Ξυπνά μέσα μου η ζήλια; Οι υποψίες σε βασανίζουν;

Ξυπνά μέσα μου η ζήλια; Οι υποψίες σε βασανίζουν;

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Ή αλλιώς, τι τραβάς εσύ (και οι υπόλοιποι δίπλα σου), όταν ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι ο φίλος σου κοιτάζει (και καμιά φορά αγγίζει) άλλες γυναίκες.

Ας μην το κάνουμε θέμα. Δεν είναι και το καλύτερο πράγμα να χαντακώνεις τον εγωισμό σου, να γίνεσαι ένα με το χώμα ή να κάνεις βουτιά στις χαράδρες του Καιάδα, μόνο και μόνο γιατί οι υποψίες σου δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις ή γιατί βγαίνουν αληθινές. Και δεν είναι καλύτερο όχι μόνο για σένα (μια που χάνεις πάσα ιδέα για τον εαυτό σου), αλλά ούτε για τους φίλους σου (που κι αυτοί το ίδιο παθαίνουν όταν σε βλέπουν να σέρνεσαι), τους συγγενείς σου (“τι έχει και δεν τρώει αυτό το κορίτσι;”), τους συναδέλφους σου (“καλέ, όλη μέρα στο τηλέφωνο είναι αυτή;”) και γενικά οποιονδήποτε άνθρωπο σε συναντήσει κι έχει τη στοιχειώδη νοημοσύνη να καταλάβει ότι μάτια πρησμένα, μύτη κόκκινη και μυαλό χαμένο στο διάστημα ίσον “έχω ένα μυστικό κρυμμένο στης καρδιάς τα βάθη”.

Και καλά αν σε κοιτάξει απλά και προσπεράσει. Αν σε ρωτήσει τι έχεις, τι θα του πεις; Πως ήσουνα μια χαρά κοπέλα, με τα ψώνια σου, τις εκδρομές σου, τα Τζιν Κέλι σου, μέχρι που ανακάλυψες αυτό το χαρτάκι με το τηλέφωνο στην τσέπη του Στέφανου και ήταν σαν να σου άδειαζαν έναν κουβά παγάκια την ώρα που κοιμόσουν;

Γιατί αυτό το τηλέφωνο, άγνωστο πώς, δε σου θύμιζε νούμερο υδραυλικού ή πιτσαρίας (τι στο καλό, δύο χρόνια μένετε μαζί, κάτι τέτοια τα ξέρεις), αλλά σου κάνει κάτι πιο επικίνδυνο, το οποίο αποφασίζεις εδώ και τώρα να εξακριβώσεις προς μεγάλη σου αγωνία. Και τότε ακούς το εξής υπέροχο στην άλλη άκρη: “Νιάου, νιάου, η Κούκι είναι σπίτι, αλλά δε φτάνει να σηκώσει το ακουστικό κι εγώ λείπω. Αφήστε το μηνυματάκι σας και δε θα σας ξεχάσουμε”. Και κατεβάζεις το ακουστικό. Και σε πιάνει μια ταχυπαλμία.

Δεν μπορεί, λάθος έκανες, λες, και ξαναπαίρνεις. Και ξανακούς νιαουρίσματα. Όπου εδώ το πράγμα δε σηκώνει αμφιβολία. Αποκλείεται να είναι η οδοντογιατρός του ή η θεία Ζηνοβία από το χωριό. Επίσης, αποκλείεται η “νιάου νιάου” να είναι κοντή, χοντρή, να φοράει γυαλιά και μαζεμένα φουστανάκια – γενικώς αποκλείεται να έχει πάνω της τίποτα το συντηρητικό.

Το πρόσωπο της θα φέρνει προς Σέλμα Χάγεκ, το κορμί της προς Ελίζαμπεθ Χάρλεϊ και το μπρίο της προς Πάμελα Άντερσον (συμφορά μου). Και θα θέλει το δικό μου άντρα. Έτσι, αφού φτιάχνεις το τέλειο σενάριο με πρωταγωνίστρια την ιδανική γυναίκα (την άλλη) και πρωταγωνιστή τον Στεφανάκο σου, βάζεις θεατές τον εξής ένα: εσένα. Δε νομίζεις ότι κάτι πρέπει να κάνεις γι’ αυτό;

My name is Katina

Αφήστε με να γίνω μια παλιοκατίνα, να τον πονέσω, να τον πληγώσω, που λέει και το τραγούδι. Αφήστε να βγάλω το άχτι μου, γιατί, αν και χωρίς αποδείξεις, η διαίσθησή μου λέει ότι δεν κάνω λάθος. Ροζ ιστορία μου μυρίζει, πιο ροζ και από τις σαπουνόπερες που κορόιδευα. Κι εγώ τόσα χρόνια που πίστευα ότι αγαπιόμαστε, ότι νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλο, αγνοώντας τις πλάγιες ματιές του στα πέριξ όταν εγώ κοίταζα βιτρίνες (κι εκείνος νόμιζε ότι ήμουνα τυφλή), τα επιδοκιμαστικά σφυρίγματα και τα “ουπς, τι μπεμπέτο είσαι εσύ” την ώρα που χάζευε στην τηλεόραση (κι εγώ δήθεν δεν άκουγα) και διάφορα άλλα σχόλια που, όταν πολλαπλασιάζονται, σου σπάνε τα νεύρα.

Αφήστε με να του δείξω τι εστί βερίκοκο τη στιγμή που αυτός με έχει εκεί, σίγουρη σαν την Ιντεραμέρικαν και υπομονετική σαν την Πηνελόπη (όχι του λοχαγού Κορέλι – του Oδυσσέα) και πιστεύει ότι εγώ κάνω δίαιτα με κουτόχορτο και πίνω νερό στ’ όνομά του. Γιατί εμένα, λόγω του καθημερινού πάρε δώσε, ο κύριος με συνήθισε πια και μου το λέει.

Προχθές μάλιστα μου είπε κάτι νόστιμο που διάβασε κάπου, ότι δηλαδή και μπριζόλα να τρως κάθε μέρα τη βαριέσαι, κι εγώ του αποκρίθηκα ότι, “πρώτον, σ’ ευχαριστώ που με παρομοιάζεις με μπριζόλα κι όχι με τηγανητό αβγό και, δεύτερον, ο Πολ Νιούμαν απάντησε στο προηγούμενο “γιατί να φάω φαστφούντ, όταν έχω στο σπίτι μου φιλέτο;””.

Αυτό όμως που δεν του είπα είναι ότι εμένα και το παιδί στο βενζινάδικο μου κάνει τα γλυκά μάτια και ο συνάδελφος ο Κώστας, που είναι καινούριος στη δουλειά και δεν ξέρει ότι έχω σχέση, μου έχει προτείνει, όχι μία αλλά τρεις φορές, να πάμε κάπου για γουικέντ και διάφορα άλλα που δεν είναι του παρόντος. Αλλά δε μιλάω.

O Στέφανος όμως δεν το ‘χει σε τίποτα να μαζεύει χαρτάκια με τηλέφωνα από γάτες και άλλα ζώα και να τα ξεχνάει στις τσέπες του. Τώρα που το σκέφτομαι, είχαμε συναντήσει πέρσι στις διακοπές μια άγνωστη (για μένα) κοπέλα που τον χαιρέτησε από μακριά με το όνομά του και του μιλούσε επί δέκα ολόκληρα λεπτά και που όταν τον ρώτησα ποια ήταν, ο Στέφανος μου είπε ότι δεν ήξερε. Πολύ απλά, μίλαγε με μια άγνωστη, σιγά το πράμα, θέμα θα το κάνουμε τώρα; Λες να ήταν αυτή;

Νιώθω ηλίθια και προδομένη. Νομίζω ότι όλοι στο δρόμο ξέρουν τι περνάω και με κοιτάνε κοροϊδευτικά από το κεφάλι και πάνω. Επίσης, νομίζω ότι μόνο σε μένα συμβαίνουν αυτά τα τραγικά και ότι στη δύσκολη στιγμή δεν μπορεί κανείς να μου απαλύνει τον πόνο, παρά μόνο ο Στέφανος, που ποιος ξέρει πού νιαουρίζει τώρα, που αν τον είχα μπροστά μου, θα του ‘δινα μια σβουριχτή στον πονεμένο αυχένα του – ο οποίος έχει πάθει ψύξη και δεν μπορεί να στρίψει.

Και αφού θα τον αιφνιδίαζα, ο Στέφανος θα καταλάβαινε το λάθος του και θα με παρακαλούσε να τα ξεχάσουμε όλα και να κάνουμε μια νέα αρχή, γιατί σαν κι εμένα καμιά. Κι όσο θα μου τα ‘λεγε αυτά θα με γέμιζε χάδια, φιλιά και άλλα πονηρά.

Όμως εγώ δεν πέφτω τόσο εύκολα, κι επειδή το όνομά μου πια είναι Κατίνα, θέλω να τον δω να σέρνεται, ενώ ονειρεύομαι με ανείπωτη ευτυχία τη στιγμή που θα λιώνει μες στην αμφιβολία του, όπως έλιωνα εγώ τόσες μέρες για πάρτη του, όπως πέρασα αμέτρητα βράδια άυπνη, κόντεψα μέχρι και έρπη να πετάξω από την κρυφή μου ζήλια, για να μην πω για τους ανυποψίαστους ανθρώπους που την πλήρωσαν επειδή έτυχε να βρεθούν μπροστά μου την ώρα που φανταζόμουν τα χίλια όργια μες στο σπίτι της ψιψίνας.

Στο τέλος κατέληγα μυξοκλαίγοντας να αναρωτιέμαι τι έχει αυτή που δεν έχω εγώ και να καταστρώνω σχέδια εξόντωσης του αντιπάλου: να τον πυροβολώ στα πόδια (αυτά τα πόδια που τον πάνε στις άλλες), να τον κλοτσάω -ξέρετε σε ποιο σημείο- ή να τους πιάνω στα πράσα. Όταν θα ήθελα να το χοντρύνω, θα εφάρμοζα τον Μακιαβέλι:

Θα έπαιρνα Νέα Υόρκη από το κινητό του και θα το άφηνα ανοιχτό, θα γινόμουν φίλη με την άλλη (φίλη-φίδι) και μια μέρα το Στεφανάκι θα μας έβρισκε να πίνουμε καφέ, αλλά το καλύτερο θα ήταν την ώρα που κάνουμε σεξ, πάνω στο ντελίριο, εγώ να τον φωνάξω με άλλο όνομα, “γιατί, αγάπη μου, για μένα είσαι όλοι οι άντρες του κόσμου”.

Όσο τα σκέφτομαι αυτά, τόσο τα λαμπάκια μου αρχίζουν να αναβοσβήνουν σαν χαλασμένο φωτορυθμικό, τα χρώματά μου παίζουν μεταξύ κόκκινου-κίτρινου-πράσινου σαν φανάρι της τροχαίας και όσο πάω, μοιάζω περισσότερο με τις μάγισσες του Ίστγουικ παρά με κανονικό άνθρωπο. Γιατρέ μου, θα ζήσω;

Βοήθεια χριστιανοί, κοντεύω να φλιπάρω

Ζηλεύω όποια τον κοιτά και όποια του μιλάει. Ζηλεύω, είναι αλήθεια, αλλά η ζήλια δε θα με πάρει από κάτω (μ’ έχει ήδη πάρει, αλλά το λέω για παρηγοριά), γιατί βλέπω πόσο εύκολο είναι να χαθείς ψάχνοντας τρόπους να πάρεις το αίμα σου πίσω και πόσο κρύο είναι τελικά το πιάτο που λέγεται εκδίκηση.

Γιατί η εκδίκηση είναι λυτρωτική στην αρχή, αλλά μετά μπορεί να γίνει καταστρεπτική για το θύμα και για το θύτη. Η καημένη η Δυσδαιμόνα πλήρωσε με τη ζωή της τη ζήλια του Oθέλου, ενώ σε μια πιο σύγχρονη βερσιόν του ίδιου δράματος, στο Black Οut, ο φωτογράφος Κλέων Γρηγοριάδης ζηλεύει αφόρητα την πρώην φίλη του Μυρτώ Αλικάκη που πήγε και τα έφτιαξε με τον πιλότο Άλκη Κούρκουλο, γι’ αυτό καταστρώνει ένα σχέδιο ελέγχου του ζευγαριού, που παρασέρνει όμως τους δύο άντρες στο θάνατο.

Εγώ πάλι δεν το βλέπω τόσο τραγικά. Δε θέλω κανείς να πεθάνει? απλά θέλω το Στεφανάκι να τσουρουφλιστεί. Όμως, πριν περάσω στην πράξη, πρέπει να αποφασίσω κάποια πράγματα. Πρώτον, να τον παρακολουθήσω εγώ ή να το δώσω στον Oυζούνη; Δεύτερον, να ψάξω τα πράγματά του ή να το παίξω κυρία;

Τρίτον, να του πετάξω σπόντες ή την αλήθεια στα μούτρα, τάχα μου ότι τα ξέρω όλα; Και αν κάνω λάθος; Και αν η “νιάου νιάου” είναι η ξαδέλφη του η Σούλα από την Αμαλιάδα και ξεφτιλιστώ; Oπότε καλύτερα να έχω αποδείξεις. Ας πάρω όμως πρώτα και μια δεύτερη γνώμη, αφού μες στην αναμπουμπούλα μου το τόσο μπορεί να το έχω κάνει τόσο.

Δε φταίει όμως η θολούρα μου, γιατί πράγματι το τόσο μπορεί να ήταν ακόμη μεγαλύτερο, αφού όλες οι φίλες μου είχαν και μια πονεμένη ιστορία να μου πουν. O πρώην φίλος της Μάρως φλέρταρε την μπαργούμαν σε ένα κλαμπ μπροστά στα μάτια της και μετά δε θυμόταν τίποτα, γιατί ήταν -λέει- μεθυσμένος. O αρραβωνιαστικός της Πέννυς, στις διακοπές που είχαν πάει σ’ ένα νησί με άλλα δύο ζευγάρια, την έστειλε ένα βράδυ στο δωμάτιο να κοιμηθεί, επειδή παραπονιόταν ότι ήταν κουρασμένη.

Oι άλλες δύο κοπέλες τη συνόδεψαν για παρέα, αλλά στο δρόμο ξενύσταξαν και είπαν να ξαναγυρίσουν στη Χώρα όλες μαζί και να κάτσουν, για πλάκα, μακρύτερα από τους φίλους τους, για να δουν τις αντιδράσεις τους. Η πλάκα αποδείχτηκε όμως παράτολμη, γιατί τους είδαν να ψήνουν κατάσταση με μια παρέα κοριτσιών -που συνεχώς χαχάνιζαν λες και είχαν συναντήσει τους πιο χιουμορίστες άντρες της υφηλίου-, ζήλεψαν, θύμωσαν και ορκίστηκαν εκδίκηση.

Άντρες διαθέσιμους δεν ήταν δύσκολο να βρουν, και όλοι μαζί ήρθαν και κάθισαν δίπλα στην παρέα των φίλων τους, που όλως τυχαίως τους κόπηκε κάθε διάθεση για τσιλιμπούρδισμα, όταν είδαν ότι οι νυσταγμένες γυναίκες τους κάθε άλλο παρά κοιμόντουσαν. Από τότε η Πέννυ και ο αρραβωνιαστικός πηγαίνουν μαζί για ύπνο στις διακοπές για παν ενδεχόμενο.

Η δική μου περίπτωση ήταν κάπως διαφορετική. Το τέλος δεν είχε δοθεί ακόμα, ο Στέφανος δεν είχε πάρει χαμπάρι κι εγώ δεν ήξερα πού βάδιζα. Αυτό που ήξερα ήταν ότι η ζωή μού αποδεικνύει έμπρακτα ότι ζηλεύω, παρά τις διάφορες θεωρίες που είχα μέχρι τώρα για το άτομό μου, οπότε, μια που δεν μπορώ να το αποφύγω, καλύτερα να το απολαύσω. Γιατί το πάθος της ζήλιας έχει και τα καλά του.

Διώχνει τα περιττά κιλά (με τόσο τρέξιμο και άγχος δε μένει λίπος πάνω σου), εξαφανίζει ανία, πλήξη και άλλες υπαρξιακές ανησυχίες (πού να προλάβεις να αγχωθείς τώρα για το δείκτη Ντάου Τζόουνς, όταν ο Στέφανος σου τα φοράει και δε μιλάει κιόλας), σε κάνει πιο έξυπνη, πιο αεράτη, πιο έτοιμη-για-όλα γυναίκα, αφού τόση εξάσκηση μυαλού ούτε ο Σέρλοκ Χολμς δεν κάνει.

Ειδικά όταν νιώθεις να απειλείσαι από άγνωστη μοιραία ύπαρξη, που έχει βάλει στο μάτι τον γκόμενό σου, ε, τότε ακόμη και η κακιά Τζόαν Κόλινς είναι ένα τίποτα μπροστά σου. Το κυριότερο όμως είναι ότι η ζήλια ανανεώνει τον έρωτα, δίνει φτερά στη φαντασία, σε κάνει πιο ερωτεύσιμη και πιο ανοιχτή σε προτάσεις.

Γιατί ο Στέφανος μη νομίζετε ότι είναι και κανένας σπουδαίος τύπος. Τι του βρήκα, δεν ξέρω. Ένας υπάλληλος τράπεζας είναι, με φάτσα μέσου ανθρώπου, σώμα μέσου ανθρώπου και χαρακτήρα μία από τα ίδια. Και ξαφνικά ο καθημερινός Στέφανος μεταμορφώθηκε σε σκοτεινό αντικείμενο πόθου άλλης γυναίκας και, ένα περίεργο πράγμα, όσο πιο πολύ τον θέλει η άλλη, τόσο περισσότερο τον θέλω κι εγώ.

Έπιασα δηλαδή τον εαυτό μου να σκέφτεται τι φοβερό χαμόγελο έχει, τι όμορφα που είναι τα χέρια του και πόσο θέλω να κάνω σεξ μαζί του εδώ και τώρα. Αφού αρέσει τόσο σε μια ξένη, θα πει ότι έχει κρυμμένες χάρες που εγώ δεν πρόλαβα να δω όσο σκιζόμουν να κάνω άλλα πράγματα απ’ το να ξεζουμίζω τον Στέφανο. Γιατί να θέλουμε πάντα ό,τι δεν έχουμε;

Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση στη ζήλια

Ένας κανόνας στα μαθήματα κακίας λέει: “Η μάχη χάθηκε, όχι όμως και ο πόλεμος”. Έτσι, ρώτησα τον ίδιο τον Στέφανο για το “νιάου νιάου” τηλέφωνο. Εκείνος -αφού πρώτα φώναξε γιατί ψάχνω στις τσέπες του, γιατί επεμβαίνω στα δικά του και άλλα που παρέβλεψα, γιατί σκοπό είχαν να με παραπλανήσουν- μου απάντησε σαν άντρας.

Δηλαδή, τα μπουρδούκλωσε και μου ξεφούρνισε κάτι τρελά, ότι ένας συνάδελφός του είχε τη “νιάου νιάου” γκόμενα κι επειδή τα χάλασε μαζί της και ήθελε να την εκδικηθεί, έδωσε το τηλέφωνό της στους υπόλοιπους του γραφείου να της κάνουν πλάκα. Και πού ξέρω εγώ ότι μου λέει αλήθεια; Ρώτησέ την αν το όνομα Στέφανος της λέει κάτι και θα δεις ότι δεν ξέρει, μου είπε. Ξαφνικά όμως ξενέρωσα. Σιγά μην κάθομαι να το ψάξω κι άλλο. Oύτε η Γκλεν Κλόουζ δεν το έψαχνε τόσο πριν βράσει το κουνέλι (ή ήταν άλλο ζώο;) του Μάικλ Ντάγκλας.

O Στέφανος δε με απατάει, ο Στέφανος έγινε πάλι ο καθημερινός άντρας που ήξερα. Η αλήθεια μπορεί να είναι ωραία και ανακουφιστική, αλλά είναι βαρετή. Όχι, δεν είμαι μαζόχα. Μου αρέσει ο άντρας δίπλα μου να είναι μόνο δικός μου, απλώς η ζήλια με ξύπνησε. Με έκανε να ξεβολευτώ και να νιώσω κάτι από το νεανικό σκίρτημα του πρώτου έρωτα. Παράλογο, ε; Ένας άλλος κανόνας από τα μαθήματα κακίας λέει: “Μην αφήνεις την κακία να πάρει ύψος. Ψαλίδισέ την όσο είναι ακόμα θάμνος”. Γι’ αυτό, Στέφανε, πρόσεχε. Κρατάω ψαλίδι!

Ζήλια μου…

Το να ζηλεύεις τον αγαπημένο σου λόγω μιας γυναίκας είναι φυσικό. Τι γίνεται όμως όταν η ζήλια σου αφορά και άλλα πρόσωπα;

Στις πρώτες μας διακοπές συναντήσαμε ένα φίλο του από το στρατό, πολύ καλό παιδί. Εγώ όμως ζήλευα που δεν τον είχα όλο δικό μου, προφασίστηκα πονοκέφαλο και φύγαμε απ’ το νησί. Στο πλοίο, όλως περιέργως, γιατρεύτηκα κι έτσι κατεβήκαμε στο επόμενο λιμάνι και συνεχίσαμε τις διακοπές μας.

  • Χαρούλα, 22 ετών

Δύο χρόνια μετά το χωρισμό μας συνάντησα τον πρώην μου με τη δικιά του. Ένιωσα λες και με είχε προδώσει. Όταν βγήκαμε οι δυο μας για καφέ, ξαναθυμήθηκα τα αρνητικά του και φεύγοντας ένιωσα τεράστια ανακούφιση.

  • Ιφιγένεια, 27 ετών

Ζήλεψα πολύ όταν ο καλύτερός μου φίλος καψουρεύτηκε μια κοπέλα. Του πετούσα συνεχώς σπόντες γι’ αυτήν και περίμενα να τα χαλάσουν. Στο τέλος μαλώσαμε και παρόλο που ο δεσμός τους δεν κράτησε, εμείς δεν τα ξαναβρήκαμε.

  • Βούλα, 21 ετών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας