Βρυκόλακας: Πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία από την παράδοση

Βρυκόλακας: Πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία από την παράδοση

Η λαϊκή φαντασία γέννησε στην πάροδο των αιώνων μια μεγάλη ποικιλία υπερφυσικών πλασμάτων. Σατανικοί μάγοι, κακόβουλα ξωτικά, διαβολικά φαντάσματα και φρικαλέοι λυκάνθρωποι ενσαρκώνουν τους αρχέγονους φόβους του ανθρώπου.

Tο μυθολογικό αυτό πλαίσιο περιλαμβάνει και μια τάξη ευγενών, με κορυφαίο ανάμεσά τους τον κόμη Δράκουλα και το γένος των βρυκολάκων. Oι νεκροζωντανές αυτές οντότητες εξαπλώθηκαν ευρύτατα μέσω της λογοτεχνίας, ενώ ο κινηματογράφος τούς έδωσε την ευκαιρία να κατακτήσουν κυριολεκτικά τον κόσμο.

Ο βρυκόλακας ή βαμπίρ είναι μια δαιμονική οντότητα της νύκτας, που τρέφεται από το αίμα, τον φόβο και την ενέργεια των έμβιων όντων. Ο βρυκόλακας δεν είναι ούτε ζωντανός ούτε νεκρός αλλά, ακροβατεί σε μια λανθάνουσα μορφή ύπαρξης, ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.

Σύμφωνα με τη λαϊκή δεισιδαιμονία, οι βρυκόλακες είναι αμαρτωλοί ή καταραμένοι άνθρωποι που συνήθως έχουν βρει βίαιο θάνατο, αλλά χάρη σε κάποια δαιμονική δύναμη σηκώνονται τις νύκτες από τους τάφους τους διψώντας για ανθρώπινο αίμα.

Εμφανίζονται είτε με τη μορφή που είχαν όταν ζούσαν είτε με κάποιο τερατόμορφο παρουσιαστικό. Εχουν ακόμη τη δυνατότητα να μεταμορφώνονται σε ζώα (λύκο, νυκτερίδα κά.). Οταν αναγνωριστούν και εντοπιστούν εξουδετερώνονται με την καταστροφή του νεκρού σώματος στον τάφο του.

Οι σύγχρονες κινηματογραφικές πεποιθήσεις παρουσιάζουν τον βρυκόλακα ως έναν νεκροζώντανο σατανικό ήρωα, «απέθαντο», που συνήθως έχει γίνει βρυκόλακας ή από μία αιώνια κατάρα ή από το δάγκωμα ενός άλλου βρυκόλακα. Κυκλοφορεί μόνο τη νύκτα (ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας κοιμάται μέσα στο φέρετρό του σε κάποιο μυστικό κρησφύγετο), τρέφεται με το αίμα των θυμάτων του, τα οποία δαγκώνει στον λαιμό, φοβάται τον αγιασμό, τον σταυρό και τα σκόρδα, δεν έχει είδωλο στον καθρέπτη, έχει υπερφυσικές δυνάμεις και υπνωτικό βλέμμα, είναι γνήσιος ευγενής, κοσμοπολίτης, σαγηνευτικός και σοφός (ως συνέπεια της αθανασίας του). Μπορεί να εξολοθρευτεί με μια σφήνα στην καρδιά, με τη φωτιά ή με το φως του ηλίου.

Ο μύθος των βρυκολάκων χάνεται στα βάθη των χρόνων, εκεί όπου η ιστορική πραγματικότητα συσκοτίζεται από θρύλους και δοξασίες. Είναι πάντως σίγουρο ότι στους λαούς όλου του κόσμου, σε όλες τις εποχές, παρατηρούμε έναν παράξενο φόβο για τους νεκρούς προγόνους, τον φόβο ότι αυτοί μπορούν να βλάψουν τους ζωντανούς.

Οι αρχαίοι Έλληνες σε πολλές περιπτώσεις έδεναν τα σώματα των νεκρών πολεμιστών και λύγιζαν τις αιχμές των όπλων τους υπό τον φόβο μιας πιθανής νεκρανάστασης, ενώ οι διαμελισμοί νεκρών σε ορισμένες φυλές της Αφρικής στοχεύουν ακριβώς στην αποτροπή των νεκρών από το να στοιχειώνουν τους ζωντανούς.

Η πρώτη γραπτή αναφορά προέρχεται από ένα ντοκουμέντο του 1047, στο οποίο ένας Ρώσος πρίγκιπας χαρακτηρίζεται ως «upir» (απ’ όπου προέρχεται πιθανότατα και η σλαβική λέξη «βαμπίρ»). Οι ρίζες του μπορούν να ανιχνευτούν στις μυστικιστικές παραδόσεις της Ανατολής, ενώ μεταξύ των προτύπων του πρέπει να αναφερθούν ο Διάβολος του Θιβέτ, ο Κύριος του Θανάτου του Νεπάλ και ο Θεός του Χρόνου των Μογγόλων.

Πρόκειται για έναν νεκρό που δεν αποσυντίθεται, ενώ αντίθετα τις νύκτες αποκτά ζωή και εισβάλλει στις οικίες των ανθρώπων. Εκεί δαγκώνει τα κοιμισμένα θύματά του στον λαιμό και πίνει το αίμα τους οδηγώντας τα τελικά στον θάνατο ή στην ίδια με αυτόν κατάσταση. Ο βρυκόλακας αρχικά θεωρείτο ένα αδύναμο πλάσμα, χωρίς τις υπερφυσικές δυνάμεις που του απέδωσε η λογοτεχνία.

Έτσι, αναζητούσε τα θύματά του μόνο μεταξύ των παιδιών και των ηλικιωμένων. Οι οξυμένες αισθήσεις, η υπεράνθρωπη δύναμη και η δυνατότητα μεταμόρφωσης αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες στον μύθο, μάλλον για λόγους εντυπωσιασμού.

Κάθε αναζήτηση του «γενεαλογικού δένδρου» των βρυκολάκων αναπόφευκτα συναντά τον Βλαντ Τσέπες, πιο γνωστό ως κόμη Δράκουλα, ηγεμόνα της Βλάχιας το 1448, κατά την περίοδο 1456-1462 και το 1476. Κατά τα ταραγμένα εκείνα χρόνια μεταξύ των ηρωικών Βαλκάνιων πολεμάρχων, που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αναχαιτίσουν την οθωμανική πλημμυρίδα, η μορφή του Βλαντ διακρίθηκε.

Μια παράξενη, όμως, συγκυρία συνετέλεσε ώστε ο θρυλικός αυτός ηγέτης να χάσει όλα τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα και να «μεταμορφωθεί» σε έναν αιμοδιψή βρυκόλακα, αντί να παραμείνει στην Ιστορία ως ο μοναδικός αντίπαλος που οδήγησε τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή στα όρια της απελπισίας.

Ο Βλαντ Τσέπες ήταν γιος του Βλαντ Ντράκουλ και εγγονός του Μίρτσεα του Γηραιού, ηγεμόνα της Βλαχίας κατά την περίοδο 1386-1418 και νικητή των Οθωμανών στην περίφημη μάχη της Ροβίνε (1395). Ο Βλαντ γεννήθηκε το 1431 στην πόλη Σιγκισοάρα της Τρανσυλβανίας. Το 1456 -και μετά από πολλές περιπέτειες- ανέλαβε την ηγεσία της χώρας του.

Ο Βλαντ αντιμετώπισε τους πολιτικούς αντιπάλους του με πρωτοφανή αγριότητα. Το 1459 εξολόθρευσε περί τους 20.000 βογιάρους μαζί με τις οικογένειές τους και τους υπηρέτες τους. Στις κυρώσεις τις οποίες επέβαλε ήταν ανελέητος και χρησιμοποίησε σε πολύ μεγάλη έκταση την ποινή του ανασκολοπισμού, γι’ αυτό τον αποκάλεσαν Τσέπες (ανασκολοπιστή).

Η βιαιότητα του Βλαντ δεν περιορίστηκε στην αντιμετώπιση των βογιάρων. Ο ίδιος δεν δίστασε να επιβάλει σκληρότατες ποινές και στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα για το παραμικρό παράπτωμα. Αποπειράθηκε επίσης να εξαφανίσει από την κοινωνία της Βλαχίας όλους τους ηλικιωμένους, τους ανάπηρους και τους άπορους πολίτες, ομολογώντας με κυνισμό ότι εξολόθρευε αυτούς τους ανθρώπους για να μην υπάρχει κανείς πτωχός στη χώρα του, αλλά και για να τους απαλλάξει από τα βάσανά τους!

Οι απάνθρωπες αυτές πρακτικές δεν ήταν «εφεύρεση» του Τσέπες ή αποτέλεσμα κάποιας νοσηρής παρόρμησής του. Εντάσσονταν στα τυπικά μέτρα τα οποία λάμβαναν οι μονάρχες της Ευρώπης κατά τον 15ο αιώνα. Οι πτωχοί θεωρούντο βάρος για την υπόλοιπη κοινωνία και ομάδα ευπαθής στις επιδημίες και έτσι εξοντώνονταν με διάφορους τρόπους.

Ως προς τα μέτρα που εφάρμοσε για την οικονομία, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει το τοπικό εμπόριο, ο Βλαντ περιέστειλε τα επαχθή για τη Βλαχία προνόμια των Σαξώνων εμπόρων της Τρανσυλβανίας.

Το καλοκαίρι του 1462 ισχυρός Οθωμανικός Στρατός με επικεφαλής τον ίδιο τον Μωάμεθ Β’ εισέβαλε στη Βλαχία φιλοδοξώντας να προσθέσει άλλη μια σελίδα δόξας στη θυελλώδη πορεία του στη χερσόνησο του Αίμμου. Ο Βλαντ, όμως, εφαρμόζοντας με συνέπεια την τακτική της «καμένης γης» και διενεργώντας συχνές αιφνιδιαστικές επιθέσεις, άρχισε να καταπονεί τις αντίπαλες δυνάμεις.

Μέσα σε αυτή την καταθλιπτική ατμόσφαιρα της πορείας των σουλτανικών στρατευμάτων, σε μια χώρα όπου ο θάνατος καραδοκούσε παντού, ο τολμηρός πολέμαρχος εξαπέλυσε την περίφημη νυκτερινή επίθεση της 17ης Ιουνίου 1462. Σύμφωνα με τον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη, ο Τσέπες επιτέθηκε με 10.000 πολεμιστές. Η επίθεση φωτιζόταν από αναμμένους δαυλούς, ενώ εκατοντάδες βούκινα ηχούσαν δαιμονισμένα συνθέτοντας μια σκηνή Αποκάλυψης.

Το πρώτο φως της ημέρας ανάγκασε τον Τσέπες να αποσυρθεί (όπως αποσύρεται κάθε φορά ο ομώνυμος μυθιστορηματικός ήρωας, από λόγους ενστίκτου, στις δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες), αφήνοντας πίσω του ένα διαλυμένο στρατόπεδο και έναν τρομοκρατημένο σουλτάνο. Παρόλα αυτά οι Οθωμανοί συνέχισαν την πορεία τους προς την τότε πρωτεύουσα της Βλαχίας Τιργκόβιστε. Σε πολύ μικρή απόσταση από την πόλη υπέστησαν έναν τρομερό κλονισμό. Σε μήκος τριών και πλάτος ενός χιλιομέτρου απλωνόταν ένα «δάσος» από 20.000 ανασκολοπισμένους συμπατριώτες τους. Ο ήδη καταπτοημένος Μωάμεθ διέταξε υποχώρηση.

Το 1476 ο Βλαντ έπεφτε νεκρός, πιθανώς από τα δολοφονικά στιλέτα δυσαρεστημένων βογιάρων, αν και κάποιες άλλες ιστορικές πηγές αναφέρουν τους Οθωμανούς ως δολοφόνους του θρυλικού ηγεμόνα.

Ο Βλαντ σύντομα λησμονήθηκε από την πολυωνυμία των διαδόχων του και την ταχύτατη εναλλαγή των καταστάσεων που ακολούθησαν. Οι θρύλοι, ωστόσο, εξακολούθησαν. Κατά τους επόμενους αιώνες διαμορφώθηκε μια εξαιρετικά πλούσια και αντιφατική φιλολογία γύρω από το πρόσωπό του.

Η φιλολογία αυτή συνοψίζεται σε δύο κύρια είδη αφηγήσεων: στις «σλαβονικές ιστορίες» και στις «γερμανικές αφηγήσεις». Οι πρώτες διαδόθηκαν στη νοτιοανατολική Ευρώπη, που ήταν περισσότερο εκτεθειμένη στον οθωμανικό κίνδυνο. Σε αυτές εξαίρεται η απαράμιλλη γενναιότητα του Τσέπες και αυτός παρουσιάζεται ως ένα πρότυπο αυστηρού αλλά δίκαιου μονάρχη.

Οι δεύτερες διαδόθηκαν στην κεντρική και τη δυτική Ευρώπη και τον παρουσιάζουν ως έναν αιμοβόρο τύραννο που, για να ικανοποιήσει τις νοσηρές ορέξεις του, παρακολουθούσε τα βασανιστήρια των θυμάτων του. Αυτές οι αφηγήσεις εκπορεύονταν από ένα περιβάλλον εχθρικό απέναντι στον Βλαντ (δηλαδή τους γερμανόφωνους εμπόρους των οποίων ο Βλάχος ηγεμόνας είχε καταργήσει τα προνόμια, και την Αυλή του Ούγγρου βασιλιά Κορβίνου, που πάσχιζε να βρει δικαιολογία ώστε να πείσει τον πάπα και τη Βενετία για την εγκατάλειψη του αντιοθωμανικού μετώπου). Τα γερμανικά κείμενα απομόνωσαν συγκεκριμένες αναφορές στη βιαιότητα του «Δράκουλα», τις διόγκωσαν και τις παρουσίασαν χωρίς αιτιολόγηση.

Οι σλαβονικές ιστορίες παραδέχονταν τη σκληρότητα του Βλαντ, την έκριναν όμως απαραίτητη για την επιβολή της δικαιοσύνης. Επιπλέον, έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στα ηρωικά κατορθώματα του φοβερού εκείνου πολεμιστή και τον προέβαλλαν ως τον κυματοθραύστη έναντιον της οθωμανικής επέκτασης. Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, εξάλλου, εξύμνησε συχνά τον γενναίο ηγεμόνα, ενώ μέχρι σήμερα είναι ένας από τους εθνικούς ήρωες της Ρουμανίας και πίνακές του κοσμούν τις σχολικές αίθουσες της χώρας.

Το 1855 εκδόθηκε στη Γερμανία το διήγημα ενός ανώνυμου συγγραφέα. Επρόκειτο για τη φανταστική ιστορία του κόμη Ατζο βαν Κλάτκα, ενός παράξενου ευγενούς που διαβιούσε απομονωμένος σε έναν πύργο στα Καρπάθια Ορη. Ο Κλάτκα επιτέθηκε στην κόρη του γείτονά του, ενός Αυστριακού ευγενούς. Αυτή άρχισε να χάνει τις δυνάμεις της, να χλωμιάζει και να παρουσιάζονται πληγές στον λαιμό της.

Την ίδια περίοδο ο μυστηριώδης κόμης γινόταν όλο και νεώτερος. Στο τέλος της ιστορίας οι διώκτες του Κλάτκα αναγκάζονται να του καρφώσουν δέκα μεγάλα καρφιά στο κεφάλι για να τον σκοτώσουν. Αργότερα, το 1897, ένας άσημος Ιρλανδός συγγραφέας, ο Μπραμ Στόκερ εξέδωσε ένα μυθιστόρημα για τον «Δράκουλα» (ουσιαστικά μια παραλλαγή του διηγήματος του ανώνυμου συγγραφέα). Σε αυτή την ιστορία ο βρυκόλακας εγκαταλείπει τον οικογενειακό του πύργο στα Καρπάθια, για να εγκατασταθεί στο Λονδίνο.

Η τεράστια δημοτικότητα την οποία γνώρισε το βιβλίο αυτό εγκαινίασε μια μακρά σειρά ανάλογων δημοσιευμάτων. Αργά αλλά σταθερά ο «Δράκουλας» έχανε τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του και μεταμορφωνόταν σε ένα διαβολικό ον. Οι Ρουμάνοι έβλεπαν τον εθνικό τους ήρωα να κηλιδώνεται αναίτια, χωρίς να μπορούν να εμποδίσουν τη συλλογική ψύχωση που καταλάμβανε τη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Οι υπερφυσικές ικανότητες του αιμοδιψούς τέρατος, η αριστοκρατική του συμπεριφορά και ο αγώνας για την καταστροφή του αποτέλεσαν ελκυστικά στοιχεία για τη σύγχρονη βιομηχανία θεάματος, η οποία έσπευσε να εκμεταλλευθεί τον μύθο, με πολλές μεταφορές παράλληλων ιστοριών στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη. Εκτός από κάποιες αόριστες αναφορές στον Βλάχο ηγεμόνα, είναι γενική η διαπίστωση ότι ο κινηματογραφικός ήρωας δεν έχει καμία σχέση με το ιστορικό πρόσωπο (εξαίρεση αποτελεί η ρουμανική ταινία με τίτλο «Βλαντ Τσέπες», η οποία προβλήθηκε το 1976).

Μια ακόμη ιστορία αίματος, που ανάγεται στον θρύλο των βρυκολάκων, αφορά την Ελίζαμπεθ Μπάθορυ, ευγενή πιθανώς ουγγρικής καταγωγής, η οποία γεννήθηκε το 1560. Σε μικρή ηλικία πανδρεύτηκε τον κόμη Φέρεντς Ναντάσντυ. Ο κόμης ήταν στρατιωτικός και έλειπε συχνά από την οικογενειακή εστία. Τότε ήταν που άρχισε η δαιμονική συμπεριφορά της Μπάθορυ με βασανιστήρια στο πολυπληθές υπηρετικό προσωπικό. Κάθε υποψία παράβασης των αυστηρών κανονισμών της τιμωρείτο με φρικώδεις τρόπους. Το 1604 ο κόμης πέθανε και η Μπάθορυ εγκαταστάθηκε στο οικογενειακό της φέουδο, κοντά στην Μπρατισλάβα.

Αυτός ο τόπος έμελλε να εξελιχθεί στο σκηνικό των πιο απεχθών εγκλημάτων της. Αναστατωμένη από τα πρώτα σημάδια γήρατος, η Μπάθορυ στράφηκε στη μαύρη μαγεία, αναζητώντας μέσα από λουτρά αίματος, κυρίως νεαρών παρθένων, να διατηρήσει τη νεότητά της. Ετσι κέρδισε το όνομα με το οποίο έμεινε στην Ιστορία: «Ματωμένη Κόμισσα». Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η Μπάθορυ άρχισε να συναντά δυσκολίες στην εξεύρεση νεαρών γυναικών ως υπηρετριών (πάντα επέλεγε τα θύματά της από το υπηρετικό προσωπικό), γιατί οι φήμες για τις δραστηριότητές της είχαν διαδοθεί στην περιοχή. Τότε, ακολουθώντας τη συμβουλή της συνεργάτιδάς της Ερζι Ματζόροβα, σκότωσε δύο ευγενείς νεαρές γυναίκες. Ηταν η αρχή του τέλους.

Η κόμισσα συνελήφθη στις 29 Δεκεμβρίου 1610. Κατηγορήθηκε για σαδιστικές δολοφονίες, για βαμπιρισμό και λυκανθρωπία. Στη δίκη αποκαλύφθηκε το προσωπικό της ημερολόγιο, στο οποίο είχε σημειώσει τα ονόματα και των 850 θυμάτων της! Το περίεργο της υπόθεσης είναι πως, ενώ όλοι οι συνεργάτες της Μπάθορυ εκτελέστηκαν, η ίδια καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη σε απόλυτη απομόνωση.

Το πιθανότερο είναι πως δεν την σκότωσαν υπό τον φόβο μιας νεκρανάστασης και αμείλικτου κυνηγητού των εκτελεστών της. Ορισμένοι μελετητές υποστήριξαν ότι οι δικαστές πίστευαν πως ήταν ήδη νεκροζώντανη, άρα δεν είχε κανένα νόημα να την σκοτώσουν! Η Μπάθορυ πέθανε φυλακισμένη στις 21 Αυγούστου 1614. Ενταφιάστηκε με συνοδεία εξορκιστικών τελετών, ενώ ο πύργος της θεωρήθηκε στοιχειωμένος και εγκαταλείφθηκε.

Εκτός, όμως, από τους αιμοσταγείς φεουδάρχες, στην εξάπλωση του μύθου των βρυκολάκων φαίνεται πως συμμετείχε, έστω ακούσια, η χριστιανική θρησκεία. Μέχρι το Σχίσμα του 1054 η Εκκλησία δεν είχε καταλήξει σε μια συγκεκριμένη στάση στο ζήτημα αυτό. Τελικά και τα δύο δόγματα υποστήριξαν ότι ο βρυκόλακας αποτελεί όργανο του Σατανά και μπορεί να καταπολεμηθεί με τα σύμβολα της Πίστης, τον Αγιασμό, το Αντίδωρο και τον Εσταυρωμένο.

Με τούτο τον τρόπο, όμως, η Εκκλησία παραδεχόταν την ύπαρξη βρυκολάκων και, αντί να καταφέρει να εκριζώσει αυτή την ειδωλολατρική δεισιδαιμονία, την διέσπειρε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εκατοντάδες κληρικοί αναπαρήγαγαν τον μύθο με μελέτες και συγγράμματα για την καταπολέμηση των βρυκολάκων προκαλώντας μαζική υστερία κυρίως κατά το διάστημα 1600-1800, με μαζικές εκταφές, πυρπολήσεις και ανασκολοπισμούς πτωμάτων.

Μοιραία ο πανάρχαιος μύθος του βρυκόλακα αναζωπυρώθηκε και στην Ελλάδα, κυρίως στα νησιά του Αιγαίου που γνώρισαν τη φραγκική κυριαρχία. Πολύ γρήγορα η τυπολογία των αιτίων της μετάβασης στην κατάσταση του βρυκόλακα εμπλουτίστηκε επικίνδυνα. Στους νεκρούς εγκληματίες προστέθηκαν οι αφορισμένοι, οι αβάπτιστοι και οι νεόνυμφοι.

Επόμενο ήταν το φαινόμενο να λάβει διαστάσεις μαζικού παραληρήματος. Οι βρυκόλακες εμφανίζονταν παντού, ακόμη και την ημέρα, κατέστρεφαν τις εσοδείες, προκαλούσαν επιδημίες (ο Παναγής Σκουζές στο «Χρονικό της σκλαβωμένης Αθήνας» αναφέρει μια επιδημία πανώλης στο χωριό Φίλα της Χαλκίδας το 1791, για την οποία θεωρήθηκαν υπεύθυνοι οι βρυκόλακες), αφάνιζαν τα κοπάδια, ευθύνονταν για τη στειρότητα των γυναικών και τη θνησιμότητα των παιδιών. Ενα πραγματικό κυνηγητό βρυκολάκων άρχισε τότε στα ελληνικά νησιά, ιδιαίτερα στη Σαντορίνη, όπου η θειούχος σύσταση του εδάφους καθυστερούσε ή και απέτρεπε την αποσύνθεση των νεκρών.

Αναφορές Ευρωπαίων περιηγητών κάνουν λόγο για εκταφές πτωμάτων, αφαίρεση της καρδιάς τους και βράσιμο σε ξύδι, καύση των λειψάνων και ρίψη της στάκτης στη θάλασσα. Μόνο τότε η Εκκλησία, κατανοώντας την υστερία που είχε προκαλέσει, προσπάθησε να διαφωτίσει το ποίμνιό της (όχι με μεγάλη επιτυχία πάντως). Από λόγιους μοναχούς γράφτηκαν εκατοντάδες πραγματείες στις οποίες γινόταν μια απόπειρα εκλογίκευσης του θέματος. Ο Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Πηδάλιο καταδικάζει όσους ασχολούντο με τέτοια θέματα.

Το ελληνικό δαιμόνιο, ωστόσο, δεν μπορούσε να αφήσει τον βρυκόλακα παντοδύναμο δυνάστη των ανθρώπων. Γι’ αυτό του «έθεσε» κάποιους σοβαρούς περιορισμούς και εφηύρε αποτελεσματικά μέτρα προστασίας. Ετσι οι βρυκόλακες εμφανίζονται κάθε νύκτα, αλλά στη Σαντορίνη δεν εμφανίζονται ποτέ το Σάββατο, στην Πρέβεζα ποτέ την Κυριακή, στην Τήνο την Παρασκευή κλπ. Στη Μακεδονία, μάλιστα, εμφανίζονται μόνο τις νύκτες με πανσέληνο.

Το λάλημα του μαύρου κόκορα τους τρέπει σε φυγή και, ως συνέπεια, αυτού του είδους οι κόκορες δεν καταλήγουν ποτέ στο τραπέζι της οικογένειας ως έδεσμα (στη Χίο οι τυχεροί κόκορες είναι λευκού χρώματος)! Στη Σκιάθο πιστεύουν ότι ο βρυκόλακας κυνηγά μόνο τους συγγενείς του. Στην Κρήτη, αν περπατά κανείς μόνος του τη νύκτα και ακούσει μια φωνή να τον καλεί, απλώς δεν πρέπει να απαντήσει, γιατί πιθανότατα πρόκειται για κάποιον βρυκόλακα ο οποίος θα τον πάρει μαζί του.

Σε πολλά νησιά οι βρυκόλακες περισσότερο προκαλούν ζημιές και τρομάζουν τους ανθρώπους παρά τους πίνουν το αίμα. Για παράδειγμα, πετροβολούν τους ιερείς, καταστρέφουν τα έπιπλα των σπιτιών και καταναλώνουν τα τρόφιμα από τα κελάρια.

Στη Σκιάθο, οι κάτοικοι αν δουν βρυκόλακα ή φάντασμα γενικότερα, αρκεί να τον πετροβολήσουν με το αριστερό χέρι. Ακόμη, τοποθετούν πίσω από τις πόρτες των σπιτιών έναν σταυρό από καλάμια ή ένα αλιευτικό δίκτυ δεμένο με κόκκινη κλωστή. Στην Κρήτη ζωγραφίζουν στις πόρτες τους μια ανοικτή παλάμη. Στη Σαντορίνη σφραγίζουν τις κλειδαρότρυπες με αντίδωρο. Στη Νίσυρο όσοι κυκλοφορούν νύκτα φέρουν πάντα μαζί τους ένα μαχαίρι βρεγμένο με αγιασμό.

Στη Μυτιλήνη τοποθετούν έναν μικρό σταυρό στο στόμα του νεκρού μόλις ξεψυχήσει και ραντίζουν τον τάφο του με αγιασμό και λάδι, ενώ στο Καστελόριζο αφήνουν δίπλα στο καντήλι του σπιτιού του νεκρού ένα ποτήρι νερό για 40 ημέρες, ώστε να πίνει η ψυχή του νεκρού, να ξεδιψά και να μην αποζητά αίμα. Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο βρυκόλακας σε όλα τα νησιά είναι ότι φοβάται ιδιαίτερα το αλμυρό νερό, γι’ αυτό και δεν πλησιάζει ποτέ στη θάλασσα!

Ασβέστης, αλμυρό νερό, βραστό λάδι, ξύδι, σκόρδα, κρεμμύδια, κερί εκκλησίας, μαυρομάνικα μαχαίρια, σπαθιά, ξύλο ελιάς και συκιάς, καρφιά από φέρετρο ή ακόμη και κοινά, λοστός από φτυάρι νεκροθάπτη, βραστό νερό, πέτρες με ζωγραφισμένους σταυρούς, λευκά κεριά, αγιασμός, αντίδωρο, θείες εικόνες, σταυρός, λάδι από καντήλι, θειάφι, φωτιά, καρδιά ή γλώσσα από γουρούνι, στάκτη από τζάκι ιερέα, λευκά κεριά, καινούργια αλιευτικά δίκτυα, πυρωμένα σίδερα, όλα αυτά αποτελούν το πλούσιο «οπλοστάσιο» του Ελληνα για τη μάχη του απέναντι στον βρυκόλακα.

Η πλέον αξιόπιστη μαρτυρία η οποία μας επιτρέπει να ρίξουμε φως σε αυτό τον σκοτεινό μύθο προέρχεται από τον ιατρό του Αυστριακού Στρατού Γιόχαν Φλούτσινγκερ, που στις 26 Ιανουαρίου 1732 κλήθηκε να συμμετάσχει, μαζί με άλλον έναν ιατρό, δύο αξιωματικούς του στρατού και τον τοπικό ιερέα στην εξόντωση ενός βρυκόλακα σε μια μικρή πόλη κοντά στο Βελιγράδι.

Ανασκάπτοντας το «ύποπτο» μνήμα η επιτροπή βρέθηκε μπροστά σε ένα άθικτο πτώμα παρά την πάροδο πολλών μηνών από τον θάνατό του. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος αποσύνθεσης, τα νύχια και τα γένια του είχαν μεγαλώσει, ενώ στα χείλη του υπήρχαν ίχνη αίματος. Οταν ένα μέλος της ομάδας κάρφωσε το στήθος του με έναν πάσσαλο, ο νεκρός έβγαλε μια ανατριχιαστική κραυγή, ενώ αίμα ανάβλυσε από την πληγή.

Φαινομενικά δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να πειστεί κάποιος ότι η επιτροπή παρέστη πραγματικά στην εξόντωση ενός βρυκόλακα. Ομως οι επιστημονικές εξηγήσεις γι’ αυτό το φαινόμενο είναι πάρα πολλές. Η έλλειψη αποσύνθεσης μπορεί να αποδοθεί σε ορισμένες εδαφολογικές συνθήκες που συμβάλλουν στη διατήρηση του πτώματος για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δριμύ ψύχος (Ιανουάριος) και πιθανώς η απουσία οξυγόνου να συνέβαλαν δραστικά στη διατήρηση του πτώματος. Για την κραυγή του νεκρού ευθύνονται τα αέρια που είχαν συσσωρευτεί στο εσωτερικό του σώματος (πρώιμο στάδιο αποσύνθεσης). Ωθούμενα από τον πάσσαλο εξαναγκάστηκαν να περάσουν από τον λάρυγγα παράγοντας έναν ανατριχιαστικό θόρυβο.

Με τη διάνοιξη της πληγής στο στήθος θα διέφυγαν αέρια συμπαρασύροντας πτωματικά υγρά χρωματισμένα με αίμα, δίνοντας στον παρατηρητή την εντύπωση της αιμορραγίας. Οσον αφορά τις τρίχες και τα νύχια του νεκρού, είναι γνωστό πως συνεχίζουν να μεγαλώνουν για αρκετές ημέρες μετά τον θάνατο.

Μια ανάλογη μαρτυρία προέρχεται από τον Ιωσήφ Πιττόν, άρχοντα του Τουρνεφόρ, σύμβουλο του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΔ’, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας των Επιστημών, διδάκτορα της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων και καθηγητή βοτανικής και ιατρικής στο Κολλέγιο της Γαλλίας.

Ο Πιττόν παρευρέθη στην αφαίρεση της καρδιάς ενός «βρυκόλακα» τον Οκτώβριο του 1700 στη Μύκονο. Να πώς το περιγράφει: «Ο χασάπης της πόλης, αρκετά γέρος και πάρα πολύ αδέξιος, άρχισε να του ανοίγει την κοιλιά αντί το στήθος. Εψαξε ώρα πολλή μέσα στα εντόσθια χωρίς να βρει ό,τι ζήταγε…

Στο μεταξύ το πτώμα βρωμούσε τόσο πολύ, που αναγκάστηκαν να καίνε λιβάνι. Μα ο καπνός του λιβανιού, καθώς ανακατευόταν με τη μπόχα που έβγαινε από το πτώμα, δυνάμωνε τη δυσωδία, έτσι που άρχισε να τους χτυπά στο μυαλό, τους φτωχούς αυτούς ανθρώπους. Η φαντασία τους ξέφρενη από το θέαμα, έβλεπε οράματα. Ισχυρίζονταν πως ένας πηχτός καπνός έβγαινε μέσα από το πτώμα. Δεν τολμούσαμε να πούμε πως ήταν ο καπνός του λιβανιού…

Πολλοί από τους παρευρισκόμενους βεβαίωναν πως το αίμα του δυστυχισμένου πτώματος ήταν κατακόκκινο. Ο χασάπης ορκιζόταν ότι το σώμα ήταν κατάζεστο. Απ’ αυτά συμπέραιναν πως ο πεθαμένος δεν ήταν πεθαμένος ή, για την ακρίβεια, είχε ζωντανέψει από ενέργεια του Σατανά… Δεν αμφιβάλλω πως, αν δεν ήμασταν παρόντες, θα ισχυρίζονταν πως το πτώμα ούτε καν βρωμούσε… Κι όταν μας ρώτησαν τι εμείς νομίζαμε για τον πεθαμένο αυτόν, απαντήσαμε πως ήμασταν βέβαιοι ότι ήταν για καλά πεθαμένος.

Καθώς όμως θέλαμε να καταπραϋνουμε, ή τουλάχιστον να μην ερεθίσουμε την αρρωστημένη τους φαντασία, τους εξηγήσαμε πως δεν ήταν παράδοξο το ότι ο χασάπης παρατήρησε κάποια θερμοκρασία μέσα στα σπλάχνα, γιατί αυτή προερχόταν από το ότι αυτά σάπιζαν. Και επίσης δεν ήταν αφύσικο το ότι έβγαιναν απ’ αυτά κάποιοι ατμοί, αφού πάντα βγαίνουν ατμοί από την κοπριά, όταν την ανακατεύουμε. Οσο για το αίμα που ισχυρίζονταν κατακόκκινο, φαινόταν ακόμα πάνω στα χέρια του χασάπη και δεν ήταν παρά ένας πολτός που βρωμούσε αφόρητα».

Η σύγχρονη βιομηχανία του θεάματος έχει εκμεταλλευθεί τόσο πολύ τον μύθο του βρυκόλακα, ώστε αυτός αντιμετωπίζεται χωρίς κανέναν φόβο ακόμη και από μικρά παιδιά, αφού η εικόνα του τα προσεγγίζει ακόμη και μέσα από διαφημίσεις ή σειρές κινουμένων σχεδίων. Η κατάσταση όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Οι σλαβικοί λαοί που μετέφεραν τον θρύλο από τις αχανείς ρωσικές στέπες αντιδρούσαν με ακραίες σκυλεύσεις νεκρών και μόνο στην απλή υποψία της εμφάνισης του «γιου του διαβόλου».

Οι αμαθείς και προληπτικοί χωρικοί της μεσαιωνικής Ευρώπης, προσπαθώντας να απαλλαγούν από τις μεταφυσικές τους επιδημίες μετά από μια σειρά ανεξήγητων θανάτων (πιθανότατα από κάποια επιδημική ασθένεια), ήταν έτοιμοι να κατηγορήσουν ένα δαιμονικό ον και να προχωρήσουν άμεσα στην καταστροφή του επιτυγχάνοντας έτσι την κάθαρση με τρόπο ανάλογο των θυσιών στους πατρογονικούς θεούς.

Και ποιο ήταν αυτό το δαιμονικό ον; Χωρίς αμφιβολία κάποιος που εν ζωή είχε εγκληματική, άδική, ή απλώς αντικοινωνική συμπεριφορά και η κοινότητα τον έθετε στο περιθώριο. Αυτή η περιθωριοποίηση τον ακολουθούσε και μετά θάνατον. Ετσι, ο βρυκόλακας ενέχει τον ρόλο του εξιλαστήριου θύματος και η καταστροφή του προσφέρει στην κοινότητα συναισθηματική ικανοποίηση και απαλλαγή από ενοχές.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες πολλές ασθένειες, σωματικές και ψυχικές, θεωρούντο παλαιότερα αδιάσειστες αποδείξεις ότι ο ασθενής ήταν βρυκόλακας. Ο άτυχος που θα προσβαλλόταν από κάτι που δεν καταλάβαινε ο περίγυρός του ήταν καταδικασμένος να απομακρυνθεί, να θεωρηθεί δαιμονισμένος και να πεθάνει μόνος σε κάποια ερημιά. Μια τέτοια ασθένεια είναι η αναιμία, στην οποία ο πάσχων εμφανίζει έντονη ωχρότητα, κόπωση, δυσκολία στην αναπνοή και πεπτικές διαταραχές.

Το άτομο που θα εμφάνιζε τέτοια συμπτώματα εύκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί θύμα επίθεσης βρυκόλακα και η κοινότητα θα το απομόνωνε έντρομη. Ας φανταστούμε, λοιπόν, αυτόν τον δυστυχή άνθρωπο να ζει μόνος του και τις νύκτες να βγαίνει από το καταφύγιό του αναζητώντας απεγνωσμένα τροφή. Τι τρόμο θα προκαλούσε σε όποιον τον συναντούσε!

Μια άλλη πάθηση που παραπέμπει άμεσα στον μύθο είναι η καταληψία. Αυτή είναι μια διαταραχή του νευρικού συστήματος που προκαλεί την πλήρη κατάρρευση του σώματος για λίγα λεπτά έως μερικές ημέρες. Εξαιτίας της ο ασθενής λιποθυμά, οι μυς του σκληραίνουν και οι αισθήσεις του πόνου και της θερμότητας σχεδόν νεκρώνονται.

Μια επιπόλαια ιατρική εξέταση μπορούσε να πιστοποιήσει ότι ο ασθενής ήταν νεκρός. Όταν, όμως ανακτούσε τις αισθήσεις του, δικαιολογημένα προκαλούσε τρόμο στην κοινότητα, η οποία μετά το αρχικό σοκ έσπευδε να στείλει οριστικά στον κόσμο των σκιών τον άτυχο συντοπίτη.

Η κατάσταση υπερέβαινε κάθε όριο όταν κάποιοι από τους ασθενείς συνέρχονταν μετά τον ενταφιασμό τους! Μετακινούντο, φώναζαν μέσα από τους τάφους τους, έσπαγαν το φέρετρο, έσκαβαν απεγνωσμένα με τα νύχια τους προσπαθώντας να πάρουν αέρα. Τι εντύπωση άραγε θα προκαλούσε μια τέτοια εικόνα σε έναν επισκέπτη του νεκροταφείου;

Μια σπάνια ασθένεια που ταιριάζει σχεδόν απόλυτα με τον μύθο του βρυκόλακα είναι η πορφυρία. Αυτή είναι μια κληρονομική ασθένεια του αίματος. Ο οργανισμός του πάσχοντος δεν μπορεί να παραγάγει σωστά την αιμογλοβίνη, μια πρωτεϊνη που μεταφέρει το οξυγόνο στα κύτταρα του αίματος.

Τα συμπτώματα ποικίλλουν ανάλογα με τα συστατικά που ο οργανισμός πρέπει να μεταβολίσει, αλλά σε γενικές γραμμές οι ασθενείς πάσχουν από αναιμία, καθώς και υπερβολική ευαισθησία του δέρματος στην ηλιακή ακτινοβολία, γεγονός που τους αναγκάζει να κινούνται μόνο τη νύκτα. Λόγω ινώδους εκφύλισης του δέρματος, τα χείλη και τα ούλα τους σκληραίνουν και συρρικνώνονται αποκαλύπτοντας τα δόντια.

Παράλληλα βασανίζονται συχνά από οξύτατους πόνους στην κοιλιά και το στομάχι (οι οποίοι επιτείνονται με τη λήψη αλκοόλ), νιώθουν ξαφνικές αδυναμίες, παράλυση στα άκρα και φθάνουν συχνά σε βίαιες υστερικές εκρήξεις.

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η δράση του σκόρδου, που σε ένα υγιές άτομο διεγείρει την παραγωγή αιμογλοβίνης. Αντίθετα σε έναν τέτοιο ασθενή το σκόρδο εντείνει τα συμπτώματα της πορφυρίας. Μετά από όλα αυτά είναι τυχαίο άραγε το γεγονός ότι οι βρυκόλακες έχουν υπερφυσικούς κυνόδοντες, δεν αντέχουν το φως του ηλίου δεν πίνουν ποτέ κρασί, μισούν το σκόρδο και είναι έντονα επιθετικοί;

Πολύ σημαντικό ρόλο επίσης στη δημιουργία του μύθου διαδραμάτισε και το περιβάλλον. Το ψυχρό, σκοτεινό και απειλητικό τοπίο των χωρών της βόρειας και της κεντρικής Ευρώπης γέννησε μια μεγάλη ποικιλία υπερφυσικών πλασμάτων. Στα πυκνά δάση, στις παγωμένες λίμνες, στα σκοτεινά σπήλαια και στα ομιχλώδη ερείπια των κάστρων φώλιασαν μάγοι, φαντάσματα, ξωτικά, βρυκόλακες, λυκάνθρωποι, έτοιμοι να προξενήσουν ανά πάσα στιγμή κακό στον άνθρωπο.

Δεν είναι τυχαίο πως τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας είναι απομονωμένα σε μακρινούς τόπους ή χρόνους, μη απειλώντας άμεσα τους ανθρώπους. Ο ήρωας πρέπει να μεταβεί στο άνδρο τους και να αναμετρηθεί μαζί τους (Θησέας-Μινώταυρος, Ηρακλής-Κέρβερος, Περσέας-Μέδουσα, Οδυσσέας-Κύκλωπες). Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά σε μια χώρα λουσμένη στον ήλιο.

Στη μεσαιωνική Ευρώπη ο βρυκόλακας ήταν απαραίτητος για τη διατήρηση της συνοχής της κοινότητας. Σήμερα, όμως, πώς δικαιολογείται το γεγονός ότι διατηρεί αμείωτη τη γοητεία του; Το πιθανότερο είναι πως ο μύθος των βρυκολάκων συνδυάζει πολλά στοιχεία βαθιά ριζωμένα στην κοινή, πανανθρώπινη αντίληψη. Το αίμα, σύμβολο της ζωής, αποτελεί το πολυτιμότερο αγαθό κάθε ζωντανού οργανισμού, άρα και επίζηλο στόχο κάθε δαιμονικού πνεύματος.

Ο φόβος του σκοταδιού, του ενταφιασμού εν ζωή, του θανάτου αποτελούν κοινά σημεία σε όλους τους ανθρώπους. Ο βρυκόλακας είναι νυκτόβιος, ενσαρκώνοντας όλους αυτούς τους αρχέγονους φόβους. Από την άλλη πλευρά, ο βρυκόλακας έχει κατακτήσει κάτι που για μας τους θνητούς είναι αδύνατο αλλά και τόσο επιθυμητό: την αιώνια ζωή.

Σήμερα ο μελαγχολικός κόμης Δράκουλας δεν είναι πια το αιμοδιψές τέρας που τρομοκρατούσε τα χωριά της Τρανσυλβανίας. Το μυθικό αυτό πλάσμα προσωποποιεί τους φόβους μας επιτρέποντας την αντιμετώπισή τους, σε συμβολικό έστω επίπεδο. Αυτή του και μόνο η προσφορά είναι αρκετή για να δικαιώσει τον θρύλο της αθανασίας του.

Προηγούμενο άρθροΗ Γαλλική αεροπορία στον πόλεμο της Αλγερίας (1954 – 1962)
Επόμενο άρθροΜάχη του Χουέ (1968) Η πανωλεθρία των Αμερικανών
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ