορά κατά τον 11ο αιώνα.

Ο μηχανισμός της σκανδάλης περιελάμβανε έναν μικρό περιστρεφόμενο κύλινδρο συγκράτησης της χορδής (ο οποίος αρχικά κατασκευαζόταν από οστά, ελεφαντόδοντο ή κέρατο και αργότερα από ορείχαλκο ή σίδηρο) με δύο εγκοπές. Στην πρώτη εγκοπή στηριζόταν η χορδή, ενώ στη δεύτερη εισερχόταν η σχαστηρία του μηχανισμού της σκανδάλης (ή απευθείας ο μοχλός της σκανδάλης), ακινητοποιώντας τον.

Μερικοί μηχανισμοί σκανδάλης διέθεταν ελατήριο για την επαναφορά της, ενώ άλλοι όχι. Λόγω της μεγάλης δύναμης που ασκούσε η τεντωμένη χορδή, ήταν αναγκαία η χρησιμοποίηση μοχλών σκανδάλης μεγάλου μήκους, αλλά ακόμη και τότε η πίεση που έπρεπε να ασκήσει ο σκοπευτής στη σκανδάλη για να απελευθερωθεί η χορδή ήταν σημαντική. Αρχικά ο κύλινδρος και τα υπόλοιπα μέρη του μηχανισμού της σκανδάλης της βαλλίστρας στρέφονταν γύρω από εγκάρσιους πείρους περασμένους απευθείας στο ξύλινο κοντάκι.

Σταδιακά όμως η καταπόνηση και η φθορά του ξύλου λόγω της χρησιμοποίησης ισχυρότερων τόξων, οδήγησαν στην εισαγωγή μεταλλικής (αρχικά ορειχάλκινης και αργότερα σιδερένιας) σκανδαλοθήκης, στις πλάκες της οποίας στηρίζονταν πλέον οι πείροι του μηχανισμού της σκανδάλης. Λέγεται ότι οι πλέον εξελιγμένοι (και «ελαφρείς») μηχανισμοί σκανδάλης για τις μεσαιωνικές βαλλίστρες κατασκευάζονταν από τεχνίτες της βόρειας Ιταλίας.

Αρχικά η όπλιση της βαλλίστρας γινόταν με τη χρήση των χεριών του σκοπευτή, ο οποίος συνήθως στήριζε το κοντάκι στο σώμα του και έσυρε με τα χέρια του τη χορδή. Κατά τον 12ο αιώνα εισήχθη η χρήση του αναβολέα στις βαλλίστρες. Μέσα στον αναβολέα, ο οποίος στερεωνόταν στο εμπρόσθιο άκρο της βαλλίστρας, ο σκοπευτής τοποθετούσε το πόδι του. Κατόπιν έσυρε τη χορδή με τα χέρια του ή την περνούσε από έναν κρίκο στη ζώνη και την έσυρε καθώς σηκωνόταν σε όρθια θέση.

Κατά τα τέλη του 13ου αιώνα εισήχθησαν τα πρώτα μηχανικά συστήματα όπλισης, που βασίζονταν σε ένα μάγγανο μικρού μεγέθους τοποθετημένο στο οπίσθιο τμήμα του κοντακιού. Ενα σχοινί με άγκιστρο στο εμπρόσθιο άκρο του έσυρε τη χορδή προς τα πίσω, καθώς ο σκοπευτής περιέστρεφε έναν ή δύο χειρομοχλούς τυλίγοντας το σχοινί γύρω από το μάγγανο.

Η πρώτη αναφορά περί αυτού του μηχανικού συστήματος όπλισης βαλλίστρας εντοπίστηκε σε χειρόγραφο του 1297 στη Γένοβα της Ιταλίας. Στα μέσα του 14ου αιώνα διαδόθηκε η χρήση ενός μοχλού για την όπλιση της βαλλίστρας, ο οποίος λόγω του σχήματός του έφερε την ονομασία «πόδι κατσίκας» (goat’s foot ή gaffle).

Η μάχη του Κρεσύ, το 1346, έδειξε ότι το αγγλικό μακρό τόξο ήταν ανώτερο όπλο στο πεδίο της μάχης, αλλά η χρήση και η εξέλιξη της βαλλίστρας συνεχίσθηκε τόσο στην Ιταλία, όσο και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Το 1373 αναφέρεται για πρώτη φορά η χρήση του cranequin για την όπλιση της βαλλίστρας.

Το cranequin βασιζόταν στη χρήση ενός ευθύγραμμου οδοντωτού κανόνα και ενός χειροστροφάλου ο οποίος περιέστρεφε ένα γρανάζι. Ο σκοπευτής περιέστρεφε τον χειροστρόφαλο, ο οδοντωτός κανόνας μετακινείτο προς τα πίσω με τη βοήθεια ενός γραναζιού και με τη βοήθεια ενός αγκίστρου έσυρε και όπλιζε τη χορδή του τόξου της βαλλίστρας.

Η χρήση του συστήματος αυτού, απαραίτητου για την όπλιση των εξαιρετικά δύσκαμπτων τόξων με τα οποία εφοδιάζονταν πλέον οι βαλλίστρες, γενικεύθηκε κατά τον 15ο αιώνα. Τότε κατασκευάστηκαν οι ισχυρότερες βαλλίστρες. Το τόξο τους απαιτούσε δύναμη ως και 690 kg για να οπλίσει και το βεληνεκές τους έφθανε τα 400 m.

Τα βέλη που χρησιμοποιούντο στις πολεμικές βαλλίστρες είχαν μήκος ως 45 cm (το μισό περίπου του μήκους των βελών του μακρού τόξου), ήταν συνήθως παχύτερα στο μέσο και λεπτότερα στα άκρα, έφεραν δε χαλύβδινες αιχμές διαφόρων τύπων μήκους 5 ως 7 cm. Μερικοί τύποι διέθεταν διπλές ή τριπλές αιχμές, άλλοι επίπεδες και άλλοι μυτερές, πεπλατυσμένες. Φονικότερος τύπος βελών (λόγω της μεγάλης διατρητικής τους ικανότητας) ήταν τα λεγόμενα quadrello (ιταλικά) ή quarrel (αγγλικά), τα οποία έφεραν επιμήκεις σφηνοειδείς αιχμές τετράγωνης διατομής που κατέληγαν σε μυτερό άκρο.

Τα πτερύγια των βελών των βαλλιστρών ήταν από διάφορα υλικά (φτερά, δέρμα, ακόμη και το ξύλο του κορμού του βέλους σκαλισμένο κατάλληλα), ενώ η διάταξή τους ήταν διαφορετική από την τυπική διάταξη των βελών των τόξων (για να μην καταστρέφονται κατά την επαφή τους με το κοντάκι). Το βαρύτερα βέλη των πιο ισχυρών βαλλιστρών ζύγιζαν ως και τρεις ουγγιές ή 85 gr.

Οι βαλλίστρες του μεσαίωνα δεν διέθεταν τα εξελιγμένα σκοπευτικά όργανα που βλέπουμε στις μεταγενέστερες κατασκευές. Συνήθως ένα στρογγυλεμένο ξύλινο ή μεταλλικό τεμάχιο στερεωνόταν στο πάνω οπίσθιο τμήμα του κοντακιού με δύο ή τρεις εγκοπές σε διαφορετικά ύψη, τις οποίες ο σκοπευτής ευθυγράμμιζε με το πάνω μέρος της κεφαλής του βέλους. Παρά το πρωτόγονο αυτό σύστημα σκόπευσης η σκοπευτική δεινότητα των χειριστών της βαλλίστρας κατά τον μεσαίωνα ήταν αξιοσημείωτη.

Από το 1550 ως το 1600 οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί στρατοί αντικατέστησαν τις βαλλίστρες (και τα τόξα) απομακρύνοντάς τις από τα πεδία των μαχών (στην Κίνα πάντως η βαλλίστρα παρέμεινε ως όπλο μέχρι και τον 19ο αιώνα, ενώ έχει διαπιστωθεί η χρήση της και κατά την εξέγερση των Μπόξερς).

Από τότε η χρήση της βαλλίστρας περιορίστηκε στο κυνήγι και στη σκοποβολή. Κατά την περίοδο αυτή ιδιαίτερα δημοφιλής έγινε η «σφαιροβαλλίστρα», ένας τύπος με διπλή χορδή και δερμάτινο θύλακα στο μέσο, μέσα στον οποίο τοποθετούντο μικροί λίθοι ή μολύβδινες σφαίρες. Αυτή χρησιμοποιείτο για το κυνήγι πουλιών και μικρών ζώων και για σκοποβολή.

Η χρήση της βαλλίστρας για κυνήγι παρέμεινε ιδιαίτερα δημοφιλής ενασχόληση στην Ισπανία μέχρι και τον 17ο αιώνα, σταδιακά όμως ατόνησε επειδή το όπλο αυτό υποκαταστάθηκε από τα πυροβόλα όπλα. Τον 19ο αιώνα σημειώθηκε μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τη βαλλίστρα ως όπλο κυνηγιού και σκοποβολής, η οποία συνεχίζεται ως τις ημέρες μας.

Ως όπλο πάντως η βαλλίστρα χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά μέχρι και τη σύγχρονη εποχή. Διάφοροι πειραματικοί τύποι βαλλίστρας αναπτύχθηκαν από τους Αμερικανούς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με στόχο την αθόρυβη εξουδετέρωση εχθρικού προσωπικού, αλλά η χρήση τους ήταν εξαιρετικά περιορισμένη επειδή προτιμήθηκαν τα εφοδιασμένα με σιγαστήρες πυροβόλα όπλα.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει αναφερθεί η χρήση βαλλίστρας σε διάφορες συγκρούσεις (για παράδειγμα, κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ). Ακόμη και σήμερα αρκετές ειδικές στρατιωτικές μονάδες φαίνεται να έχουν γι’ αυτή μια θέση στο οπλοστάσιό τους.