Η Τυνησία είναι κράτος της Βόρειας Αφρικής, με αρκετά μεγάλη αρχαία ιστορία, ενώ στις 20 Μαρτίου 1956 απέκτησε την εθνική της ανεξαρτησία, καταλαμβάνει έκταση 163.610 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ποσοστό 0,55% του συνόλου της Μαύρης Ηπείρου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2018 ο πληθυσμός της ανέρχεται στα 11.551.448 κατοίκους.
Βρίσκεται στα μεσογειακά παράλια της Βόρειας Αφρικής και το βορειότερο άκρο της, το Λευκό Ακρωτήριο, είναι το βορειότερο άκρο της Αφρικής με βόρειο πλάτος 37° 20΄.
Η ακτογραμμή της ανέρχεται στα 1.250 χλμ. κατά μήκος των οποίων βρέχεται από τη Μεσόγειο από τα βόρεια και τα ανατολικά. Το βορειοανατολικό άκρο της, ακρωτήριο Μπον, απέχει 140 χλμ. περίπου από τη δυτική ακτή της Σικελίας με την οποία χωρίζει τη Μεσόγειο σε δυτική και ανατολική. Τα χερσαία της σύνορα εκτείνονται σε μήκος 1.530 χλμ. Ανατολικά συνορεύει με την Αλγερία (μήκος συνόρων 1050 χλμ.) και νοτιοανατολικά με τη Λιβύη (μήκος συνόρων 450 χλμ.).
Γεωγραφία της Τυνησίας
Μορφολογία εδάφους
Σε γενικές γραμμές το υψόμετρο των οροσειρών δεν είναι πολύ υψηλό. Η Τυνησία μαζί με την Αλγερία και το Μαρόκο αποτελούν το “Νησί της Δύσης” (Τζεχίρα αλ – Μαγκρέμπ), μια περιοχή της βορειοδυτικής Αφρικής, που επηρεάζεται από την οροσειρά του Άτλαντα.
Η πιο σημαντική τυνησιακή οροσειρά, Ντορσάλ, αποτελεί τμήμα του Άτλαντα και εκτείνεται από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά. Το πιο υψηλό βουνό, Τζαμπάλ ας – Σανάμπι βρίσκεται στην ανατολική Τυνησία και φτάνει τα 1544 μ., ενώ το όρος Ζαγκουάν (1295 μ.), εκτείνεται στη βόρεια Τυνησία.
Στο κεντρικό τμήμα της χώρας οι οροσειρές έχουν μέσο ύψος 1000 και αποτελούν προεκτάσεις του Άτλαντα της Σαχάρας. Στα βορειοδυτικά οι ορεινές αλυσίδες της Κρουμιρίας δεν ξεπερνούν τα 1000 περίπου μ. και στα βόρεια παράλια απλώνονται σε μέτριο ύψος τα απόκρημνα όρη Μόγκοντ.
Νοτιότερα της οροσειράς Νρορσάλ εκτεταμένες στέπες ύψους 180 ως 455 μ. διασχίζονται από μικρές οροσειρές, που έχουν διεύθυνση από βορρά προς νότο. Κατά μήκος των ανατολικών μεσογειακών ακτών απλώνονται μεγάλες πεδιάδες, όμως η νότια Τυνησία καλύπτεται από ερημικές περιοχές.
Υδρογραφία
Μεγάλα ποτάμια ρεύματα διαρρέουν μόνο τη Βόρεια Τυνησία. Στο κεντρικό τμήμα της χώρας κυλούν μόνο χείμαρροι, ενώ στη νότια Τυνησία δεν υπάρχουν μόνιμοι ποταμοί, αλλά τα ουάντι, παροδικά ρεύματα νερού που υδροδοτούνται από τις αιφνίδιες σπανιότατες βροχοπτώσεις. Ο πιο μεγάλος ποταμός, ο Μετζέρντα, πηγάζει από την Αλγερία, τροφοδοτείται από τα νερά του Ουεντ Σιλιάνα και του Μελέγκ και αφού διασχίσει τη βόρεια Τυνησία με κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά, χύνεται στον κόλπο της Τύνιδας.
Ο Ουέντ Μιλιάνε επίσης εκβάλλει στον Κόλπο της Τύνιδας, ενώ ο Ουέντ Ζερούντ εκβάλλει στον Κόλπο Χαμαμέτ. Οι χείμαρροι της κεντρικής Τυνησίας χύνονται σε λεκάνες χωρίς θαλάσσια διέξοδο ή καταλήγουν σε έλη, ενώ οι χείμαρροι της νοτιοδυτικής Τυνησίας χάνονται στην έρημο.
Στο νότιο τμήμα της χώρας βρίσκεται ένα εκτεταμένο βύθισμα στο οποίο συγκεντρώνονται αλμυρές λίμνες, τα “σατ”, με πιο σημαντικές τις: Σατ αλ – Τζάριντ και Σατ αλ – Φίτζατζ που επικοινωνούν μεταξύ τους, και Σατ αλ – Ράρσα. Πολλές λιμναίες λεκάνες εντοπίζονται επίσης στην περιοχή της Τζεφάρα (νοτιοανατολική Τυνησία).
Ακτές και νησιά
Οι βόρειες ακτές, συνήθως απόκρημνες και διαμελισμένες, σχηματίζουν κολπώσεις προς τα ανατολικά (Κόλποι Τύνιδας, Γκαμπές και Χαμαμέτ). Στη δυτική παραλία του Κόλπου της Τύνιδας σχηματίζεται η λίμνη ελ – Μπαχίρα που επικοινωνεί με τη Μεσόγειο μέσω διώρυγας, ενώ στα ανατολικά του Κόλπου η χερσόνησος καταλήγει στο ακρωτήριο Μπον.
Στις βόρειες ακτές ξεχωρίζει ο μυχός της Μενζέλ Μπουργκίμπα, το ακρωτήριο Γκαλίν και το Λευκό ακρωτήριο (Blanc), που δεσπόζει στο λιμάνι της Μπιζέρτας, ενώ οι νησίδες της περιοχής θεωρούνται ασήμαντες. Τα σημαντικότερα νησιά είναι τα Γκαρμπί και Σεργκί στα ανοιχτά της Μεσογείου βόρεια του κόλπου Γκαμπές ανατολικά του οποίου συναντάται το νησί Τζέρμπα, κοντά στις ακτές.
Κλίμα
Το κλίμα ποικίλλει ανάλογα με τη μορφολογία. Η βόρεια Τυνησία παρουσιάζει κλασικό μεσογειακό κλίμα με ήπιους χειμώνες, θερμά και ξηρά καλοκαίρια και βροχοπτώσεις που κυμαίνονται από 400 χλμ. ως 1000 χιλιοστόμετρα στα ορεινά ετησίως και σημειώνονται σχεδόν αποκλειστικά κατά τους χειμερινούς μήνες. Προς το κέντρο το κλίμα είναι ξηρό και στις ερημικές περιοχές του νότου το κλίμα είναι ερημικό. Στην κεντρική και νότια Τυνησία συχνά πνέουν οι νότιοι, ξηροί άνεμοι Λίβας (Λέμπετς) και Γκέλι.
Οι βροχοπτώσεις στο κεντρικό τμήμα είναι περιορισμένες και κυμαίνονται από 150 χιλιοστόμετρα ως 400 χιλιοστόμετρα το χρόνο, ενώ στο νότιο τμήμα και ιδιαίτερα στις παρυφές της Σαχάρας οι βροχές είναι σπανιότατες και η ανομβρία τις τελευταίες δεκαετίες τείνει να είναι συνεχής. Στο βορρά η μέση θερμοκρασία τον Ιανουάριο είναι 9°C και τον Ιούλιο 25,5°C ετησίως, στα ανατολικά παράλια της κεντρικής Τυνησίας (πόλη Σφαξ) οι θερμοκρασίες είναι 11°C και 25,5°C αντίστοιχα, ενώ στην έρημο του νότου σημειώνονται μεγάλες ημερήσιες θερμικές διακυμάνσεις που ξεπερνούν συχνά και τους 49°C.
Χλωρίδα και Πανίδα
Η ποικιλία του κλίματος και του ύψους των βροχοπτώσεων ευνοεί την ποικιλία στη χλωρίδα και στην πανίδα στη βόρεια κυρίως Τυνησία με κυρίαρχη τη μεσογειακή βλάστηση.
Στις πλαγιές των βουνών, όπου οι βροχές κυμαίνονται σε ικανοποιητικά επίπεδα, συναντώνται δάση πλατύφυλλων δέντρων από φελλόδρυς και δρυς ζεέν και πεύκων. Τα σπαρτά στο βορρά είναι αυτοφυή και χαρακτηριστικά των μεσογειακών χωρών.
Στις περιοχές του κέντρου, όπου οι βροχές μειώνονται, η μεσογειακή βλάστηση παραχωρεί σταδιακά τη θέση της στις στέπες, στις οποίες φύονται αγρωστώδη. Στις νότιες περιοχές μοναδικό είδος φυτού είναι οι χουρμαδιές, που συναντώνται σε ορισμένες αρδευόμενες ζώνες της ερήμου.
Η πανίδα είναι αντίστοιχη. Τα μεγάλα σαρκοφάγα των παλαιότερων χρόνων έχουν εκλείψει (λεοπαρδάλεις και λιοντάρια) λόγω του άμετρου κυνηγιού, ενώ τα φυτοφάγα όπως οι αγριόχοιροι και τα ελάφια παραμένουν πολυάριθμα. Στις στέπες ζουν μικρά θηράματα, ενώ στην έρημο του νότου οι λιγοστές γαζέλες, που απειλούνται με εξαφάνιση, προστατεύονται με ειδικούς νόμους απαγόρευσης του κυνηγιού. Το θερμό και ξερό κλίμα ευνοεί την επιβίωση διάφορων αρθρόποδων και ερπετών, από τα οποία ιδιαίτερα επικίνδυνες θεωρούνται οι κόμπρες και οι κερασφόρες έχιδνες.
Η οικονομία της Τυνησίας
Η τυνησιακή οικονομία είναι αναπτυσσόμενη και μικτή, επειδή συμβάλλει στην ανάπτυξή της και ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας και έχει περίπου το ίδιο μέγεθος με την οικονομία της Συρίας και του Λουξεμβούργου. Κύριοι κλάδοι της είναι η εξόρυξη των ορυκτών και ο πρόσφατα αναπτυσσόμενος τουρισμός.
Το 2001 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν εκτιμήθηκε στα 64,5 δισ. δολ. με κατά κεφαλήν ΑΕΠ 6.600 δολ. που αυξάνεται λίγο ταχύτερα από τον πληθυσμό, αλλά θεωρείται χαμηλό για βορειοαφρικανικές και μεσανατολικές χώρες. Το 2001 ο εθνικός προϋπολογισμός ήταν ελλειμματικός, με έξοδα 6,3 εκατομμύρια δολάρια και έσοδα 5,7 εκατομμύρια δολάρια.
Η διαφορά που σημειώνεται ανάμεσα στις δαπάνες και στα έσοδα μειώνεται από τα εμβάσματα, σε συνάλλαγμα, που στέλνονται από τους Τυνήσιους εργαζόμενους του εξωτερικού. Στη διαμόρφωση του ΑΕΠ ο κλάδος των υπηρεσιών συμβάλλει κατά 54%, της βιομηχανίας κατά 33%, της γεωργίας κατά 13%. Το 2001 το δημόσιο εξωτερικό χρέος υπολογίστηκε στα 11,5 δισ. δολάρια.
Ο πληθωρισμός κυμαινόταν στο ποσοστό του 2,7% το 2001. Επίσημο νόμισμα είναι το δηνάριο Τυνησίας (διεθνής συμβολισμός TΝD), που αποτελείται από 1.000 μιλίμς και τον Ιανουάριο του 2002 η ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και δηναρίου Τυνησίας ήταν η εξής: 1 TΝD = 1,44 δολάριο ΗΠΑ.
Γεωργία, Υλοτομία, Αλιεία, Κτηνοτροφία
Η καλλιεργήσιμη έκταση υπολογίζεται στα 48.750 τετρ. χλμ. (30%) του συνολικού εδάφους, όμως μόνο ένα τμήμα της είναι γόνιμο λόγω της έλλειψης ικανοποιητικού αρδευτικού δικτύου, που επηρεάζει την ποσότητα της παραγωγής των αγροτικών προϊόντων.
Το 1964 οι γεωργικές εκτάσεις που ανήκουν σε ιδιοκτήτες από το εξωτερικό απαλλοτριώθηκαν και εθνικοποιήθηκαν, όμως οι κρατικές απόπειρες ίδρυσης γεωργικών συνεταιρισμών κατά τη δεκαετία του 1960 απέτυχαν. Η άρδευση ελέγχεται από το υπουργείο Γεωργίας.
Τα κυριότερα αγροτικά προϊόντα είναι το σιτάρι και το κριθάρι, για την καλλιέργεια των οποίων χρησιμοποιείται το μεγαλύτερο μέρος της γόνιμης γης, όμως και πάλι δεν καλύπτονται οι εγχώριες ανάγκες. Επίσης παράγονται: ελιές, ελαιόλαδο, πατάτες, ζαχαρότευτλα, εσπεριδοειδή και άλλα φρούτα, λαχανικά, κριθάρι, βρόμη, όσπρια (μπιζέλια, φασόλια), σόργο, σταφύλια στη βορειοανατολική Τυνησία και χουρμάδες στις άνυδρες νοτιοκεντρικές περιοχές.
Η καλλιέργεια κριθαριού που συνηθίζεται κυρίως στην κεντρική και νότια Τυνησία πλήττεται συχνά από επιθέσεις ακριδών.
Τα δάση εκτείνονται σε έκταση 6.700 τετρ. χλμ. (το 4,1% του συνολικού εδάφους) και αποφέρουν ορισμένα είδη καλού ξύλου (από τα πεύκα και τις βελανιδιές ζεέν) και φελλούς από τις βελανιδιές (φελλόδρυς).
Οι βοσκότοποι αν και αποτελούν το 26,5% του συνολικού εδάφους (43.350 τετρ. χλμ.), επειδή είναι φτωχοί σε χορτάρι, δεν ευνοούν την κτηνοτροφία όλων των ειδών των ζώων παρά μόνο των μικρότερων. Οι κατηγορίες των εκτρεφόμενων ζώων ήταν: πρόβατα, κατσίκια, βοοειδή, ιπποειδή και καμήλες, το πιο σημαντικό ζώο του ερημικού νότου.
Η παράκτια αλιεία είναι ένα σημαντικό συμπλήρωμα του εισοδήματος των Τυνησίων, που ζουν στα παράλια. Εκτός από τα ψάρια (τόνοι, σαρδέλες, σαφρίδια κ.ά.) αλιεύονται και σφουγγάρια από τον κόλπο Γκαμπές.
Ορυκτός πλούτος
Το υπέδαφος είναι πλούσιο σε αποθέματα φωσφορικών αλάτων στα κοιτάσματα των περιοχών Γκάφσα και Καλαάτ Τζέρμπα, πετρελαίου, φυσικού αερίου, μολύβδου, ψευδαργύρου, ορυκτού άλατος, από τις παράκτιες αλυκές Μεγκρίν, Ρας Ντιμάς, Σολιμάν κ.ά. και μεταλλευμάτων σιδήρου.
Βιομηχανία
Η ενεργειακή ανεπάρκεια και κυρίως η έλλειψη εκπαιδευμένου προσωπικού και κεφαλαίων είναι η αιτία της σχετικά περιορισμένης βιομηχανικής ανάπτυξης. Τα τελευταία χρόνια σημειώνεται μια σημαντική ανάπτυξη στον τομέα της βιομηχανίας. Λειτουργούν πολλές μονάδες επεξεργασίας και συσκευασίας προϊόντων του πρωτογενούς τομέα, όπως: ξυλουργία, ελαιουργία, βιομηχανία καπνού, ζάχαρης, τροφίμων, σαπωνοποιία κ.ά. Ακόμη λειτουργούν: υφαντουργία, χημική βιομηχανία για την παραγωγή λιπασμάτων και πετρελαϊκών προϊόντων, μεταλλουργία ψευδαργύρου και μολύβδου στις περιοχές Σουκ ελ – Χμιες και Μεγκρίν, βιομηχανικές μονάδες παραγωγής δομικών υλικών, (τσιμεντοποιία) και συναρμολόγησης τρακτέρ και αυτοκινήτων.
Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (10,3 δισεκατομμύρια κιλοβατώρες το 2000) προέρχεται κυρίως από την καύση πετρελαίου, στους θερμοηλεκτρικούς σταθμούς και λιγότερο από τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς στη λεκάνη του ποταμού Μετζέρντα.
Αξιόλογη είναι και η παραγόμενη ποσότητα βιοτεχνικών προϊόντων όπως: κουβέρτες, είδη χρυσοχοΐας, χαλιά και υποδήματα.
Εμπόριο
Το εμπόριο που διεξάγεται στο μεγαλύτερο ποσοστό του με χώρες της Ευρώπης ανήλθε με εισαγωγές ύψους 8,9 δισ. δολ. και εξαγωγές 6,6 δισ. δολ. Οι χώρες στις οποίες γίνοται οι εξαγωγές έιναι οι: Γαλλία (28%), Ιταλία (21%), Γερμανία (14%), Βέλγιο (6%) και Λιβύη. Οι κυριότεροι εισαγωγείς των τυνησιακών αγροτικών προϊόντων, πετρελαίου, φωσφορικού άλατος, φυσικού αερίου, χημικών και ορισμένων βιομηχανικών προϊόντων ήταν οι χώρες: Γαλλία (30%), Ιταλία (21%), Γερμανία (11%), Ισπανία (4%) και Βέλγιο.
Εργασία και Απασχόληση
Τα στοιχεία του 2000 ανέφεραν ότι το ποσοστό ανεργίας είναι στο 15,6%, ενώ σύμφωνα με στατιστικές έρευνες το 1995 το 22% ασχολούνταν με τη γεωργία αλλά όχι ως κύριο επάγγελμα, επειδή η δημογραφική αύξηση έχει ως συνέπεια την υποαπασχόληση του αγροτικού εργατικού δυναμικού. Το 23% ασχολούνταν με τη βιομηχανία και το 55% με τον κλάδο των υπηρεσιών.
Μεταφορές και τηλεπικοινωνιακό δίκτυο
Ένα μέτριο δίκτυο ασφαλτοστρωμένων δρόμων συνδέει την πρωτεύουσα με τα αστικά κέντρα και την επαρχία. Το 2001 το οδικό δίκτυο είχε μήκος 23.100 χλμ. Την ίδια χρονιά το σιδηροδρομικό δίκτυο είχε μήκος 2.168 χλμ. Ο σιδηρόδρομος εξυπηρετεί τις βόρειες και παράκτιες περιοχές. Τα πιο σημαντικά λιμάνια είναι της Τύνιδας, της Μπιζέρτα και του Σφαξ. Από τα 5 διεθνή αεροδρόμια το σημαντικότερο είναι της Τύνιδας και καλύπτει το μεγαλύτερο αριθμό τακτικών πτήσεων του εθνικού αερομεταφορέα, της Tunis Air.
Το επικοινωνιακό δίκτυο συνεχώς αναπτύσσεται και μπορεί να θεωρηθεί ως σχετικά μέτριο. Το 1997 υπήρχαν 920.000 τηλεοράσεις και 2,06 εκατομμύρια ραδιόφωνα. Ο τύπος ελέγχεται από την κυβέρνηση και εθνικό πρακτορείο ειδήσεων της Τυνησίας είναι το ΤΑΡ (Tunis Afrigue Presse).
Τουρισμός
Ο τουρισμός εμφανίζει ιδιαίτερα μεγάλη ανάπτυξη, επειδή η χώρα ευνοείται από το θερμό κλίμα και απέχει σχετικά μικρή απόσταση από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Η οικονομική συμβολή του τουρισμού στον τομέα των εθνικών εσόδων συνεχώς αναβαθμίζεται.
Οι κάτοικοι της Τυνησίας
Δημογραφικά στοιχεία
Το 2002 ο πληθυσμός της Τυνησίας υπολογίστηκε στους 9.815.644 κατοίκους με πυκνότητα 55,4 ατόμων ανά τετρ. χλμ. Περίπου το 57,2% του πληθυσμού διαμένει σε αστικά κέντρα και το 42,8% στην επαρχία. Τα δημογραφικά στοιχεία που αφορούν την Τυνησία μαρτυρούν μια αναπτυσσόμενη τριτοκοσμική χώρα με υψηλό ποσοστό γεννητικότητας (1,68%), θνησιμότητας (0,5%) και βρεφικής θνησιμότητας (2,7%).
Επίσης παρουσιάζονται γοργοί ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού που το 2002 έφτασε στο 1,6%. Την ίδια χρονιά το προσδοκώμενο όριο ζωής και είχε φτάσει στο ικανοποιητικό επίπεδο των 74,16 χρόνων με μικρή απόκλιση του μέσου όρου των ανδρών (72,56 χρόνια) από των γυναικών (75,16 χρόνια). Ενδεικτικό στοιχείο που επιβεβαιώνει τα δημογραφικά δεδομένα, που αναφέρθηκαν, είναι η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού. Το 2002 το 27,8% των κατοίκων ήταν κάτω των 15 ετών, ενώ η πλειοψηφία του πληθυσμού, το 65,9% είχε ηλικίες από 15 ως 64 ετών και το 6,3% ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω.
Μετανάστευση (εσωτερική και εξωτερική)
Κατά καιρούς η Τυνησία υπήρξε προορισμός για μετανάστες. Κατά την περίοδο της αρχαιότητας κατέφυγαν εκεί Φοίνικες, Αφρικανοί, Εβραίοι, Ρωμαίοι, Βάνδαλοι και αργότερα, μετά το 1091, μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τη Σικελία. Μετά την πτώση της Σεβίλης, το 1248, πολλοί Μαυριτανοί από την Ισπανία άρχισαν να καταφθάνουν στην Τυνησία για μεγαλύτερη ασφάλεια. Μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα 200.000 περίπου μουσουλμάνοι, που καταδιώκονταν λόγω του θρησκεύματός τους στην Ισπανία εγκαταστάθηκαν στις περιοχές της Τύνιδας, του Ακρωτηρίου Μπον και της κοιλάδας του ποταμού Μετζέρντα. Επίσης αρκετοί Τούρκοι είχαν μεταναστεύσει στη χώρα από το 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα. Μετά το 1960 πολλοί Εβραίοι μετανάστευσαν στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ.
Σύνθεση πληθυσμού
Ο πληθυσμός είναι μίγμα Βερβερίων και Αράβων με έντονη, ενιαία εθνική συνείδηση, που διαπνέεται από ισλαμικές και αραβικές ιδέες, χαρακτηριστικές της συνείδησης όλων των πολιτών του υπόλοιπου αραβικού κόσμου.
Από εθνοφυλετική άποψη το 98,2% του πληθυσμού είναι Άραβες ή Αραβοβερβερίνοι και μόνο το 1,2% είναι νομάδες βοσκοί, που ζουν στο εσωτερικό της Τυνησίας και έχουν αμιγή βερβερινική καταγωγή. Το 0,6% αποτελούν κοινότητες Γάλλων και άλλων κατοίκων ευρωπαϊκής καταγωγής.
Θρησκεία
Το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού (98%) ασπάζεται τον ισλαμισμό και ιδιαίτερα το σουννιτικό δόγμα. Στη χώρα ισχύουν οι ισλαμικές αρχές και αξίες, όμως η κυβέρνηση υπερασπίζεται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και της εξουσίας διατηρώντας μια απόσταση ασφαλείας από τους σκληροπυρηνικούς μουσουλμάνους. Το 1,5% είναι ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί και το 0,5% περίπου ασπάζονται άλλα θρησκεύματα και δόγματα.
Γλώσσα
Επίσημη θρησκεία είναι η αραβική, που ομιλείται ως μητρική γλώσσα από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού εμπλουτισμένη με τα κατά τόπους ιδιώματα. Επίσης γίνεται χρήση ορισμένων γλωσσών και διαλέκτων των Βερβερίνων. Ευρύτατα χρησιμοποιείται η γαλλική στις εμπορικές συναλλαγές και στον τουρισμό και λιγότερο η ιταλική και η αγγλική.
Πολιτειακή και κοινωνική οργάνωση
Πολίτευμα και συνταγματικοί θεσμοί
Το πολίτευμα είναι προεδρική δημοκρατία και η λειτουργία του στηρίζεται στο σύνταγμα της 1ης Ιουνίου 1959, όπως αυτό αναθεωρήθηκε το Μάρτιο του 1994. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το σύνταγμα, πρέπει να είναι μουσουλμάνος και ασκεί την ανώτατη εκτελεστική εξουσία. Υπηρετεί πενταετή θητεία, εκλέγεται άμεσα από το λαό με προεδρικές εκλογές και έχει απεριόριστο δικαίωμα επανεκλογής. Είναι ο αρχηγός του κράτους και διορίζει τον πρωθυπουργό και το υπουργικό συμβούλιο, που βοηθούν τον Πρόεδρο στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας.
Επίσης ο Πρόεδρος διορίζει όλους τους δικαστές της χώρας. Η Εθνική Συνέλευση αριθμεί 163 μέλη, τα οποία εκλέγονται για πενταετή θητεία, και είναι επιφορτισμένα με το έργο της νομοθετικής εξουσίας. Το εκλογικό σώμα αποτελείται από όλους τους πολίτες, που έχουν συμπληρώσει το εικοστό έτος και έχουν δικαίωμα ψήφου όσοι έχουν αποκτήσει την τυνησιακή υπηκοότητα μια πενταετία τουλάχιστον νωρίτερα.
Υγεία και Πρόνοια
Το σύστημα δημόσιας υγείας και πρόνοιας δεν παρέχει ικανοποιητικές υπηρεσίες, παρά τη δωρεάν πρόσβαση σε αυτές όλων των πολιτών. Στα αστικά κέντρα λειτουργούν και ιδιωτικές κλινικές εκτός των δημοσίων νοσοκομείων, όμως στην επαρχία οι παροχές του δημοσίου συστήματος υγείας είναι ανεπαρκείς και περιορίζονται στη λειτουργία ορισμένων κέντρων υγείας πρώτων βοηθειών.
Πρόσφατα έχει παρατηρηθεί ιδιαίτερη κυβερνητική μέριμνα για τη βελτίωση των συνθηκών υγείας με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο αριθμός των νοσηλευτικών μονάδων και του ιατρικού προσωπικού και το γενικό επίπεδο του συστήματος υγείας να είναι καλύτερο από ό,τι στις άλλες αναπτυσσόμενες χώρες. Επιδημικές ασθένειες όπως η ευλογιά έχουν εξαλειφθεί και περιορίστηκαν σημαντικά τα κρούσματα τύφου, τυφοειδούς πυρετού και διφθερίτιδας. Από υψηλό ποσοστό θνησιμότητας όμως, συνεχίζουν να πλήττονται τα μικρά παιδιά κάτω των 5 ετών.
Το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας έχει βελτιωθεί πρόσφατα και καλύπτει σχεδόν το σύνολο των μισθοσυντήρητων εργαζομένων με επιδόματα ασθενείας, εργατικών ατυχημάτων και μητρότητας. Επίσης παρέχει συντάξεις ασθενείας και γήρατος και ιατρικές υπηρεσίες, σχολικά γεύματα και γάλα στα βρέφη δωρεάν.
Εκπαίδευση
Από την ανεξαρτησία (1956) ο θεσμός της εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη της χώρας, όμως παρά την κυβερνητική επιδίωξη να αυξηθεί το ποσοστό των εγγραμμάτων, το 1995 εγγράμματοι ήταν το 66,7% του συνόλου, 78,6% άνδρες και 54,6% γυναίκες. Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική για τα παιδιά ηλικίας 6-16 ετών, όμως σύμφωνα με στοιχεία του 1994 μόνο το 84% από αυτά παρακολούθησαν τα μαθήματά τους.
Το σύστημα της δημόσιας εκπαίδευσης περιλαμβάνει τρεις βαθμίδες: την πρωτοβάθμια, τη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια. Ο προβιβασμός στην επόμενη τάξη εξαρτάται από την επιτυχία στις εξετάσεις στο τέλος της σχολικής χρονιάς.
Στο δέκατο έτος των μαθητικών σπουδών γίνεται η επιλογή ανάμεσα στο θεωρητικό και στον πρακτικό κλάδο σπουδών και στο 13ο έτος η επιτυχία στις τελικές εξετάσεις επιτρέπει την είσοδο στα πανεπιστήμια.
Τα μαθήματα διδάσκονται στα γαλλικά και στα αραβικά όμως υπάρχει η τάση προώθησης των αραβικών.Λειτουργούσαν αρκετές επαγγελματικές και παιδαγωγικές σχολές καθώς και 3 πανεπιστημιακά ιδρύματα, από τα οποία το μεγαλύτερο και πληρέστερο λειτουργούσε στην Τύνιδα, 1 στη Σούσσε και 1 στο Σφαξ.
Ένοπλες δυνάμεις
Το 1999 η Τυνησία διέθεσε το 1,5% του ΑΕΠ για τη συντήρηση και τον εξοπλισμό του στρατού της, που αριθμούσε περίπου 35.500 άνδρες. Η στρατιωτική θητεία είναι επιλεκτική και διαρκεί 12 μήνες. Από το σύνολο των 35.500 ανδρών των ενόπλων δυνάμεων, οι 27.000 υπηρετούσαν στο πεζικό και 23.000 επάνδρωναν τα παραστρατιωτικά σώματα. Το πολεμικό ναυτικό αριθμούσε περίπου 5.000 άνδρες και στην πολεμική αεροπορία, που ήταν εξοπλισμένη με 32 πολεμικά αεροπλάνα σύγχρονης τεχνολογίας, υπηρετούσαν περίπου 3.500 άνδρες.
Διοικητική διαίρεση
Επαρχίες – Περιφέρειες
Η επικράτεια χωρίζεται σε 23 διοικητικά διαμερίσματα.
Πρωτεύουσα και πόλεις
Η πρωτεύουσα Τύνιδα (774.000 κατ.), πόλη με πλούσια ιστορία, ιστορικά μνημεία και σημαντικό λιμάνι, αποτελεί το πνευματικό, βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο της χώρας και είναι χτισμένη στον ομώνυμο κόλπο των ακτών της βόρειας Τυνησίας.
Άλλα σημαντικά αστικά κέντρα είναι: το Σφαξ (232.000 κάτ.) το δεύτερο σημαντικότερο λιμάνι και είναι χτισμένο στις ανατολικές ακτές. Νοτιότερα είναι χτισμένη η πόλη – λιμάνι Γκαμπές (92.300 κάτ.) και βόρεια του Σφαξ η ιστορική πόλη – λιμάνι Σούσσε (83.500 κάτ.), η Μπιζέρτα (94.509 κάτ.) επίσης λιμάνι των βόρειων ακτών, η ιερή για τους μουσουλμάνους πόλη Καϊρουάν (72.254 κάτ.), στη βορειοανατολική Τυνησία, η Ντζέρμπα (92.269 κάτ.) στο ομώνυμο νησί και η Μπαρντό (65.669 κάτ.). Σημαντικά εμπορικά και επαρχιακά κέντρα είναι η Γκάφσα (40.000 κάτ.), η Μπέζα (40.000 κάτ.) στο εσωτερικό και η Νομπέλ (45.000 κάτ.) στις ακτές.
Πολιτισμός
Ο γαλλικός πολιτισμός επέδρασε πολύ έντονα στην πολιτιστική ζωή της χώρας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της γαλλικής αποικιοκρατίας, που έληξε το 1956. Η χρήση της γαλλικής είναι ευρύτατη στο χώρο των επιστημών και των καλών τεχνών και γίνεται πολύ μεγάλη προσπάθεια να συμμετέχουν στην πολιτιστική ζωή του τόπου όλοι οι Τυνήσιοι, ακόμη και εκείνοι που ζουν στην επαρχία.
Προς αυτό το σκοπό τείνουν όλες οι απόπειρες της πολιτείας για την αποκέντρωση των πνευματικών δραστηριοτήτων και στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας εντάσσεται η δημιουργία “Οίκων Πολιτισμού” σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα και ο θεσμός των περιοδευουσών βιβλιοθηκών στα απομακρυσμένα επαρχιακά κέντρα.
Πολιτιστικές παραδόσεις
Ο λαϊκός πολιτισμός είναι πλούσιος από αραβικές και ισλαμικές παραδόσεις, οι οποίες έχουν δεχθεί βερβερινικές και δυτικές επιδράσεις. Η λαϊκή μουσική χρησιμοποιεί τα παραδοσιακά αραβικά μουσικά όργανα (ούτι, ταμπουράς, σάζικα) και οι λαϊκές εικαστικές εκφράσεις που δέχτηκαν επιδράσεις από τουρκικές και ιταλικές επιρροές παρουσιάζουν αξιόλογα δείγματα δημιουργίας.
Στη διάρκεια του χρόνου ξεχώρισαν τα αριστουργήματα της ξυλογλυπτικής μινμπάρ και μακσούρα (8ος αιώνας) και της βυρσοδεψίας, ενώ περίφημα δείγματα μικροτεχνίας δημιουργήθηκαν τους 16ο – 18ο αιώνα στους τομείς της ταπητουργίας και της κεραμικής. Σημαντικό κεφάλαιο της πολιτιστικής παράδοσης αποτελεί η δημιουργία των λαϊκών αραβικών και βερβερινικών ενδυμασιών.
Ο πλούτος της προφορικής παράδοσης συνειδητοποιήθηκε από τον πνευματικό κόσμο της Τυνησίας κατά την περίοδο των αγώνων για την εθνική ελευθερία και της ανεξαρτησίας (1956). γνωστοί Τυνήσιοι που μόχθησαν για τη διατήρηση των πολιτιστικών παραδόσεων είναι ο Μουχάμαντ αλ – Μαρζούκ (1916-1981) που συγκέντρωσε τις λαϊκές παραδόσεις και ο αφηγητής παραμυθιών Αμπντ αλ – Αζίζ αλ Αρουί (1898-1971).
Λογοτεχνία
Γαλλόφωνη λογοτεχνία
Η τυνησιακή λογοτεχνία χρησιμοποιεί ως μέσο έκφρασης κατ` εξοχήν την αραβική και λιγότερο τη γαλλική γλώσσα, όμως από άποψη περιεχομένου τόσο η πεζογραφία όσο και η ποίηση εμπνέονται από θέματα και προβλήματα που απασχολούν τον αραβικό κόσμο. Παρά τη βελτίωση του επιπέδου της λογοτεχνικής παραγωγής οι βιβλιόφιλοι, ειδικά οι νέοι, προτιμούν την ξενόγλωσση και κυρίως τη γαλλόφωνη λογοτεχνία.
Από τη δεκαετία του 1920 ορισμένοι Τυνήσιοι συγγραφείς εβραϊκής καταγωγής όπως ο Βιταλίς Ντανός, ο Σεζάρ Μπενατάρ, ο Ριβέλ και ο Κλοντ Μπενατί εξέδωσαν το λογοτεχνικό τους έργο στη γαλλική. Αργότερα ο Αλμπέρ Μεμί (1920-), μόνιμος κάτοικος του Παρισιού έγραψε σημαντικά μυθιστορήματα (“Άγαλμα άλατος”, 1953) και οι σύγχρονοί του μουσουλμάνοι Τυνήσιοι: Μουσταφά Κουρντά, Σαλάχ Φερχάτ και Άχμεντ Σεργκνί συνέγραψαν ποιήματα και ο Μαχμούντ Ασλάν μυθιστορήματα.
Οι νεότεροι λογοτέχνες έχουν να επιδείξουν ακόμη πιο σημαντικά έργα. Διακρίνονται: ο Μουσταφά Τλιλί (1937-) που με τα έργα του “Η λύσσα στα σπλάχνα” (1975) και “ο θόρυβος κοιμάται” (1978) εμβαθύνει στο πρόβλημα της εσωτερικής ελευθερίας και αυτογνωσίας, ο Αμπντελουάχαμπ Μεντέμπ (1946-) με το μυθιστόρημα “Φυλαχτό” (1979) και οι Ζαλίλα Χαφσία, Αϊσά Σαϊμπί, Σουάντ Γκελούζ και Σουάντ Χεντρί που καινοτόμησαν κάνοντας πειραματική χρήση της γλώσσας.
Ταλαντούχοι Τυνήσιοι ποιητές που έγραψαν στη γαλλική είναι οι: Σαλάχ Γκαρμαντί (“Με ή χωρίς”, 1970), Μουσταφά Σελμπί (“Η πτώση προς την κορυφή”, 1978), Μονσέφ Γκασέμ (“Γιατί το ζειν είναι μια χώρα”, 1978), Λαρμπί Μπεν Αλί, Μαζίντ Ελ Χουσί (“Εικονομέθη”, 1973 και “Ίρις Ιφρικίγια”, 1981), Μοχάμεντ Αζίζα και Χεντί Μπαραουί (“Βεζουβιάδα”, 1976).
Στο χώρο της ιστορίας και της συγγραφής δοκιμίου ξεχώρισαν οι: Μπεσίρ Τλιλί, Μοχάμεντ Ταλμπί, Χελέ Μπεζί, Σαλάχ – Εντινέ Τλιλί, Χισέμ Ντζαΐτ, Αμπντελζελίλ Τεμιμί και Αμπντελουάχαμπ Μπουχντίμπα.
Αραβόφωνη τυνησιακή λογοτεχνία
Αξιόλογη αραβόφωνη τυνησιακή λογοτεχνία σημειώνεται ήδη από το 19ο αιώνα. Το πεζογραφικό είδος μακάμα δεν μπόρεσε να διατηρηθεί, όμως η ποίηση βρήκε έναν άξιο εκπρόσωπο στον Μαχμούτ Καμπαντύ (1821-1871). Στα συγγράμματα του υπουργού Χαϋραντ – Ντιν (1820-1889) και του σεΐχη Μπαϋράμ Ε΄ (1840-1889), στα χρονικά του Μπιν Ντιγιάφ (1804-1874) και στα έργα του αλ – Μπαντζί αλ – Μασουντί (1810-1880) ακολουθείται η τάση της εποχής να χρησιμοποιείται η ομοιοκατάληκτη πρόζα και το περιεχόμενο να είναι πανηγυρικό.
Στα τέλη του 19ου αιώνα οι δυτικές ιδέες επέδρασαν ανανεωτικά και δημιουργικά στην τυνησιακή πνευματική ζωή και το ρεύμα που δημιουργήθηκε και ευνοήθηκε από τη διάδοση της τυπογραφίας ονομάστηκε “Αναγέννηση”.
Σημαντικές προσωπικότητες ανθρώπων των γραμμάτων διακρίθηκαν τον 20ο αιώνα. Ο Μπασίρ Σφαρ (1863-1917) ανέπτυξε σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα, ενώ ο Σαλίχ αλ – Σουίσι (1874-1940) καλλιέργησε πρώτος το αραβόφωνο μυθιστόρημα. Κατά τη δεκαετία του 1930 σημαντική υπήρξε η συμβολή των λογοτεχνικών περιοδικών στην ανάπτυξη της λογοτεχνίας. Την περίοδο αυτή (1931-1936) πολλοί λογοτέχνες συνεργάστηκαν με τις λογοτεχνικές επιθεωρήσεις του Ζιν αλ – Αμπιντίν αλ Σανουσί.
Η πρώτη σχολή τυνησιακής νουβέλας δημιουργήθηκε από την ομάδα Ταχτ αλ – Σουρ (“Κάτω από τους προμαχώνες”) και κατόρθωσε να φέρει το λαό κοντά στη λογοτεχνία με τους: Αλί αλ – Ντουατζί (1909-1949) που με σατυρική διάθεση κατέγραφε τις δραματικές αλλαγές που βίωναν οι κοινωνικές τάξεις και Μαχμούντ Μπαϋράμ αλ – Τουνισί (1893-1961).
Παραγνωρισμένοι αλλά ικανότατοι ποιητές αναδείχθηκαν οι: Αμπού αλ – Κασίμ αλ – Τσαμπί (1909-1934) και αλ – Ταχίρ αλ – Χαντάντ (1899-1935), ο οποίος ασχολήθηκε με την προώθηση των αιτημάτων της γυναίκας και του εργαζομένου. Παράλληλα ποιητικές συλλογές με ηθικολογικό περιεχόμενο συνέγραψαν οι Αμπντ αλ – Ραζάκ Καραμπακάχ (1901-1945) και Σαΐντ Αμπού Μπακρ (1899-1948). Σύγχρονός τους ήταν ο Μαχμούντ αλ Μασαντί (1911-) (“Το φράγμα”, 1955).
Μετά την ανεξαρτησία οι λογοτεχνικές επιθεωρήσεις: αλ – Φικρ (“Πνεύμα”), αλ – Τατζντίντ (“Ανανέωση”), όπως και το ένθετο της εφημερίδας αλ – Αμάλ (“Δράση”) στα οποία δημοσιευόταν η μισή περίπου λογοτεχνική παραγωγή, συνέβαλε στη μετάβαση στη νεοκλασική λογοτεχνία της γενιάς της ανεξαρτησίας. Έξοχοι συγγραφείς στο είδος της νουβέλας αναδείχτηκαν ο αλ – Ταχίρ Ζιγκά (1922-) και ο Χασάν Ματζίντ (1940-) ο οποίος ασχολήθηκε με κοινωνικά θέματα. Οι ποιητές Τζαφάρ Ματζίντ (1940-) και Μουσταφά αλ Φαρισί (1931-) προσεγγίζουν με επιφυλάξεις τα σύγχρονα επιτεύγματα του πολιτισμού.
Ο ρεαλισμός στο τυνησιακό μυθιστόρημα εκπροσωπείται από τον αλ – Μπασίρ Χραγίφ (1917-) που τιμά τη γυναίκα στα έργα του. Ο Μουχάμαντ αλ – Αρουζί αλ – Ματουΐ (1920-) εμπνέεται από το υπέρλογο στοιχείο στα “Πικρά Μούρα”, από το φανταστικό ο Ρασάντ αλ – Χαμζάουι (1934) στον “Ταρνανό” και από τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα στο έργο “Ο Μπουντουντά είναι νεκρός”. Ο Μουχάμαντ Σαλίχ αλ – Ντζαμπιρί (1940-) κατέγραψε την πορεία των εργατικών αγώνων στα έργα του “Μια μέρα στη Ζάμρα” και “η θάλασσα ξεβράζει τις σαβούρες της”.
Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της νέας γενιάς είναι ο ιζ – αλ – Ντι αλ – Μαντανί (1938-) που με το έργο του “Ο άνθρωπος μηδέν” αμφισβήτησε τα θρησκευτικά και κοινωνικά ταμπού. Στο ίδιο πνεύμα κινείται ο συγγραφέας νουβελών Σαμίρ – αλ – Αγιαντί (1947-) (“Ο θόρυβος της σιωπής”) και ακόμη πιο ριζοσπαστικός θεωρείται ο Αρουσίγια αλ – Ναλούτι (1950-) (“Η πέμπτη διάσταση”), ενώ στα ποιήματα του αλ Ταχίρ αλ – Χαμαμί (1947-) το θέμα είναι η θέση του λαού στην πολιτική και στην κοινωνία.
Καλές τέχνες
Θέατρο
Τα πρώτα αραβόφωνα τυνησιακά θεατρικά έργα γράφηκαν και ανέβηκαν στη σκηνή στις αρχές του 20ού αιώνα και έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από το τυνησιακό κοινό. Στα μέσα του ίδιου αιώνα οι δραματουργοί δεν επηρεάστηκαν από την αναγεννησιακή πνευματική κίνηση των άλλων λογοτεχνικών ειδών και τα θεατρικά έργα της εποχής διατήρησαν το στομφώδες ύφος και το διδακτικό περιεχόμενο των παλαιότερων χρόνων. Από τη σύγχρονη θεατρική παραγωγή ξεχώρισαν πέντε θεατρικά έργα με κοινωνικό περιεχόμενο του “Νέου Θεάτρου”, το οποίο διηύθυνε ο Φαντλ Ντζαϊμπί (1945-).
Κινηματογράφος
Περιορισμένη είναι η παραγωγή του τυνησιακού κινηματογράφου, ξεχώρισαν ωστόσο ορισμένες ταινίες που αγαπήθηκαν και έγιναν επιτυχίες.
Ζωγραφική
Η σύγχρονη τηνησιακή ζωγραφική έχει δημιουργήσει παράδοση ιδιαίτερα μετά την ανεξαρτησία (1956) με καλλιτέχνες διάσημους και στο εξωτερικό, όπου έχουν εκθέσεις πίνακές τους.
Μουσική
Το εθνικό ωδείο εκτός από την κλασική μουσική παιδεία που διδάσκει, ιδιαίτερη μέριμνα δείχνει για τη διατήρηση και μεταλαμπάδευση της εθνικής παραδοσιακής μουσικής.
Μνημεία και αξιοθέατα στην Τυνησία
Η Τυνησία είναι διάσπαρτη από ιστορικά μνημεία και τουριστικά αξιοθέατα, που ανάγονται στους πρώτους αιώνες του Ισλάμ. Στην πόλη Καϊρουάν διασώζεται το τέμενος Σίντι Ουκμπά (8ος αιώνας), το τέμενος αλ – Ζαϋτούνα, το παλαιότερο και ιερότερο μνημείο της Τύνιδας (που ιδρύθηκε το 732 μ.Χ.) και το ακόμη πιο παλιό φημισμένο ριμπάτ (μοναστήρι – φρούριο) στην Μουναστίρ που θεμελιώθηκε το 180 μ.Χ. καθώς και τα τεμένη της Γκάφσα και της Μπέζα, του Σφαξ και του Μαντιά.
Η πόλη Σούσσε είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση πόλης που συνδυάζει αξιοθέατα από τη ρωμαϊκή εποχή – εκεί είχε ο Αννίβας το στρατηγείο του – και περίφημα δείγματα ισλαμικής αρχιτεκτονικής όπως το μεγαλοπρεπές ριμπάτ που χτίστηκε τον 9ο αιώνα. Επίσης στην πόλη υπάρχει μουσείο ρωμαϊκών ψηφιδωτών.
Από τη ρωμαϊκή περίοδο ακόμη διασώθηκαν τα ερείπια της πόλης Ντούγκα. Τουριστικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι οάσεις με κοκοφοίνικες στο Κεμπίλι και στη Νεφτά. Ένα ακόμη αξιοθέατο είναι οι κατοικίες, που βρίσκονται χτισμένες κάτω από την επιφάνεια της γης στην Ματμάτα στην έρημο, πολλές από τις οποίες ανακαινισμένες χρησιμοποιούνται ως τουριστικά καταλύματα και προσφέρουν σκιά και ησυχία.
Ιστορία της Τυνησίας
Μέχρι τον 20ό αιώνα
Πλουσιότατη η ιστορία της Τυνησίας από τα αρχαία χρόνια φιλοξένησε στις σελίδες της τη δράση και τον πολιτισμό πολλών αξιόλογων λαών. Οι Φοίνικες χρησιμοποίησαν τα λιμάνια της Τυνησίας ήδη από τον 12ο π.Χ. αιώνα και αργότερα, τον 8ο π.Χ. αιώνα οι Καρχηδόνιοι ίδρυσαν το κράτος τους και το διατήρησαν μέχρι το 146 π.Χ., οπότε οι Ρωμαίοι κατάκτησαν την Καρχηδόνα που εκτεινόταν στα εδάφη της σύγχρονης Τυνησίας και την ενσωμάτωσαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Στο 1ο μισό του 5ου μ.Χ. αιώνα οι Βάνδαλοι εκτόπισαν τους Ρωμαίους από την περιοχή και τον 6ο μ.Χ. αιώνα ανακτήθηκε από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (το Βυζάντιο) του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Ο επόμενος αιώνας σήμανε την κυριαρχία των μουσουλμάνων στον τυνησιακό χώρο.
Στη συνέχεια η Τυνησία πέρασε στον έλεγχο διάφορων ισλαμικών δυναστειών όπως οι Αμπασίδες, οι Αγκλαβίδες, οι Φιτιμίδες, οι Αλμοάδες και οι Χαφσίδες. Για κάποιο χρονικό διάστημα κυριάρχησαν οι Ισπανοί, όμως το 1574 η Τυνησία περιλήφθηκε στην αχανή Οθωμανική Αυτοκρατορία με ανώτατο πολιτικό άρχοντα τον “αντιβασιλέα” ή μπέη. Την περίοδο της παρακμής της οθωμανικής κυριαρχίας η Τυνησία αποτέλεσε το μήλο της έριδας ανάμεσα στη Γαλλία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο και μέχρι το 1881 οι Τυνήσιοι ηγεμόνες πάσχιζαν να κρατούν μια ουδέτερη πολιτική απέναντι στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις όσο βέβαια αυτό ήταν δυνατό.
Ο Άχμαντ Μπέη (περίοδος ηγεμονίας 1837-1855) εξευρωπάισε σε σημαντικό βαθμό το στρατό, το ναυτικό, κατάργησε τη δουλεία και επέφερε αλλαγές στους μηχανισμούς διοίκησης. Ο Μουχάμαντ Μπέη (1855-1859) επιδίωξε χωρίς αποτέλεσμα την απομάκρυνση από την ευρωπαϊκή επιρροή.
Κατά την ηγεμονία του διαδόχου του Μουχάμαντ ας – Σαντίκ (1859-1882) ανακηρύχτηκε στην Τυνησία το πρώτο αραβικό σύνταγμα (1861), χρεοκόπησε η Τυνησία (1869) και εγκαταστάθηκε μια ευρωπαϊκή (Γαλλία – Αγγλία – Ιταλία) επιτροπή και η Γαλλία κατόρθωσε να αποκτήσει τον έλεγχο της Τυνησίας με την αγγλική συγκατάθεση στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878). Με τη συνθήκη Μπαρντό την οποία υπέγραψε ο Μουχάμαντ ας – Σαντίκ, η Γαλλία εγκατέστησε καθεστώς προτεκτοράτου στην Τυνησία (1881).
Ο 20ός αιώνας
Το 1911-1912 οι Γάλλοι κατέστειλαν μια πρώτη απόπειρα τυνησιακής αυτοδιάθεσης, όμως το 1920 δημιουργήθηκε το κόμμα Ντεστούρ, που ήταν η πρώτη προσπάθεια της πολιτικής οργάνωσης του τυνησιακού λαού και προωθούσε το αίτημα της συνταγματικής διακυβέρνησης, που θα επιφύλασσε ίση αντιμετώπιση για Τυνήσιους και Ευρωπαίους.
Η βίαιη εκτόπιση του ηγέτη του Ντεστούρ Αμπντ αλ – Αζίζ ατ – Τααλιμπί και η λήψη μέτρων καταστολής αποδυνάμωσε το εθνικό κίνημα. Το 1934 ο εθνικιστής και λαϊκός δικηγόρος Χαμπίμπ Μουργκίμπα ίδρυσε το κόμμα Νέο – Ντεστούρ, το οποίο το 1934 χωρίστηκε και το 1938 κηρύχτηκε επίσημα εκτός νόμου. Ο Μπουργκίμπα και οι υπόλοιποι ηγέτες φυλακίστηκαν.
Η χώρα παρέμεινε υπό ναζιστική κατοχή από το Νοέμβριο του 1942 μέχρι τον Μάιο του 1943. Μετά την απελευθέρωση της Τυνησίας από τους Γερμανούς και την ανάληψη της εξουσίας από τους Γάλλους, απογοήτευση προκλήθηκε στους Τυνήσιους που εκδήλωναν την αντίδρασή τους με τρομοκρατικές ενέργειες και εθνιστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στα ορεινά.
Τον Ιούλιο του 1954 ο Γάλλος πρωθυπουργός Πιερ Μαντές – Φρανς υποσχέθηκε την παραχώρηση της πλήρους αυτονομίας και στις 20 Μαρτίου 1956 αποδέχτηκαν Γάλλοι και Τυνήσιοι τη συμφωνία ανεξαρτησίας της Τυνησίας με πρωθυπουργό τον Χαμπίμπ Μπουργκίμπα.
Στις 25 Ιουλίου 1957 ανακηρύχθηκε η δημοκρατία της Τυνησίας με πρόεδρό της τον Μπουργκίμπα. Το 1963 η Γαλλία εκκένωσε την Μπιζέρτα από τις στρατιωτικές της δυνάμεις. Το 1964 το κόμμα Νεο-Ντεστούρ έλαβε την ονομασία Σοσιαλιστικό Κόμμα Ντεστούρ και η Τυνησία εθνικοποίησε αιφνιδιαστικά τις γαίες, που κατείχαν οι αλλοδαποί με αποτέλεσμα την επιδείνωση των γαλλοτυνησιακών σχέσεων.
Η περίοδος 1970 ως 1978 χαρακτηρίζεται από μια αυξανόμενη λαϊκή αντίδραση απέναντι στο μονοκομματικό καθεστώς του Μπουργκίμπα, ο οποίος διατηρούσε ισοβίως το προεδρικό αξίωμα από το 1975. Συχνό φαινόμενο ήταν οι απεργίες και οι πορείες διαμαρτυρίας. Στο μεταξύ η Τυνησία βελτίωνε τη θέση της στον αραβικό κόσμο και το 1979 (μέχρι το 1990) έγινε η έδρα του Αραβικού Συνδέσμου, όταν η έδρα μεταφέρθηκε από το Κάιρο στην Τύνιδα.
Τον Αύγουστο του 1982 (και μέχρι το 1994) η τυνησιακή πρωτεύουσα φιλοξένησε την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, επειδή ο ηγέτης της Γιασέρ Αραφάτ έφυγε για λόγους ασφαλείας από τη Βηρυτό.
Το 1983 θεσμοθετήθηκε η αρχή του πολυκομματισμού και το 1987 η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει την άνοδο του μουσουλμανισμού και ο πρωθυπουργός Ζιν ελ – Αμπιντίν Μπεν Άλι διαδέχτηκε τον Μπουργκίμπα στο ανώτατο πολιτικό αξίωμα. Το 1988 αναθεωρήθηκε το σύνταγμα, εκδημοκρατίστηκαν οι θεσμοί καταργήθηκε η ισόβια προεδρία και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ντεστούρ έλαβε το νέο όνομα Συνταγματικός Δημοκρατικός Συναγερμός.
Στις εκλογές του Απριλίου 1989 του στρατηγού Μπεν Άλι θριαμβευτικά (με το 95% των ψήφων!) εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας και η κοσμική εξουσία επέτεινε τις πιέσεις της προς τους ισλαμισμούς. Το 1994 με τις προεδρικές εκλογές που έγιναν επιβεβαιώθηκε ότι ισχύει σχεδόν ο μονοκομματισμός του Συνταγματικού Δημοκρατικού Συναγερμού.
Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Πρόεδρος της Δημοκρατίας παραμένει ο Μπεν Άλι στις εκλογές του Μαρτίου του 1994 (99% των ψήφων) για δεύτερη πενταετία και πρωθυπουργός είναι ο Μωχάμεντ Γκιανούτσι από τις 17 Νοεμβρίου 1999.
