Technology Wiki

Καλώς ήρθατε στο πληρέστερο λεξικό τεχνολογίας ή απλά τεχνολογική εγκυκλοπαίδεια (αγγλικά Technology Wiki) όπου μπορείτε να βρείτε την εξήγηση και την ερμηνεία για διάφορες ορολογίες του διαδικτύου, της πληροφορικής, των υπολογιστών και γενικότερα των συσκευών της σημερινής γενιάς, όπως και εκείνες των παλαιότερων ετών.

Πίνακας περιεχομένων

A

AC Adapter

(Alternating Current Adapter) Η συσκευή που χρησιμοποιείται για να προσαρμόζει το εναλλασσόμενο ρεύμα που, σε αντίθεση με το συνεχές, αλλάζει τη φορά του 50 με 60 φορές το δευτερόλεπτο. Το ρεύμα αυτό είναι ακατάλληλο για την τροφοδοσία του ηλεκτρονικού υπολογιστή, και γι’ αυτό το λόγο χρησιμοποιείται ο προσαρμοστής.

Access Time

Χρόνος προσπέλασης. Ο χρόνος που χρειάζεται ένα πρόγραμμα ή μια συσκευή, για να εντοπίσει μια μονάδα πληροφορίας και να τη διαθέσει στο σύστημα για επεξεργασία. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για να αποτυπώσει τους χρόνους προσπέλασης σε chip μνήμης και συσκευές αποθήκευσης δεδομένων. Στην περίπτωση της κεντρικής μνήμης, τα chip τύπου DRAM (dynamic random access memory) έχουν χρόνους προσπέλασης από 50 έως 150ns (nanoseconds, 1ns = 1 δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου). Τα chip τύπου SRAM (Static RAM) έχουν χρόνους προσπέλασης από 5 έως 10ns. Στην περίπτωση των συσκευών αποθήκευσης δεδομένων, και πιο συγκεκριμένα των σκληρών δίσκων, ο χρόνος προσπέλασης μετριέται σε ms (milliseconds, 1 ms = 1 χιλιοστό του δευτερολέπτου). Ένας μέσος σκληρός δίσκος έχει χρόνο προσπέλασης γύρω στα 10ms.

ACPI

(Advanced Configuration and Power Interface). Μια προδιαγραφή για διαχείριση ενέργειας (power management), η οποία αναπτύχθηκε από τις Intel, Microsoft και Toshiba, και πρόκειται να περιέχεται στη νέα έκδοση των Windows. To ACPI επιτρέπει στο λειτουργικό σύστημα να ελέγχει την ποσότητα της ισχύος που θα δίδεται σε κάθε συσκευή συνδεδεμένη στον υπολογιστή. Με το ACPI τα Windows θα μπορούν να σβήνουν τα περιφερειακά που δεν χρησιμοποιούνται.

ActiveX

Έτσι ονομάζεται μια κατηγορία φορητών controls των Visual περιβαλλόντων της Microsoft (Visual Basic, Visual C++, J++), τα οποία βρίσκουν εφαρμογή στον προγραμματισμό εφαρμογών και σε σελίδες Web.

Active Matrix Display

Tύπος επίπεδης οθόνης (LCD flat-panel), στην οποία η ανανέωση της εικόνας γίνεται πιο συχνά από ό,τι στις συνηθισμένες επίπεδες οθόνες (Passive-Matrix). Οι γνωστότερες οθόνες Αctive-Μatrix είναι οι TFT.

ADC

(Analog to Digital Converter) Συσκευή που μετατρέπει τα στοιχεία αναλογικής μορφής σε στοιχεία ψηφιακής μορφής.

ADF

(Automatic Document Feeder) Ειδική συσκευή που ενσωματώνεται σε ένα σαρωτή και τον τροφοδοτεί αυτόματα με τις προς σάρωση σελίδες. Το ADF συνδέεται σε ειδική θύρα του σαρωτή, συνήθως DB9 ή mini-DIN.

ADSL

(Asymmetric Digital Subscriber Line) Eίναι μια τεχνολογία για τη μετάδοση ψηφιακών πληροφοριών σε πολύ υψηλές ταχύτητες, μέσα από τις υπάρχουσες τηλεφωνικές γραμμές. Το ADSL παρέχει συνδέσεις που είναι πάντα ανοικτές – δεν χρειάζεται, δηλαδή, η πραγματοποίηση κλήσης για σύνδεση. Οι ταχύτητες μεταφοράς δεδομένων που μπορούν να επιτευχθούν, κυμαίνονται από τα 512Kbps έως τα 6Mbps. Η ταχύτητα αυτή αφορά μόνο το downstream (λήψη δεδομένων), ενώ το upstream (αποστολή δεδομένων) χαρακτηρίζεται από ταχύτητα ανάμεσα σε 16 και 640Kbps.

AGP

(Accelerated Graphics Port). Αρχιτεκτονική διαύλου που αναπτύχθηκε από την Intel. Έχει σχεδιαστεί έτσι, ώστε να διαχειρίζεται τις μεγάλες ποσότητες δεδομένων των γραφικών τριών διαστάσεων. Έχει υψηλότερες προδιαγραφές από το PCI καθώς και τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην κεντρική μνήμη ενός συστήματος, γι’ αυτό και το αντικατέστησε στον τομέα της απεικόνισης γραφικών.

Alpha version

Έκδοση μιας εφαρμογής, η οποία ακόμα δεν είναι έτοιμη και βρίσκεται σε εξελικτικό στάδιο. Συνήθως οι εφαρμογές λογισμικού περνούν από δύο στάδια, από τις εκδόσεις Alpha version, και αργότερα από τις Beta version, μέχρι να φτάσουν στην τελική έκδοση.

AMR

Το ΑΜR (Audio Modem Riser) είναι ένα slot πάνω στις μητρικές, η εισαγωγή του οποίου έγινε από την Intel. Με τη χρήση του AMR ο κατασκευαστής μπορεί να δημιουργήσει, για παράδειγμα, πολύ φθηνά modems (Soft-modems), τα οποία χρησιμοποιούν την ισχύ του επεξεργαστή για να λειτουργήσουν.

Anti-aliasing

Τεχνική φιλτραρίσματος που χρησιμοποιείται από τις κάρτες γραφικών για την καλύτερη απεικόνιση τρισδιάστατων γραφικών. Η τεχνική αυτή ομαλοποιεί τις οδοντωτές ακμές των καμπύλων γραμμών.

Antivirus

Μια κατηγορία προγραμμάτων, η οποία είναι υπεύθυνη για την προστασία και την απομάκρυνση των ιών (Virus) από ένα προσβεβλημένο σύστημα.

API

(Application Programming Interface) Είναι ένα σύνολο από ρουτίνες και γενικώς έτοιμα εργαλεία που διευκολύνουν τους προγραμματιστές στη δημιουργία εφαρμογών.

APM

Advanced Power Management (Προηγμένη Διαχείριση Ενέργειας). Ένα χαρακτηριστικό που συναντάμε συνήθως στους φορητούς υπολογιστές (notebooks), και το οποίο τερματίζει τη λειτουργία τμημάτων του υπολογιστή (οθόνη, σκληρός δίσκος κ.λπ.) μετά από κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αδράνειας, προκειμένου να εξοικονομηθεί ενέργεια.

Applet

Μια μικρή εφαρμογή – πρόγραμμα, όπως, για παράδειγμα, τα προγράμματα σχεδιασμού των Windows. Toν τελευταίο καιρό θα συναντήσετε πολύ συχνά τη φράση Java Applets που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικρές εφαρμογές σε Java.

Archie

Ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τον εντοπισμό αρχείων σε anonymous FTP sites. Java.

ASCII

(American Standard Code for Information Interchange) Η πιο συνηθισμένη μορφή απλών αρχείων κειμένου, όπου κάθε χαρακτήρας αντιπροσωπεύεται από ένα δυαδικό αριθμό 7-bit (δηλαδή μια σειρά 7 χαρακτήρων που μπορούν να είναι 0 ή 1). Στο πρότυπο αυτό καθορίζονται συνολικά 128 χαρακτήρες.

ATA

(Advanced Technology Attachment). Aποτελεί τη βασική προδιαγραφή, σύμφωνα με την οποία υλοποιείται το πρωτόκολλο σύνδεσης ενός σκληρού δίσκου με τον υπολογιστή.

ATX

Η σύγχρονη τάση σχεδίασης και κατασκευής των motherboards. Βασική οπτική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη σχεδίαση “baby AT” είναι η αλλαγή του προσανατολισμού κατά 90 μοίρες. Η αλλαγή αυτή επέτρεψε και ουσιαστικές βελτιώσεις, όπως την εξάλειψη των καλωδίων σύνδεσης των θυρών από την πλακέτα στο κουτί του υπολογιστή και την τοποθέτηση των μονάδων αποθήκευσης και του κεντρικού επεξεργαστή πιο κοντά στους αντίστοιχους connectors του motherboard.

Average Latency

Όταν έχει ολοκληρωθεί μια διαδικασία αναζήτησης δεδομένων σε ένα σκληρό δίσκο και οι κεφαλές του έχουν τοποθετηθεί στον τομέα που έχει τα δεδομένα που έχουν εντοπιστεί, μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα μέχρι να τοποθετηθεί ο τομέας αυτός ακριβώς κάτω από την κεφαλή του δίσκου. Αυτό το χρονικό διάστημα αποτελεί το μέσο χρόνο λανθάνουσας κατάστασης ή average latency.

AVI

(Audio Video Interleave). Το standard format αρχείων video που ανέπτυξε η Microsoft. Tα αρχεία αυτού του τύπου έχουν κατάληξη avi και συνήθως έχουν ανάλυση 320×240 pixels και δειγματοληψία 30 frames per second. Βασικό πλεονέκτημα αυτού του format, το οποίο το έχει κάνει ιδιαίτερα δημοφιλές, είναι η δυνατότητα να αναπαραχθούν τα αρχεία του χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη εξειδικευμένου hardware. Υποστηρίζει πολλές τεχνικές συμπίεσης, γνωστότερες από τις οποίες είναι η Indeo και η Cinepak.

AI (Artificial Inteligence)

Artificial Inteligence. Τεχνητή ευφυία, διανόηση και νοημοσύνη. Ο όρος στοιχειοθετήθηκε για πρώτη φορά από το MIT (Massachusetts Institute of Technology – 1956 John McCarthy ) και αφορά στην ανάπτυξη της ικανότητας μιας μηχανής να εκτελεί αυτόματα εντολές που απαιτούν κανονικά την ανθρώπινη ευφυία.

ABIOS

Advanced Bios. Χρησιμοποιείται από το λειτουργικό σύστημα [OS/2]

AT

(Advanced Technology). Προχωρημένη τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την IBM το 1984 και αναφέρεται σε συγκεκριμένο σχεδιασμό των επεξεργαστών, της κυρίως πλακέτας, του τροφοδοτικού, και του συνόλου των περιφερειακών. Σήμερα ο όρος έχει γενικότερη χρήση και αναφέρεται μόνο σε παλαιότερα μοντέλα επεξεργαστών.

AT (Εντολές AT)

Εντολές AT. Λειτουργική εντολή που χρησιμοποιείται από τα modem τύπου Hayes και τα συμβατά με αυτά. Μια τυπική εντολή ΑΤ μπορεί να κάνει επιλογή ενός αριθμού τηλεφώνου ή να κλείσει το τηλέφωνο.

APL/A Programming Language

Η γλώσσα APL (A Programming Language) είναι μία γενικού περιεχομένου γλώσσα προγραμματισμού τρίτης γενιάς (3GL) που επιτρέπει ορισμένη επεξεργασία δεδομένων και την έκφρασή τους μέσα από ένα συγκεκριμένο σύνολο ASCII συμβόλων για τη δημιουργία προγραμμάτων που είναι πολύ πιο σύντομα από ότι αν ο προγραμματιστής είχε χρησιμοποιήσει περισσότερες από μία γλώσσες.

ASP Aggregator

Μία εταιρεία που συνδυάζει και παρέχει για περαιτέρω διανομή ένα σύνολο από ASP υπηρεσίες ή μία σειρά από προϊόντα που συνήθως προέρχονται από πολλούς και διαφορετικούς εταιρικούς συνεργάτες.

ADA

Ονομασία γλώσσας προγραμματισμού υψηλού επιπέδου ενώ περιέχει πολλές καινοτομίες. Η ονομασία της οφείλετε στην ερευνήτρια Augusta Ada Byton που την δημιούργησε.

Address Bus

Το σύνολο των αγωγών που συνδέουν τον μικροπεξεργαστή με τα πλακίδια ολοκληρωμένου συστήματος της μνήμης.

ASP

Οι Application Service Providers (ASPs) αποτελούν third-party entities που διαχειρίζονται και παρέχουν υπηρεσίες και λύσεις λογισμικού στους πελάτες τους μέσω ενός βασικού κέντρου δεδομένων κατά μήκος ενός wide area δικτύου. Ουσιαστικά, οι ASPs παρέχουν στις εταιρείες τη δυνατότητα να προχωρήσουν στο outsourcing ορισμένων ή όλων των ΙΤ δραστηριοτήτων τους.

B

BackUP

Αρχή με την οποία ο διαχειριστής ενός δικτύου λαμβάνει την πρόνοια να κρατά αντίγραφα των δεδομένων, των αρχείων και των προγραμμάτων για να εξασφαλίσει την ομαλή συνέχιση των εργασιών σε περίπτωση προβλήματος ή βλάβης στα μηχανικά-ηλεκτρονικά μέρη ενός υπολογιστή.

Bad sector

Κάθε δίσκος διαιρείται σε sectors – τομείς (η μικρότερη δυνατή μονάδα), clusters, συμπλέγματα και tracks, αυλάκια. Αν ένας τομέας είναι κατεστραμμένος, δεν μπορεί να αποθηκεύσει δεδομένα αξιόπιστα. Αν αποθηκεύσετε ένα αρχείο και μέρος του αρχείου αποθηκευτεί σε έναν καταστραμμένο τομέα, δεν θα είναι εφικτό το άνοιγμα του αρχείου αυτού.

Bandwidth

Η ποσότητα των δεδομένων που μπορεί να μεταδοθεί σε συγκεκριμένο χρόνο. Σε ψηφιακές συσκευές το bandwidth μετριέται σε bits ανά δευτερόλεπτο (bps) ή bytes ανά δευτερόλεπτο. Σε αναλογικές συσκευές το bandwidth μετριέται σε κύκλους ανά δευτερόλεπτο (Hertz – Hz). Το bandwidth είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε συσκευές εισόδου εξόδου (Ι/Ο). Για παράδειγμα, ένας ταχύτατος σκληρός δίσκος μπορεί να εμποδίζεται στη λειτουργία του από ένα bus με μικρό bandwidth. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος, για τον οποίο συνεχώς σχεδιάζονται και υλοποιούνται νέα buses για τους υπολογιστές, όπως το AGP και το USB.

BASIC

(Beginner’s All-Purpose Symbolic Instruction Code). Είναι μια γλώσσα προγραμματισμού που συμπεριλαμβανόταν παλιά στο πακέτο του MS-DOS. Η BASIC θεωρείται από πολλούς ευκολότερη από όλες τις άλλες γλώσσες προγραμματισμού και είναι εύκολη στην εκμάθησή της.

BBS

Ένας υπολογιστής που είναι προσπελάσιμος μέσω modem και χρησιμεύει στη διανομή ή ανταλλαγή μηνυμάτων ή αρχείων. (Bulletin Board System)

Benchmark

Ένα τεστ που χρησιμοποιείται για τη σύγκριση της απόδοσης συσκευών ή προγραμμάτων. Είναι συνήθης η χρήση ενός μόνο ή ενός συνόλου από benchmarks σε συγκριτικές ή μεμονωμένες δοκιμές προϊόντων. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τους ελέγχους που κάνει κάθε benchmark, ώστε να αποφεύγεται η λανθασμένη σύγκριση προϊόντων.

BeOS

Ένα λειτουργικό σύστημα από την Be Inc., το οποίο χρησιμοποιείται σε υπολογιστές PowerPC αλλά και σε συμβατούς x86.

BIOS Basic Input/ Output System

Tο λογισμικό το οποίο είναι ενσωματωμένο σε chip που βρίσκεται πάνω στην motherboard. To BIOS εκτελεί την λειτουργία POST για το έλεγχο και την προετοιμασία έναρξης λειτουργίας των υποσυστημάτων του υπολογιστή και κατόπιν φορτώνει το λειτουργικό σύστημα. Μετά την εκκίνηση τα Bios Run-Time Services ελέγχουν σε “χαμηλό επίπεδο” τις διάφορες συσκευές και παρέχουν χαρακτηριστικά όπως το DMI και η διαχείριση ενέργειας.Στους σύγχρονους υπολογιστές, το BIOS εγγράφεται σε flash memory chip για να ανανεώνεται όταν κρίνεται αναγκαίο.

Bit mapping

Η αναπαράσταση μιας εικόνας στη μνήμη, η οποία αποτελείται από σειρές και στήλες κουκίδων. Για απλά μονόχρωμα γραφικά, ένα bit αρκεί για να αναπαραστήσει μια κουκίδα, όμως για χρώματα και διαβαθμίσεις του γκρι, κάθε κουκίδα χρειάζεται περισσότερα από ένα bits. Όσο περισσότερα bits χρησιμοποιούνται για την αναπαράσταση μιας κουκίδας, τόσα περισσότερα χρώματα και διαβαθμίσεις του γκρι μπορούν να αναπαρασταθούν.

Bit

Τα bit χρησιμοποιούνται για την εσωτερική αναπαράσταση των αριθμών, χαρακτήρων και εντολών. Το Bit είναι η ελάχιστη μονάδα μνήμης και, κατά συνέπεια, η ελάχιστη μονάδα πληροφορίας που χρησιμοποιείται στα υπολογιστικά συστήματα. Με άλλα λόγια το BIT είναι η θεμελιώδης μονάδα πληροφορίας.

BMP

Bitmap Format, Πρωτόκολλο της Microsoft που επιτρέπει την αποθήκευση εικόνων ράστερ σε ασυμπίεστη μορφή.

BNC

(Βύσμα ομοαξονικών καλωδίων) Τύπος συνδετήρα που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση ομοαξονικών καλωδιώσεων. Έχει μια κεντρική ακίδα, η οποία συνδέεται στον κεντρικό αγωγό του καλωδίου, ενώ η εξωτερική θωράκιση του καλωδίου συνδέεται στο μεταλλικό περίβλημα” της ακίδας. Οι πιο γνωστές εφαρμογές των συνδετήρων BNC είναι στις ομοαξονικές καλωδιώσεις τοπικών δικτύων, που αναφέρονται ως τύπου 10Base-2. Οι συνδετήρες BNC χρησιμοποιούνται σε μερικές περιπτώσεις και για τη σύνδεση μιας κάρτας γραφικών με μια οθόνη. Αυτού του τύπου η σύνδεση προσφέρει μεγαλύτερη ακρίβεια σήματος και -προφανώς- υψηλότερη ποιότητα απεικόνισης.

Boolean algebra

Μια άλγεβρα που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο των υπολογιστικών συστημάτων. Στην άλγεβρα Boole, υπάρχει ένα σύνολο στοιχείων Β που αποτελείται αποκλειστικά από ψηφία 0 και 1. Υπάρχουν ακόμα δυο διμελείς πράξεις AND -XOR, και ένας μοναδιαίος τελεστής (Complement Operation). Οι πράξεις αυτές ικανοποιούν μια σειρά από νόμους, όπου τα X,Y και Z αντιπροσωπεύουν τυχαία στοιχεία του B.

Boolean Logic

Πρόκειται για ένα τμήμα των μοντέρνων μαθηματικών, καθιερωμένο από τον Boole, το οποίο βασίζεται στην ύπαρξη δυο αντίθετων οντοτήτων (που εκφράζονται κυρίως με το 1 και το 0). Τα τελευταία δεν χρησιμοποιούνται ως αριθμοί αλλά ως δύο αντίθετες καταστάσεις ενός μεγέθους, όπως η αναπαράσταση της στάθμης μιας ηλεκτρικής τάσης ή της ιδιότητας ενός αντικειμένου” σε ένα πρόγραμμα. Η Boolean λογική χρησιμοποιείται ευρέως στην ηλεκτρονική και την πληροφορική.

Booster

(Σε σχέση με UPS) Ειδικό κύκλωμα που ανιχνεύει την τάση εισόδου στο UPS και αν αυτή βρεθεί χαμηλότερη από μια συγκεκριμένη τιμή, την αυξάνει ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί από τη συσκευή.

Boot Sector

Σε έναν υπολογιστή ο όρος Boot αναφέρεται στη διαδικασία εκκίνησης του λειτουργικού συστήματος και μεταφοράς του στην κύρια μνήμη. Το boot sector είναι η περιοχή στην επιφάνεια ενός δίσκου, όπου είναι αποθηκευμένες οι πληροφορίες του λειτουργικού συστήματος που θα χρειαστούν κατά την εκκίνηση.

Boot

Συντομία του Βootstrap. Η διαδικασία του φορτώματος των ελάχιστων προγραμμάτων που είναι αναγκαία για την εκκίνηση ενός υπολογιστικού συστήματος. Συνήθως, πρόκειται για το λειτουργικό σύστημα του υπολογιστή, διότι χωρίς αυτό ο υπολογιστής δεν είναι σε θέση να εκτελέσει κάποιο πρόγραμμα. Υπάρχει το “ψυχρό” και το “ζεστό” boot. Ψυχρό boot κάνουμε όταν σβήνουμε εντελώς τον υπολογιστή, ενώ θερμό, όταν κάνουμε επανεκκίνηση.

Bounce

Σύγχρονος, ανεπίσημος όρος που αναφέρεται στα μυνήματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Όταν ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιστρέφει στον αρχικό αποστολέα γιατί δεν είναι δυνατή η παράδοση του.

Browser

Συντομία του Web browser. Ένα πρόγραμμα περιήγησης, το οποίο χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό και την απεικόνιση σελίδων του Web. Δύο από τους δημοφιλέστερους browsers είναι ο Netscape Navigator και ο Microsoft Internet Explorer. Και οι δύο είναι “graphical browsers”, δηλαδή μπορούν να απεικονίσουν, εκτός από κείμενο, και γραφικά. Οι πρώτοι browsers δεν είχαν τη δυνατότητα απεικόνισης γραφικών, αφού και η δομή του Internet ήταν διαφορετική και δεν υπήρχε ο multimedia χαρακτήρας που έχει λάβει. Σήμερα, η εικόνα, ο ήχος και το video είναι συνήθη και πολλές φορές αναπόσπαστα μέρη των sites.

Brute force

Η δοκιμή όλων των δυνατών συνδυασμών για την επίλυση ενός προβλήματος. Ένας τρόπος, ο οποίος χρησιμοποιείται συχνά σε πολλούς τομείς, παρότι πολλές φορές είναι πιο χρήσιμο να γίνεται χρήση πιο έξυπνων αλγόριθμων και αποκλεισμός ενός μεγάλου ποσοστού συνδυασμών.

Buffer

Κοινόχρηστη περιοχή προσωρινής αποθήκευσης δεδομένων για συσκευές hardware ή διαδικασίες μιας εφαρμογής, που λειτουργούν σε διαφορετικές ταχύτητες ή με διαφορετικές προτεραιότητες.

Bug

Ο όρος στα αγγλικά σημαίνει “έντομο” και προέρχεται από τη δεκαετία του 1940 όταν οι υπολογιστές χρησιμοποιούσαν καθοδικούς σωλήνες αντί των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων. Τα έντομα (bugs) που ελκύονταν από το φως των σωλήνων, πετούσαν μέσα στον υπολογιστή και προκαλούσαν βραχυκυκλώματα. Αυτό το φαινόμενο παρατηρήθηκε για πρώτη φορά από τον Lieutenant Grace Hopper το 1945 στο Harvard όταν ένα έντομο μπήκε ανάμεσα σε δύο electrical relays του περίφημου Mark II Aiken Relay Calculator και οδήγησε στην κατάρρευση του συστήματος. Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει προβλήματα σε προγράμματα που κάνουν το ίδιο το πρόγραμμα ή τον υπολογιστή να εργάζεται λανθασμένα ή να καταρρέει.

Bus Mastering

Στους διαύλους μεγάλου εύρους ζώνης (high bandwidth), όπως το PCI, διακινούνται κάθε δευτερόλεπτο μεγάλοι όγκοι δεδομένων. Φυσιολογικά, ο κεντρικός επεξεργαστής αναλαμβάνει να συντονίσει τη μεταφορά των δεδομένων μεταξύ των περιφερειακών συσκευών του υπολογιστή. Υπάρχει η δυνατότητα να καταργηθεί αυτός ο “ενδιάμεσος” όταν κατάλληλες συσκευές αναλάβουν τον έλεγχο του διαύλου (bus). Αυτές οι συσκευές ονομάζονται “bus masters” και η διαδικασία που αναλαμβάνουν, Bus Mastering. Οι συσκευές που έχουν ανάγκη να κάνουν Bus Mastering, είναι οι κάρτες γραφικών για να μπορούν να έχουν απευθείας πρόσβαση στην κεντρική μνήμη του συστήματος. Με τον τρόπο αυτό αυξάνονται οι επιδόσεις, όσον αφορά την επιτάχυνση γραφικών, ιδιαίτερα των τρισδιάστατων, τα οποία κάνουν χρήση της μνήμης του συστήματος. Συσκευές που έχουν ανάγκη να κάνουν Bus Mastering είναι οι κάρτες γραφικών για να μπορούν να έχουν απ’ ευθείας πρόσβαση στην κεντρική μνήμη του συστήματος. Με τον τρόπο αυτό αυξάνονται οι επιδόσεις, όσον αφορά την επιτάχυνση γραφικών, ιδιαίτερα των τρισδιάστατων, τα οποία κάνουν χρήση της μνήμης του συστήματος.

Bus

Ένα σύνολο καλωδίων ή κυκλωμάτων, μέσω του οποίου μεταφέρονται δεδομένα από ένα τμήμα ή περιφερειακό ενός υπολογιστή σε ένα άλλο. Το εσωτερικό (internal) bus συνδέει όλα τα εσωτερικά συνθετικά μέρη ενός υπολογιστή με τη CPU και την κεντρική μνήμη. Υπάρχει, επίσης, το expansion bus, το οποίο επιτρέπει στις κάρτες επέκτασης να προσπελάσουν τη μνήμη και τη CPU. Και τα δύο αναφέρονται μαζί ως system bus. Όλα τα buses αποτελούνται από δύο τμήματα: Το data bus και το address bus. Το πρώτο μεταφέρει τα δεδομένα και το δεύτερο μεταφέρει τις πληροφορίες για την παράδοσή τους. Το εύρος του bus καθορίζει πόσα δεδομένα μπορεί να μεταδοθούν σε μια χρονική μονάδα. Η ταχύτητά του μετράται σε MHz και το εύρος του σε bit. (2) Στα δίκτυα, το bus είναι ένα κεντρικό καλώδιο, το οποίο συνδέει όλες τις συσκευές σε ένα τοπικό δίκτυο. (LAN). Λέγεται και backbone.

Bar Code

Ραβδωτός κώδικας που απεικονίζει στοιχεία με συνδυασμούς παράλληλων γραμμών μεταβλητού πλάτους που μπορούν να αναγνωριστούν από ειδικά υπολογιστικά μηχανήματα. (Βλ.Bar Code Scanners)

Binary Digit

Binary Digit. Δυαδικό ψηφίο ( 0 ή 1 ). Χρησιμοποιείται για την έκφραση μιας από δυο δυνατές καταστάσεις ή τιμές. Στο δυαδικό 0 δεν υπάρχει ροή ή τάση από ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ στο 1 υπάρχει.

Byte

Byte ή Ψηφιολέξη. Ο όρος αφορά τον συνδυασμό δυαδικών ψηφίων που αποτελεί ενιαία και αυτοτελή μονάδα για τον ηλεκτρονικό υπόλογιστή. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να έχει την τιμή χαρακτήρα μέσα στις υπολογιστικές διατάξεις. Μια ψηφιολέξη αποτελείται από 8 bits και μπορεί να εκφράζει είτε ένα χαρακτήρα, είτε δυο ψηφία.

Bar Code Scanners

Ηλεκτρονική συσκευή που διαβάζει τα στοιχεία που απεικονίζονται με ειδικό ραβδωτό κώδικα. (Βλ. Bar Code)

Backbone

Ο κορμός ενός δικτύου Wide Area Network. Ένα Δίκτυο WAN είναι και το Internet.

C

C (Γλώσσα προγραμματισμού)

Γλώσσα προγραμματισμού που αναπτύχθηκε με αρχικό στόχο την υλοποίηση του λειτουργικού συστήματος UNIX, αλλά χρησιμοποιείται πλεόν σε ευρύτερη κλίμακα από τους προγραμματιστές. Η γλώσσα C συνδυάζει την δομή μιας γλώσσας υψηλού επιπέδου με την ικανότητα πρόσβασης στο υλικό της μηχανής.

Cache

(προφορά. “κας”) Πρόκειται για τη μνήμη που παρεμβάλλεται μεταξύ κύριας μνήμης και επεξεργαστή, με σκοπό την ταχύτερη τροφοδοσία του τελευταίου με δεδομένα και την ταχύτερη ανάκληση εντολών και λειτουργιών από προηγούμενες επεξεργασίες. Η cache είναι μνήμη υψηλής ποιότητας και ταχύτητας, άρα και κόστους. Όσο περισσότερη διαθέτει ένα σύστημα, τόσο ανεβαίνει κατακόρυφα η απόδοσή του.

Caching

Η cache είναι μια μικρή και γρήγορη μνήμη που διατηρεί τα δεδομένα, στα οποία έγινε πρόσφατα πρόσβαση, έτσι ώστε η επανάληψη της πρόσβασης σε αυτά να γίνεται γρηγορότερα.

CAD-CAM

(Computer Aided Design-Computer Aided Manufacturing) Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στη μηχανική και περιλαμβάνει το σχέδιο και την κατασκευή πάσης φύσεως μηχανών, εξαρτημάτων ή κτηρίων με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή.

CCD

(Charge Coupled Device) Μια τεχνολογία ημιαγωγών που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών με ιδιαίτερη ευαισθησία στο φως, όπως οι κάμερες και τα scanners εικόνων. Κάθε chip του CCD αποτελείται από μια σειρά φωτοκύτταρων με ιδιαίτερη ευαισθησία στο φως.

CDDB

(Compact Disk Data Base) Βάση δεδομένων, η οποία περιέχει πληροφορίες για μουσικούς τίτλους και καλλιτέχνες. Δημιουργήθηκε το 1993 από την εταιρεία Ti Kan και στη συνέχεια αναπτύχθηκε και λειτούργησε ως Internet Server. H CDDB χρησιμοποιείται από πολλές συσκευές αναπαραγωγής μουσικών CDs και δίνει τη δυνατότητα στο χρήστη να βλέπει πληροφορίες για τον αντίστοιχο μουσικό τίτλο και τον καλλιτέχνη όταν το CD αναπαράγεται.

CD-R drive

Compact Disk Recordable drive. Τύπος οδηγού οπτικών δίσκων, ο οποίος ενσωματώνει τεχνολογία για την αντιγραφή CDs. Είναι ένα drive, το οποίο συνδέεται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και μας δίνει τη δυνατότητα να αντιγράψουμε αρχεία από το σκληρό δίσκο σε CD-ROM. Σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενός απλού CD-ROM drive μπορούν να γίνουν αντιγραφές από CD σε CD όχι μόνο δεδομένων αλλά και audio. Το CD-R drive μπορεί να είναι εσωτερικό με χρήση πρωτοκόλλου IDE ή SCSI ή εξωτερικό με δυνατότητα σύνδεσης στην παράλληλη θύρα του υπολογιστή.

CGI Common Gateway Interface

WWW interactive γλώσσα προγραμματισμού

CGI

Common Gateway Interface. Προδιαγραφή για τη μεταφορά δεδομένων μεταξύ ενός World Wide Web server και ενός προγράμματος CGI. Ένα πρόγραμμα CGI είναι σχεδιασμένο για να δέχεται και να επιστρέφει δεδομένα που πληρούν τις αντίστοιχες προδιαγραφές. Το πρόγραμμα μπορεί να είναι γραμμένο σε οποιαδήποτε γλώσσα προγραμματισμού, όπως C, Perl, Java ή Visual Basic. Τα προγράμματα CGI είναι ο δημοφιλέστερος τρόπος αμφίδρομης, δυναμικής επικοινωνίας μεταξύ ενός Web server και του χρήστη. Για παράδειγμα, πολλές από τις σελίδες HTML που περιέχουν φόρμες προς συμπλήρωση, χρησιμοποιούν ένα πρόγραμμα CGI για την επεξεργασία των δεδομένων που εισάγει ο χρήστης. Ένα πρόβλημα των προγραμμάτων CGI είναι ότι σε κάθε εκτέλεση ενός script, ξεκινά μια νέα διαδικασία. Εάν υπάρχουν πολλοί χρήστες ταυτόχρονα σε έναν Web server και εκτελούνται πολλά scripts, ο server μπορεί να υπερφορτωθεί.

Chipset

Ένα σύνολο από ολοκληρωμένα (chip) που έχουν σχεδιαστεί για να εκτελούν μία ή περισσότερες πανομοιότυπες λειτουργίες. Υπάρχουν chipsets που υποστηρίζουν τις λειτουργίες της CPU σε ένα motherboard και είναι τα πιο γνωστά, άλλα που υποστηρίζουν τις λειτουργίες ενός modem κ.λπ. Οι νεότερες εκδόσεις chipsets περιλαμβάνουν συνήθως τις λειτουργίες που επιτελούσαν δύο ή περισσότερα ολοκληρωμένα, σε ένα.

Client

Ο client (πελάτης) είναι το πρόγραμμα ή ο χρήστης που ζητά και λαμβάνει δεδομένα από μια σχέση client/server. Για παράδειγμα, ένας χρήστης στο Internet είναι client στους servers όλων των sites που επισκέπτεται.

Clipboard

Μια ειδική περιοχή μνήμης ή αρχείο, όπου αποθηκεύονται δεδομένα προσωρινά, πριν αντιγραφούν σε κάποια άλλη περιοχή. Τα περισσότερα προγράμματα χρησιμοποιούν το Clipboard για τη λειτουργία της αντιγραφής. Όταν, για παράδειγμα, αντιγράφουμε μια λέξη χρησιμοποιώντας έναν επεξεργαστή κειμένου, η λέξη αυτή αποθηκεύεται προσωρινά στο Clipboard και, κατόπιν, από το Clipboard, στην περιοχή που θέλουμε. Στα Windows ο Clipboard χρησιμοποιείται για την αντιγραφή δεδομένων ακόμη και μεταξύ διαφορετικών προγραμμάτων.

Cluster

H στοιχειώδης μονάδα εντοπισμού τμημάτων ενός δίσκου, που μπορεί να αποτελείται από ένα ή περισσότερα φυσικά blocks, δηλαδή μονάδες δεδομένων σε ένα δίσκο.

CMYK

Το CMYK είναι ένας τρόπος σύνθεσης χρωμάτων. Τα αρχικά του σημαίνουν Cyan, Magenta, Yellow, blacK. Το CMYK είναι -κατά κάποιο τρόπο- ένα μοντέλο “αντίστροφο” του RGB (Red, Green, Blue). Ενώ στο RGB, όταν τα τρία χρώματα συντεθούν σε πλήρη φωτεινότητα, παράγουν το άσπρο χρώμα, όταν συντεθούν σε πλήρη “συγκέντρωση” τα χρώματα CMY, παράγεται το μαύρο.Το μοντέλο RGB χρησιμοποιείται, κυρίως, για οθόνες υπολογιστών, ενώ το CMYK, για εκτυπώσεις.

Cobol

(COmmon Business Oriented Language) High-level γλώσσα προγραμματισμού, η οποία δημιουργήθηκε για την ανάπτυξη μεγάλων εμπορικών εφαρμογών. Έκανε την εμφάνισή της το 1960 και είναι η δεύτερη παλαιότερη high-level γλώσσα προγραμματισμού μετά την Fortran.

Codec

Σύντμηση των λέξεων compressor/decompressor. Είναι ένας μαθηματικός αλγόριθμος που δηλώνει τον τύπο της συμπίεσης που χρησιμοποιείται κατά την εγγραφή video. Γνωστοί codecs είναι οι MPEG, M-JPEG και Indeo.

Compiler

Μια εφαρμογή, η οποία μετατρέπει τον source code -που είναι γραμμένος σε μια γλώσσα προγραμματισμού- σε object code. Ο κώδικας που δημιουργείται, είναι άμεσα εκτελέσιμος και δεν απαιτείται πλέον κάποιος interpreter για να εκτελεστεί.

Composite

Μορφή σήματος video, στην οποία συνδυάζονται όλες οι πληροφορίες (τα κόκκινα, μπλε και πράσινα σήματα, καθώς και, μερικές φορές, τα ηχητικά σήματα).

Controller

Ελεγκτής, ρυθμιστής. Ένα κομμάτι hardware ή software που λειτουργεί αυτόματα για να ρυθμίζει μια μεταβλητή ή ένα σύστημα.

Cookies

Μερικές πληροφορίες που αποστέλλονται από έναν Web server σε κάποιον Web browser. Οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται με τη μορφή ενός text file. Κάθε φορά που ο browser ζητήσει μια ιστοσελίδα από τον Web server, αυτές οι πληροφορίες αποστέλλονται πίσω σε αυτόν.

CRC

Το CRC (Cyclic Redundancy Checking) είναι μια μέθοδος για τον εντοπισμό λαθών σε δεδομένα που μεταφέρονται κατά τη διάρκεια μιας επικοινωνιακής σύνδεσης. Η συσκευή που στέλνει τα δεδομένα, εφαρμόζει ένα 16μπιτο ή 3ένα 2μπιτο πολυώνυμο στο πακέτο δεδομένων που είναι να αποσταλεί, και επισυνάπτει το παραγόμενο αποτέλεσμα στο πακέτο. Ο παραλήπτης εφαρμόζει το ίδιο πολυώνυμο στα δεδομένα και συγκρίνει το αποτέλεσμα με αυτό που έχει επισυναφθεί από τον αποστολέα. Αν υπάρχει συμφωνία, τα δεδομένα έχουν αποσταλεί κανονικά. Σε αντίθετη περίπτωση, ενημερώνει τον αποστολέα να στείλει ξανά τα δεδομένα.

CRT (Cathode-Ray Tube)

Πρόκειται για τον καθοδικό σωλήνα που υπάρχει στη συντριπτική πλειοψηφία των τηλεoράσεων και των οθονών υπολογιστών. Η λειτουργία του βασίζεται στη μετακίνηση μιας δέσμης ηλεκτρονίων κατά μήκος, από το πίσω προς το μπροστινό μέρος της οθόνης. Κάθε φορά που η δέσμη “διασχίζει” την οθόνη, φωτίζει φωσφορικές κουκκίδες (dots) στην εσωτερική επιφάνειά της, δημιουργώντας έτσι τις “ενεργές” περιοχές της οθόνης. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται, σχηματίζοντας με τον ίδιο τρόπο γραμμές από την κορυφή προς τη βάση της οθόνης, οι οποίες δημιουργούν μια πλήρη απεικόνιση.

CD-I

Compact Disc Interactive. Πρότυπο ψηφιακού δίσκου το οποίο σχεδιάστηκε για ανάγνωση με αλληλεπίδραση οπτικών και ηχητικών εγγραφών, σε συνδυασμό με μια τηλεοπτική συσκευή και ένα ειδικό μηχανισμό.

CD-ROM (drive)

Compact Disk Read Only Memory. Μονάδα δίσκου ανάγνωσης η οποία είναι σχεδιασμένη να διαβάζει δεδομένα, που έχουν κωδικοποιηθεί πάνω σε ένα δίσκο CD-ROM και είναι δυνατόν να μεταφέρονται από υπολογιστή σε υπολογιστή.

CGA

Color Graphics Adapter. O όρος δεν χρησιμοποιείται πλέον αφού αναφέρεται σε παλιά κυκλώματα προσαρμογής της οθόνης για συμβατούς υπολογιστές. Ένας προσαρμογέας οθόνης CGA, μπορεί να εμφανίσει μόνο τέσσερα χρώματα σε ανάλυση 320×200 ή ένα μόλις χρώμα σε ανάλυση 640×200.

CHS

Cylinders, Head, Sectors. Ο όρος αναφέρεται στο Logical Block Addressing (LBA), μια μέθοδος που χρησιμοποιείται με σκληρούς δίσκους SCSI και IDE για να μεταφράσει τα τμήματα του δίσκου επάνω στο σκληρό (Cylinders, Head, Sectors) σε λογικές διευθύνσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τα σύγχρονα BIOS.

CLI (Command Line Interface)

Command Line Interface. H γραμμή εισαγωγής εντολών που εμφανίζεται σε μια οθόνη και περιμένει την εντολή του χρήστη. Γενικότερα η γραμμή εντολής αρχίζει μετά το λεγόμενο Command Prompt. Π.Χ. C:\ μια_εντολή

CMOS

Complementary Metal Oxide Semiconductor. Ολοκληρωμένο κύκλωμα με δυνατότητα εξοικονόμησης ενέργειας, το οποίο έχει κατασκευαστεί για να υποκαθιστά τις λειτουργίες των άλλων ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, όπως οι επεξεργαστές και τα κυκλώματα μνήμης. Επίσης στο CMOS αποθηκεύονται οι ρυθμίσεις των βασικών μερών του συστήματος, ενώ μπορούν να διατηρηθούν ακόμα και αν ο υπολογιστής δεν τροφοδοτείται με ρεύμα.

D

DAC

Digital to Analog Converter

DAT

Digital Audiotape

Data Center

Μία κεντρική εγκατάσταση αποθήκευσης δεδομένων την οποία χρησιμοποιεί ένας ASP, για να διατηρήσει πληροφορίες από τις βάσεις δεδομένων που σχετίζονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων μέσα στα πλαίσια ενός οργανισμού.

Data Compression

Η δυνατότητα αποθήκευσης δεδομένων σε μια διαφορετική μορφή, προκειμένου να καταλαμβάνουν πολύ λιγότερο χώρο στην αποθηκευτική μονάδα. Σήμερα υπάρχουν αρκετές τεχνικές, με τις οποίες μπορεί να γίνει αυτό, αλλά μόνο μερικές έχουν αναγνωριστεί ως standard.

Database

Το σύνολο των πληροφοριών που έχει οργανωθεί σε μια βάση, έτσι ώστε να υπάρχει εύκολη πρόσβαση και ανανέωση στα περιεχόμενα.

dB

decibel

DC

(Direct Current) Συνεχές ρεύμα

Decoder

Συσκευή ή λογισμικό που μεταφράζει κωδικοποιημένες πληροφορίες, μετατρέποντάς τις στην αρχική τους μορφή, δηλαδή τις αποκωδικοποιεί. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά σε σχέση με πληροφορίες ήχου και video σε μορφή MPEG-2, οι οποίες πρέπει να αποκωδικοποιηθούν πριν χρησιμοποιηθούν. Η αποκωδικοποίηση γίνεται συνήθως μέσω hardware, διότι για να υλοποιηθεί μέσω software χρειάζεται μεγάλη υπολογιστική δύναμη.

DES

Data Encryption Standard

Dhrystone

Πρόγραμμα που δημιουργήθηκε το 1984 από τον R.P. Wecker για τη μέτρηση της integer performance σε ένα σύστημα.

Dial Up Adapter

Tο Dial Up Networking των Windows 95 αντί για μια φυσική κάρτα δικτύου (network adapter card) χρησιμοποιεί το Dial Up Adapter που είναι μια εικονική κάρτα δικτύου.

Digitize

H μετάφραση σε ψηφιακή μορφή. Για παράδειγμα, τα scanners μετατρέπουν (digitize) εικόνες από το χαρτί σε ψηφιακή μορφή, έτσι ώστε να μπορεί να τις αναπαραστήσει και να τις επεξεργαστεί ο υπολογιστής.

DIMM

Dual In-line Memory Module. Μικρή πλακέτα κυκλωμάτων, βάσει της οποίας κατασκευάζονται chips μνήμης. Προσφέρει bus επικοινωνίας μνήμης-CPU εύρους 64bit έναντι 32bit που έχουν τα SIMMs (Single In-line Memory Module). Οι επεξεργαστές κλάσης Pentium απαιτούν bus επικοινωνίας με τη μνήμη εύρους 64bit, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να απαιτείται εγκατάσταση των SIMMs ανά ζεύγος, ενώ τα DIMMs μπορούν να εγκατασταθούν κατά μονάδες.

DLL

Dynamic Link Library (Windows)

DMA

Direct Memory Access. Τεχνική μεταφοράς δεδομένων από την κύρια μνήμη σε μια συσκευή, παρακάμπτοντας τη CPU. Όσες συσκευές κάνουν χρήση των καναλιών DMA, μπορούν να μεταφέρουν δεδομένα από και προς τη μνήμη ταχύτατα – λειτουργία που είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε εφαρμογές real-time.

DNS

Domain Name System. Μια υπηρεσία αναζήτησης δεδομένων που χρησιμοποιείται στο Internet για τη μετατροπή των ονομάτων των servers του Web σε διευθύνσεις Internet.

Dot pitch

Μονάδα μέτρησης, η οποία δηλώνει τη διαγώνιο απόσταση μεταξύ δύο κουκκίδων φωσφόρου ίδιου χρώματος σε μια οθόνη. Η διάσταση αυτή μετριέται σε χιλιοστά του μέτρου και είναι βασικό χαρακτηριστικό για μια οθόνη, γιατί φανερώνει εν μέρει την ποιότητα της εικόνας της. Όσο μικρότερη τιμή έχει, τόσο καθαρότερη είναι η εικόνα. Οι συνηθέστερες τιμές σε οθόνες υπολογιστών κυμαίνονται μεταξύ 0,28 και 0,25mm.

Download

Όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά στον τομέα των επικοινωνιών και αναφέρεται στη λήψη δεδομένων μέσω δικτύου, αντίστροφος του όρου Upload, ο οποίος αναφέρεται στην αποστολή. Στην πληροφορική ο όρος αυτός χρησιμοποιείται κυρίως για την αντιγραφή αρχείων από το Internet σε προσωπικό υπολογιστή. O χρόνος αντιγραφής εξαρτάται από την ταχύτητα σύνδεσης στο Διαδίκτυο και από τον όγκο του αρχείου που θέλουμε να αντιγράψουμε. Όσο ταχύτερη είναι η σύνδεση και μικρότερο το αρχείο, τόσο πιο γρήγορα θα αντιγραφεί αυτό στον υπολογιστή μας, ενώ για μεγάλα σε μέγεθος αρχεία, όπως demos προγραμμάτων και παιχνιδιών, η αναμονή μπορεί να διαρκέσει αρκετές ώρες.

DPI

Dots Per Inch. Μονάδα μέτρησης της ανάλυσης εικόνων. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των στιγμών ανά ίντσα”, τόσο υψηλότερη είναι η ανάλυση και πιο διαυγής η απεικόνιση. Είναι η βασική μονάδα μέτρησης και αναφοράς για τους εκτυπωτές. Εάν ένας εκτυπωτής έχει ανάλυση 600dpi, σημαίνει ότι εκτυπώνει 600 “στιγμές” οριζόντια και άλλες τόσες κάθετα σε μια περιοχή του χαρτιού που έχει έκταση μία τετραγωνική ίντσα (1 ίντσα ισοδυναμεί με 2,5 εκατοστά περίπου).

DRAM

Dynamic Random- Access Memory

Driver

Software που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μια συσκευή και ένα πρόγραμμα ή το λειτουργικό, επιτρέποντας στα δεύτερα την επικοινωνία και το χειρισμό της πρώτης.

DSML

Η DSML (Directory Service Markup Language) είναι μια γλώσσα που συνδυάζει την τεχνολογία directory services (LDAP) με τη σύνταξη της γλώσσας XML, προκειμένου να υπάρχει ένας εύκολος τρόπος για τη χρήση και το διαμοιρασμό δεδομένων. Υποστηρικτές της γλώσσας αυτής είναι ήδη οι AOL-Netscape, Sun Microsystems, Oracle, Novell, Microsoft και IBM.

DSP

(Digital Signal Processor) Επεξεργαστής ψηφιακού σήματος. Ηλεκτρονικό κύκλωμα στον υπολογιστή, που είναι υπεύθυνο για την επεξεργασία ψηφιακών σημάτων. , Microsoft και IBM.

DTMF

Dual Tone Modulated Frequency

DTP

Desktop Publishing

DVD

Digital Versatile Disc ή Digital Video Disc. Ο νεότερος τύπος CD-ROM, στον οποίο μπορούν να αποθηκευτούν τουλάχιστον 4,7GB δεδομένων, ποσότητα αρκετή για μια ταινία διάρκειας 2 ωρών. Πολλοί πιστεύουν ότι το DVD θα αντικαταστήσει τα CD-ROMs, καθώς και τις κλασικές βιντεοκασέτες.

DVD-RAM

Τεχνολογία επανεγγραφής DVDs που βασίζεται στο πρότυπο DVD-RAM ή Book E, και συνδυάζει την τεχνολογία οπτικής εναλλαγής με εκείνη των οπτικο-μαγνητικών μέσων. Η επανεγγράψιμη χωρητικότητα των πρώτων DVD-RAM disks (που είναι τα πιο δημοφιλή) είναι της τάξης των 2,6GB ανά όψη, με έναν δίσκο DVD-RAM διπλής όψης να προσφέρει χωρητικότητα 5,2GB, ενώ αναμένεται η κυκλοφορία δίσκων DVD-RAM μεγαλύτερης χωρητικότητας. Για να γίνει εγγραφή ή επανεγγραφή ενός DVD-RAM disk, ο δίσκος πρέπει να είναι τοποθετημένος σε ειδικό cartridge διαστάσεων 124,6mm x 135,5mm x 8mm. Τα DVD-RAM drives είναι οι συσκευές που χρησιμοποιούνται για την επανεγγραφή των DVDs.

DVI

Digital Video Interactive

E

EDL

(Edit Decision List) Ειδικά αρχεία που μπορούν να μεταφραστούν και να κωδικοποιηθούν από επαγγελματικές πλατφόρμες επεξεργασίας video και τα οποία περιγράφουν βήμα προς βήμα τις διαδικασίες επεξεργασίας ενός video.

Enhanced IDE

Ενισχυμένη έκδοση του πρωτοκόλλου σκληρού δίσκου IDE, ικανή να αποδώσει υψηλούς δείκτες μεταφοράς. Το IDE -Integrated Drive Electronics (Ενσωματωμένα ηλεκτρονικά οδηγού)- είναι το πιο γνωστό interface σύνδεσης σκληρών δίσκων σε ένα PC. Ακολουθεί τις προδιαγραφές του standard ΑNSI AT Attachment, σύμφωνα με το οποίο υλοποιείται μια παραλλαγή του διαύλου επέκτασης ΑΤ για την επικοινωνία ενός σκληρού δίσκου με τον επεξεργαστή του υπολογιστή.

EPROM

Eraseable Programmable Read- Only Memory

Expanded Memory

Η μνήμη, της οποίας είναι δυνατή η χρήση μέσω ενός software διαχείρισης μνήμης, που ονομάζεται EMS (Extended Memory System) και δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε άλλου είδους μνήμη πέραν της συμβατικής. Η expanded μνήμη είναι μέρος της extended μνήμης.

Extended Memory

H μνήμη πάνω από το πρώτο Megabyte του χώρου διευθύνσεων της κεντρικής μνήμης σε έναν υπολογιστή.

ECP

Extended Capabilities Port. Τεχνολογική βελτίωση της παράλληλης θύρας η οποία υποστηρίζει αμφίδρομη επικοινωνία.

EDO RAM

Extended Data Out Random Access Memory. Τύπος γρήγορης μνήμης με δυνατότητα επεξεργασίας 2 block δεδομένων ταυτόχρονα. Την στιγμή που η EDORAM διαβάζει τα δεδομένα του επόμενου block μνήμης, στέλνει ταυτόχρονα το πρηγούμενο block στην CPU για επεξεργασία. Πλέον δεν χρησιμοποιείται στα καινούρια συστήματα αφού έχει αντικατασταθεί από την SDRAM.

EEPROM

Erasable Programmable Read-Only Memory. Ειδκός τύπος μνήμης που μπορεί να διαγραφεί ή προγραμματιστεί μέσω της εφαρμογής ηλεκτρικού ρεύματος στα ολοκληρωμένα κυκλώματα της μνήμης. Ουσιαστικά πρόκειται για μνήμη μόνο ανάγνωσης που μπορεί όμως να προγραμματιστεί.

EIDE

Enhanced IDE. Νεώτερη βελτιωμένη έκδοση του προτύπου πρωτόκολλου επικοινωνίας για σκληρούς δίσκους IDE που αναπτύχθηκε από την Western Digital Corporation.

EISA

Extended Industry Standard Architecture. Νεώτερη αναπροσαρμογή του προτύπου ISA (βλ.ISA).

EMM

Extended Memory Manager. Βοηθητικό πρόγραμμα-διαχειριστής μνήμης το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση σε DOS προγράμματα στην extended μνήμη του υπολογιστή.

EMS

Extended Memory Specification XMS. Πρότυπο λειτουργικών μονάδων το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση στην μνήμη ΕΜΜ (Βλ.ΕΜΜ). Το XMS επιτάσει την χρήση βοηθητικών προγραμμάτων διαχείρισης μνήμης (Himem.sys).

EPP

Enhanced Parallel Port. Τεχνολογική βελτίωση της παράλληλης θύρας η οποία υποστηρίζει αμφίδρομη επικοινωνία με μεγαλύτερες ταχύτητες.(Bλ. ECP).

EPS

Encapsulated Postcript. Πρότυπο μεταφοράς και εκτύπωσης εικόνων για την γλώσσα Postcript.

F

FAT

(File Allocation Table) Ένας ενσωματωμένος πίνακας που δημιουργείται σε κάθε μορφοποιημένο (formatted) δίσκο. Περιέχει μια καταχώρηση για κάθε cluster του δίσκου, η οποία δηλώνει εάν αυτό είναι κενό, χαλασμένο ή απλώς δείχνει το επόμενο cluster, στο οποίο συνεχίζεται ένα αρχείο. Πιο απλά, είναι ο πίνακας εντοπισμού αρχείων – κάτι σαν τα περιεχόμενα ενός βιβλίου.

FIFO

Στον προγραμματισμό το FIFO (first-in, first out) είναι μια προσέγγιση στην επεξεργασία κλήσεων (με τη γενικότερη έννοια της λέξης), κατά την οποία η παλαιότερη κλήση γίνεται πρώτη αντικείμενο επεξεργασίας.

Firewall

Το firewall είναι είτε το πρόγραμμα είτε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που προστατεύει τους πόρους του δικτύου από τους χρήστες άλλων δικτύων.

FireWire

Το FireWire είναι ένα external bus στάνταρ υψηλών ταχυτήτων, που προσφέρει ταχύτητες διαμεταγωγής δεδομένων της τάξης των 400Mbps. Αναπτύχθηκε από τις εταιρείες Apple και Texas Instruments και υποστηρίζει πολλαπλές ταχύτητες, hot swapping και ισόχρονη διαμεταγωγή δεδομένων, κάτι που το καθιστά ιδανικό για υλοποιήσεις multimedia και συσκευές με μεγάλες απαιτήσεις στον τομέα αυτό, όπως οι βιντεοκάμερες. Yποστηρίζει το Plug and Play, ενώ η εγκατάσταση στον υπολογιστή των συσκευών που ακολουθούν το πρότυπο FireWire, γίνεται πολύ εύκολα. Το FireWire είναι γνωστό και με τον τίτλο 1394, ενώ άλλες εταιρείες χρησιμοποιούν διαφορετικά ονόματα (όπως I-Link και Lynx) για να περιγράψουν τα προϊόντα που παράγουν και τα οποία βασίζονται στο στάνταρ αυτό.

Flash Memory

Είδος μνήμης, τα περιεχόμενα της οποίας διατηρούνται και μετά την παύση λειτουργίας της συσκευής. Η απομάκρυνση των στοιχείων, όμως, μπορεί να γίνει μόνο ανά ενότητες ή σε ολόκληρο το chip.

Flash

Τεχνική vector-graphic, η οποία χρησιμοποιείται για την αναπαράσταση διάφορων εφέ στο Web. Για να γίνει αναπαράσταση, θα πρέπει να είναι εγκατεστημένα μερικά plug-ins στον Web browser. To Flash είναι δημιούργημα της Macromedia Inc. και απαιτεί ένα σχετικά μικρό bandwidth.

Flicker

Το φαινόμενο τρεμουλιάσματος της οθόνης, που οφείλεται στη χρήση πεπλεγμένης σάρωσης. Κατά την πεπλεγμένη (interlaced) σάρωση η ακτίνα ηλεκτρονίων του καθοδικού σωλήνα σαρώνει πρώτα τις μονές γραμμές και μετά τις ζυγές.

FMD-ROM

Είναι ένα νέο αποθηκευτικό μέσο από την εταιρεία by Constellation 3D Inc. (C3D). Έχει τη δυνατότητα αποθήκευσης δεδομένων μέχρι και 140GB. Αυτά είναι 215 φορές περισσότερα από τα δεδομένα που αποθηκεύονται σε ένα CD-ROM και 23 φορές από αυτά σε ένα DVD-ROM.

Font

Ένα σύνολο χαρακτήρων εκτύπωσης ορισμένης μορφής και στυλ, π.χ. καλλιγραφικά, γοτθικά κ.λπ.

Format

H διαδικασία μορφοποίησης ενός αποθηκευτικού μέσου (δισκέτα, σκληρός δίσκος, μαγνητική ταινία) από το λειτουργικό σύστημα, έτσι ώστε το μέσο αυτό να είναι έτοιμο να δεχτεί δεδομένα προς εγγραφή.

FPS

Frames per second. O όρος αναφέρεται στη δειγματοληψία της εικόνας (καρέ ανά δευτερόλεπτο) κατά τη διάρκεια εγγραφής video ή κατά την αναπαραγωγή του. Πρόκειται, δηλαδή, για το ρυθμό της διαδοχής των σταθερών εικόνων που απαρτίζουν ένα video. Ένα frame αντιστοιχεί σε μία σταθερή εικόνα (καρέ). Για να έχουμε ομαλή αναπαραγωγή του video, χρειάζεται ρυθμός δειγματοληψίας τουλάχιστον 20 frames ανά δευτερόλεπτο.

Frame buffer

To τμήμα της μνήμης που δεσμεύεται για να κρατήσει την πλήρη bit-mapped (δείτε bit-mapping) εικόνα που αποστέλλεται στην οθόνη. Ο frame buffer αποθηκεύεται στη μνήμη της κάρτας γραφικών. Στις περιπτώσεις που η κάρτα γραφικών είναι ενσωματωμένη στο motherboard, ο frame buffer αποθηκεύεται στην κύρια μνήμη.

Frame

  1. Στα γραφικά είναι ένα παράθυρο δεδομένων ή ο ισότιμος χώρος αποθήκευσης των δεδομένων.
  2. Στις επικοινωνίες είναι ένα μπλοκ δεδομένων ή αλλιώς ένα πακέτο, το οποίο μεταδίδεται προς έναν παραλήπτη.
  3. Σε έναν Web browser είναι μια ξεχωριστή επιφάνεια της σελίδας, στην οποία υπάρχει η δυνατότητα κύλισης επάνω-κάτω.

Freeware

Μια κατηγορία προγραμμάτων, τα οποία διατίθενται δωρεάν από τους δημιουργούς τους. Πολλές φορές τέτοιου είδους προγράμματα δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα αντίστοιχα εμπορικά που αγοράζουμε.

FTP

Tα αρχικά σημαίνουν File Transfer Protocol. Πρόκειται για το πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά αρχείων μέσα από το Internet.

FDHD

Floppy Drive High Density. Ειδική τεχνική αποθήκευσης σε δισκέτες οι οποίες χρησιμοποιούν πολύ λεπτό μαγνητικό κράμα.

FPIO

Βλ. Hard Disk

FPU

Floating Point Unit. Ο όρος αναφέρεται στoν μαθηματικό συν-επεξεργαστή, και υπολογίζει την μονάδα κινητής υποδιαστολής ενώ υπάρχει σε όλα τα σύγχρονα συστήματα, επιτυγχάνοντας ταχύτερους μαθηματικούς υπολογισμούς και καλύτερες επιδόσεις.

G

Gateway

Συνδυασμός hardware και software, που συνδέει δύο διαφορετικούς τύπους δικτύων. Για παράδειγμα, οι gateways μεταξύ συστημάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας επιτρέπουν στους χρήστες που δουλεύουν σε συστήματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας διαφορετικής αρχιτεκτονικής, να ανταλλάσσουν μηνύματα μεταξύ τους.

GDI

(Graphic Device Interface) GDI είναι ένα πρότυπο των Windows για την αναπαράσταση γραφικών αντικειμένων και τη μετάδοσή τους σε συσκευές εξόδου. GDI printers ονομάζονται οι εκτυπωτές που δεν διαθέτουν δικό τους επεξεργαστή και μεταφέρουν το βάρος της επεξεργασίας δεδομένων της εκτύπωσης στον επεξεργαστή του συστήματος, με το οποίο είναι συνδεδεμένοι.

Grayscale

Κλίμακα τόνων, βάσει της οποίας ένα αρχείο γραφικών απεικονίζεται με τη χρήση έως και 256 διαβαθμίσεων του γκρίζου, συμπεριλαμβανομένων των άσπρων και μαύρων τόνων.

GSM

Global System for Mobile communications. Ένα από τα πιο διαδεδομένα και πρωτοπόρα κυψελοειδή ψηφιακά συστήματα κινητής τηλεφωνίας. Το GSM χρησιμοποιεί περιορισμένο εύρος συχνοτήτων, και με μια μέθοδο χρονικού διαμοιρασμού του συνόλου του διαθέσιμου εύρους (Time Division Multiplexing) επιτρέπει την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση πολλαπλών καναλιών δεδομένων. Συγκεκριμένα, υπάρχει η δυνατότητα να εξυπηρετηθούν ταυτόχρονα από την ίδια συχνότητα έως και οκτώ κλήσεις. Το GSM παρουσιάστηκε το 1991. Μέχρι τα τέλη του 1997 ήταν διαθέσιμο σε περισσότερες από 100 χώρες και είχε γίνει standard στην Ευρώπη και την Ασία.

GUI (Graphical User Ιnterface)

Το ενδιάμεσο περιβάλλον μεταξύ του χρήστη και ενός προγράμματος, το οποίο αξιοποιεί τις ικανότητες ενός υπολογιστή, ώστε να κάνει πιο εύκολο το χειρισμό του προγράμματος. Τα Windows είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα GUI. Η αντίθετη περίπτωση χρήσης ενός προγράμματος είναι μέσω γραμμής εντολών, όπως συμβαίνει στο DOS και στο UNIX. Το GUI, όπως είναι ευνόητο, καθιστά τα προγράμματα πιο εύχρηστα. Το πρώτο GUI σχεδιάστηκε από τη Xerox τη δεκαετία του 1970 αλλά έγινε δημοφιλές ως ιδέα και εφαρμόστηκε στους υπολογιστές τη δεκαετία του 1980, αρχικά από την Apple στους Macintosh. Τα βασικά συνθετικά μέρη ενός GUI είναι: Ο δείκτης (pointer), η συσκευή ένδειξης (pointing device), τα εικονίδια (icons), η επιφάνεια εργασίας (desktop), τα παράθυρα (windows) και τα μενού.

GB (Gigabyte)

Μονάδα μέτρησης η οποία ισούται με 1.073.741.824 bytes ή 1.000 megabytes

GIF

Graphic Interchange Format. Αρχείο γραφικών το οποίο αναπτύχθηκε από την Compuserve. H μορφή gif χρησιμοποιεί μια τεχνική, χωρίς απώλειες και η οποία μειώνει το μέγεθος ενός αρχείου γραφικού.

GPU

Graphics Processing Unit. Μονάδα επεξεργασίας γραφικών.

H

HAL

(Hardware Abstraction Layer) Ένα πρωτόκολλο μετάφρασης σε ένα λειτουργικό σύστημα ή σε ένα API, που τους δίνει τη δυνατότητα να εκτελούνται σε πολλαπλές πλατφόρμες hardware.

Half duplex

Τεχνική μετάδοσης δεδομένων, που επιτρέπει τη μεταφορά δεδομένων και προς τις δύο κατευθύνσεις αλλά όχι ταυτόχρονα.

Hand held Computer

Η/Υ με μικρές διαστάσεις που επιτρέπει στον κάτοχό του να τον χρησιμοποιεί κρατώντας τον στο χέρι του.

HDML

Handheld Device Markup Language. Ένας τρόπος μετάδοσης πληροφοριών στην οθόνη ενός κινητού. Κάτι αντίστοιχο με το γνωστό WAP. Το HDML είχε κυκλοφορήσει αρκετά πριν από τη δημιουργία του WAP και χρησιμοποιείται κυρίως από χρήστες στη νότια Αμερική.

HDTV

Η HDTV (High Definition TeleVision, μέρος του πρότυπου Advanced TV ή ATV) είναι μια νέα τεχνολογία τηλεόρασης που επιτρέπει απεικόνιση με ποιότητα όμοια με εκείνη των επαγγελματικών ταινιών των 35mm και ήχο αντίστοιχο ενός Compact Disc. Η τεχνολογία ΗDTV υπάρχει αυτήν τη στιγμή και χρησιμοποιείται σε συνδρομητικούς τηλεοπτικούς σταθμούς στο εξωτερικό. Στις ΗΠΑ είναι πλέον επιτρεπτή η μετάδοση σήματος βάσει του πρότυπου ATV. Τέλος, η HDTV χρησιμοποιεί ψηφιακή εκπομπή σήματος με την καθιερωμένη μέθοδο συμπίεσης MPEG-2.

HEL

(Hardware Emulation Layer) Το HEL είναι ένα πρωτόκολλο του Direct3D που εξομοιώνει μέσω λογισμικού τις λειτουργίες που δεν υποστηρίζονται από μια μονάδα υλικού (hardware). Οι εξομοιωμένες με αυτόν το τρόπο λειτουργίες έχουν συνήθως χαμηλότερη απόδοση σε σύγκριση με τη hardware υλοποίησή τους.

Host

Λέγοντας host εννοούμε έναν υπολογιστή, στον οποίο μπορεί να γίνει πρόσβαση από ένα χρήστη από μια απομακρυσμένη τοποθεσία. Συνήθως αυτό γίνεται με τη βοήθεια κάποιου modem μέσω της τηλεφωνικής γραμμής. Ο υπολογιστής, στον οποίο υπάρχουν τα δεδομένα, ονομάζεται host, ενώ ο υπολογιστής, τον οποίο χρησιμοποιεί ο χρήστης για να συνδεθεί, ονομάζεται terminal.

HTML

(HyperText Markup Language) Γλώσσα προσδιορισμού ιδιοτήτων υπερκειμένου με εφαρμογή στα κείμενα που “αναρτώνται” σε Web sites. Καθορίζει το είδος γραμματοσειράς, θέση, μέγεθος, διάφορα εφέ, animation κ.ά. των απεικονιζόμενων χαρακτήρων και γραφικών.

HTTP

(HyperText Transfer Protocol) Είναι το πρωτόκολλο επιπέδου εφαρμογών, το οποίο χρησιμοποιείται από το World Wide Web. To HTTP καθορίζει μια σειρά από παραμέτρους επικοινωνίας και μετάδοσης. Μεταξύ αυτών, καθορίζει τον τρόπο μορφοποίησης και μετάδοσης των μηνυμάτων (e-mail), καθώς και τις ενέργειες που θα κάνουν οι Web servers και οι browsers σε μια σειρά εντολών που θα λάβουν. Στο HTTP κάθε εντολή εκτελείται ξεχωριστά, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι εντολές που προηγήθηκαν. Βασικό του πλεονέκτημα είναι η δυνατότητα που έχει για τη μεταφορά πολλαπλών αρχείων μέσω της ίδιας σύνδεσης.

HUB

(Ένα κοινό σημείο (συσκευή) διασύνδεσης συσκευών σε ένα δίκτυο. Τα HUBs έχουν πολλές θύρες και χρησιμοποιούνται ευρέως για να συνδέσουν τμήματα (υπολογιστές ή περιφερειακές συσκευές) ενός τοπικού δικτύου (LAN). Όταν ένα πακέτο δεδομένων φτάνει σε μια θύρα, αντιγράφεται σε όλες τις υπόλοιπες θύρες του ΗUB, ώστε όλα τα τμήματα του τοπικού δικτύου να μπορούν να δουν όλα τα πακέτα. Υπάρχουν τριών ειδών HUBs. Το παθητικό λειτουργεί ως ένα απλό μέσο μεταφοράς για τα δεδομένα, στα οποία επιτρέπει να μεταφερθούν από μια συσκευή ή υπολογιστή σε έναν άλλο. Τα “έξυπνα” HUBs (Intelligent ή Μanageable) έχουν πρόσθετες δυνατότητες, οι οποίες επιτρέπουν στο διαχειριστή του δικτύου (administrator) να ελέγχει την κυκλοφορία των δεδομένων και να ρυθμίζει ανάλογα κάθε θύρα. Ο τρίτος τύπος των HUBs καλείται “switching” και μπορεί να διαβάσει τη διεύθυνση κάθε πακέτου, ώστε να το στείλει απευθείας στη σωστή θύρα.

Hz

Hertz

HFS

Hierarchical File System. Μέθοδος οργάνωσης των αρχείων σε ένα λειτουργικό σύστημα με την δομή δένδρου.

HSYNC

Horizontal Synchronization. Οριζόντια ανάλυση.

HSP (Hosting Services Provider)

Ένας Hosting Services Provider (HSP) είναι ουσιαστικά ένας Application Service Provider (ASP) που ειδικεύεται στο hosting υπηρεσιών. Τυπικά, λειτουργεί ένα Web server κόμβο, είτε σε ένα κέντρο δεδομένων είτε σε μία τοποθεσία που βρίσκεται στο ίδιο μέρος.

I

IC

(Integrated Circuit – ολοκληρωμένο κύκλωμα) Ολοκληρωμένο κύκλωμα -ή απλώς chip- είναι ένα μικρό ηλεκτρονικό στοιχείο από ημι-αγώγιμο υλικό. Το πρώτο integrated circuit κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 50 από τον Jack Kilby της Texas Instruments και το Robert Noyce της Fairchild Semiconductor. Τα ICs χρησιμοποιούνται σε διάφορες συσκευές, όπως μικροεπεξεργαστές, εξοπλισμό ήχου και video, ακόμα και σε αυτοκίνητα. Η ταξινόμηση των ολοκληρωμένων γίνεται βάσει του αριθμού των στοιχείων που περιέχουν, ως εξής: -SSI (small-scale integration): Μέχρι 100 στοιχεία ανά chip – MSI (medium-scale integration): Από 100 έως 3.000 στοιχεία ανά chip-LSI (large-scale integration): Από 3.000 έως 100.000 στοιχεία ανά chip-VLSI (very large-scale integration): Από 100.000 έως 1.000.000 στοιχεία ανά chip-ULSI (ultra large-scale integration).

IDE

Integrated Device Electronics. Βλ. EIDE

IEEE

Ένα κομμάτι του Institute of Electrical and Electronic Engineers, το οποίο εξειδικεύεται σε θέματα υπολογιστών.

in

inch. Μονάδα Μέτρησης. 1 ίντσα = 2,14cm.

Interface

Όταν πρόκειται για software, με τον όρο interface εννοούμε αφ’ ενός την επιφάνεια εργασίας μιας εφαρμογής (ουσιαστικά, το κομμάτι της εφαρμογής που είναι ορατό και μέσω του οποίου ο χρήστης μπορεί να επικοινωνήσει με την εφαρμογή), αφ’ ετέρου (σπανιότερα) τμήματα software που χρησιμεύουν ως συνδετικοί κρίκοι μεταξύ εφαρμογών. Στο hardware, interface είναι μια συσκευή (κάρτα) και το software (πρωτόκολλο) που επιτρέπουν τη σύνδεση μιας συσκευής με μια άλλη.

Interlacing

  1. Τεχνική απεικόνισης, με την οποία μια οθόνη μπορεί να απεικονίσει υψηλότερες αναλύσεις από αυτές που υποστηρίζει τεχνικά. Στις interlaced οθόνες το πυροβόλο ηλεκτρονίων σχηματίζει μόνο τις μισές οριζόντιες γραμμές σε κάθε πέρασμα (τις μονές ή τις ζυγές). Με τη μέθοδο αυτή μπορεί να απεικονιστεί διπλάσιος αριθμός γραμμών ανά κύκλο ανανέωσης, προσφέροντας καλύτερη ανάλυση. Ωστόσο, αυτή η έμμεση μέθοδος αύξησης της ανάλυσης συνεπάγεται την αργή απόκριση της ανανέωσης. Έτσι, κάποιες εφαρμογές που απαιτούν γρήγορες ανανεώσεις, όπως το video, δεν μπορούν να απεικονιστούν σωστά, πράγμα που προκαλεί το φαινόμενο του flickering.
  2. Τεχνική απεικόνισης μιας φωτογραφίας, όπου διαφορετικές γραμμές απεικονίζονται σε διαφορετικά περάσματα. Με αυτήν τη μέθοδο δημιουργείται ένα εφέ, κατά το οποίο ολόκληρη η φωτογραφία απεικονίζεται αμέσως και κατόπιν γίνεται το γέμισμα με τις λεπτομέρειες. Η βασική εφαρμογή αυτής της τεχνικής είναι στο Web, όπου, ακόμη και όταν υπάρχουν χαμηλοί ρυθμοί επικοινωνίας, οι φωτογραφίες εμφανίζονται αμέσως -με ατέλειες βέβαια (φαίνονται θαμπές)- και κατόπιν ολοκληρώνονται, καθώς εμφανίζονται και οι γραμμές που λείπουν. συσκευής με μια άλλη.

Interpolation

(Παρεμβολή) Αλγόριθμος αύξησης της ανάλυσης μιας εικόνας με προσθήκη pixels μεταξύ των υπαρχόντων. Η χρωματική τιμή κάθε επιπλέον pixel υπολογίζεται βάσει της μέσης τιμής των εικονοστοιχείων της περιοχής που θα προστεθεί.

Intranet

  1. Ένα ενδοεπιχειρησιακό Web site, το οποίο εξυπηρετεί τους εργαζόμενους της εταιρείας. Οι σελίδες ενός Ιntranet δεν είναι δημοσιοποιημένες και προσβάσιμες από το κοινό, μπορεί, όμως, να περιέχουν στοιχεία από το Internet. Βασικό πλεονέκτημα του Ιntranet είναι η ευκολία πρόσβασης σε μια σειρά εγγράφων, χρησιμοποιώντας μόνο έναν κοινό Browser και η συμβατότητα μεταξύ διαφορετικών πλατφορμών (Windows, Mac, UNIX), κάτι που εξασφαλίζεται από τη φύση των εφαρμογών Ιntranet. Για τη δημιουργία των εφαρμογών χρησιμοποιούνται γλώσσες προγραμματισμού, όπως η Java.
  2. Πρόκειται για ένα δίκτυο που υφίσταται στο εσωτερικό μιας επιχείρησης. Μπορεί να αποτελείται από πολλά αλληλοσυνδεόμενα τοπικά δίκτυα (LAN – Local Area Network) και μοιάζει στην ουσία με μια μικρή και ιδιωτική έκδοση του Internet. Ο λόγος ύπαρξής του είναι η ανταλλαγή δεδομένων ανάμεσα στους εργαζόμενους της επιχείρησης, ενώ μπορεί, φυσικά, να έχει και σύνδεση με το Internet.

IP Address

Είναι το μέσο της αναγνώρισης ενός υπολογιστή σε ένα δίκτυο TCP/IP. Τα δίκτυα που κάνουν χρήση του πρωτοκόλλου TCP/IP, κατευθύνουν τα μηνύματα βασιζόμενα στη διεύθυνση ΙΡ του υπολογιστή. Η μορφή μιας διεύθυνσης ΙΡ είναι τέσσερις αριθμοί, οι οποίοι διαχωρίζονται με τελείες (000.111.222.333) και μπορεί να έχουν τιμή από 0 έως 255. Σε ένα τοπικό, αυτόνομο δίκτυο μπορεί να αποδοθούν διευθύνσεις ΙΡ σε οποιαδήποτε τυχαία μορφή. Όταν, όμως, συνδέεται ένα ιδιωτικό δίκτυο στο Internet, απαιτείται να γίνεται χρήση συγκεκριμένων, προκαθορισμένων αριθμών για την αποφυγή διπλοεγγραφών. Οι τέσσερις αριθμοί χρησιμοποιούνται με διαφορετικούς τρόπους για την πιστοποίηση ενός συγκεκριμένου δικτύου και ενός υπολογιστή στο δίκτυο.

IrDA

Infrared Data Association. Θύρα υπέρυθρων ακτίνων. Κυριολεκτικά, ο όρος αναφέρεται σε μια ομάδα κατασκευαστών περιφερειακών συσκευών, που ανέπτυξε ένα πρότυπο μετάδοσης δεδομένων μέσω υπέρυθρων ακτίνων. Οι θύρες υπέρυθρων ακτίνων έχουν γίνει πλέον standard στους φορητούς υπολογιστές και αντίστοιχες φορητές συσκευές, όπως εκτυπωτές. Με τη θύρα υπέρυθρων ακτίνων μεταφέρονται δεδομένα από μια συσκευή σε μια άλλη, χωρίς να απαιτείται η σύνδεσή τους με καλώδια. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύνδεση δύο συσκευών είναι να μην υπάρχει εμπόδιο μεταξύ των υπέρυθρων θυρών τους, και η απόσταση μεταξύ τους να είναι περιορισμένη. Η ταχύτητα μεταφοράς μέσω IrDA είναι ίδια με αυτή της παράλληλης θύρας.

IRQ

Interrupt ReQuest line. Τα IRQs είναι υλικές (hardware) “οδοί”, μέσω των οποίων οι συσκευές μπορούν να στείλουν σήματα διακοπής στον κεντρικό επεξεργαστή. Όταν προσθέτουμε μια νέα συσκευή σε έναν υπολογιστή, κάποιες φορές χρειάζεται να γίνουν ρυθμίσεις που αφορούν τον αριθμό του IRQ. Αυτός ο αριθμός καθορίζει ποια “οδό” θα χρησιμοποιεί η συσκευή για να επικοινωνεί με τη CPU. Πολύ συνηθισμένα προβλήματα είναι τα IRQ conflicts, τα οποία συναντώνται όταν δύο συσκευές χρησιμοποιούν την ίδια οδό, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί σωστά η μία ή και οι δύο. Σε πολλές περιπτώσεις, πάντως, η λειτουργία Plug-and-Play λύνει αυτά τα προβλήματα.

ISA

Industry Standard Architecture. Αρχιτεκτονική διαύλου (bus) που χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τα IBM PC/XT και ΙΒΜ PC/AT και κατόπιν καθιερώθηκε ως standard. Το 1993 η Intel και η Microsoft παρουσίασαν το Plug-and-Play ISA. To πρόσθετο χαρακτηριστικό του είναι η αυτόματη αναγνώριση από το λειτουργικό σύστημα των καρτών που είναι συνδεδεμένες σε αυτό. Το θετικό αποτέλεσμα αυτού ήταν η κατάργηση των jumpers και των DIP switches για τη ρύθμιση των καρτών επέκτασης.

ISDN

Ιntegrated Services Digital Network. Διεθνές τηλεπικοινωνιακό standard για τη μεταφορά φωνής, δεδομένων και video μέσω ψηφιακών τηλεφωνικών γραμμών. Το ISDN απαιτεί ειδικές καλωδιώσεις και υποστηρίζει ρυθμούς μεταφοράς δεδομένων της τάξης των 64kbps.

ISP

Internet Service Provider. Μια εταιρεία που παρέχει στους συνδρομητές της πρόσβαση στο Internet (παροχέας). Με κάποιο προκαθορισμένο, συνήθως μηνιαίο αντίτιμο, ο παροχέας παραχωρεί στο χρήστη ένα κωδικό όνομα και ένα συνθηματικό (password) πρόσβασης, μέσω των οποίων ο τελευταίος πιστοποιεί την ταυτότητά του και έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τις τηλεπικοινωνιακές γραμμές. Η πρόσβαση του χρήστη μπορεί να γίνει είτε με τηλεφωνική κλήση είτε με μόνιμη σύνδεση με τον παροχέα.

I/O

Input / Output. Αναδρομολόγηση I/O. Χρησιμοποιείται συνήθως για την αναδρομολόγηση εντολών, όπου ταυτόχρονα το αποτέλεσμα μιας εντολής (Output), είναι εισαγωγή σε μια άλλη (Input).

J

Java

Η Java είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη γλώσσα προγραμματισμού που χρησιμοποιείται για εφαρμογές του Διαδικτύου, και χαρακτηρίζεται από μεγάλη απλότητα στη σύνταξη και εγγενή φορητότητα, αφού για να λειτουργήσει ένα ανάλογο πρόγραμμα, χρειάζεται μόνο η Java Virtual Machine που διανέμεται δωρεάν.

JavaScript

Η JavaScript είναι μια επέκταση της Java για τη δημιουργία δυναμικών σελίδων Web και εφαρμογών με υψηλά interactive χαρακτηριστικά.

Java Virtual Machine

Ειδικός μετατροπέας των browsers που υποστηρίζουν εφαρμογές Java, ο οποίος μετατρέπει τον κώδικα byte που χρησιμοποιεί η Java (με τον οποίο οι εφαρμογές αυτές δεν μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα) σε κώδικα μηχανής. Η Java Virtual Machine υποστηρίζεται από τα περισσότερα λειτουργικά συστήματα (Windows, Unix, Macintosh OS), ενώ ο χρήστης έχει ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να την απενεργοποιήσει μέσω του browser που χρησιμοποιεί, χωρίς, όμως, μετά να μπορούν να λειτουργήσουν οι εφαρμογές Java (γνωστές και ως Java applets) στο σύστημά του.

Jitter

Όρος αντίστοιχος με το γνωστό flickering σε μια οθόνη, κατά το οποίο η εικόνα που προβάλλεται, φαίνεται σαν να τρέμει. Το jittering μπορεί να προκαλείται λόγω του χαμηλού ρυθμού ανανέωσης της εικόνας, κακής σύνδεσης μεταξύ κάρτας γραφικών και οθόνης, μιας αστοχίας υλικού στο monitor ή μη ακριβούς συγχρονισμού των σημάτων που αποστέλλονται προς την οθόνη. Το jittering μειώνεται ή και εξαλείφεται στις επικοινωνίες ηχητικών σημάτων με τη βοήθεια ενός ειδικού τύπου επεξεργαστή σημάτων, που ονομάζεται Jitter buster.

JPEG

(Joint Photographic Experts Group – προφορά: τζέι-πεγκ) Πρόκειται για το γνωστό αλγόριθμο JPEG, μια lossy (με απώλειες) τεχνική συμπίεσης δεδομένων για αρχεία έγχρωμων εικόνων. Μολονότι οι εικόνες μπορούν να συμπιεστούν κατά 95%, υπάρχει ένα μικρό ποσοστό δεδομένων που χάνεται κατά τη συμπίεση.

Jumper

Μια μεταλλική γέφυρα, η οποία κλείνει ένα ηλεκτρικό κύκλωμα. Συνήθως, ένα jumper αποτελείται από ένα πλαστικό περίβλημα, το οποίο είναι καλυμμένο εσωτερικά με μέταλλο και προσαρμόζεται σε ένα ζεύγος από pins που εξέχουν. Τα jumpers χρησιμοποιούνται για τις ρυθμίσεις στις παραμέτρους καρτών επέκτασης και motherboards. χάνεται κατά τη συμπίεση.

K

K56flex

Τεχνολογία που δημιουργήθηκε από τις Lucent Technologies και Rockwell International για ταχύτητες μεταφοράς 56Kbps μέσω της τηλεφωνικής γραμμής. Αυτές οι ταχύτητες επιτυγχάνονται μόνο κατά τη λήψη δεδομένων, ενώ αντίθετα κατά την αποστολή δεδομένων οι ταχύτητες δεν ξεπερνούν τα 33,6Kbps.

kb

kilobyte = 1000 bytes – kilobit =1000 bits. Η βασική μονάδα μέτρησης της μνήμης του υπολογιστή και της χωρητικότητας του δίσκου η οποία ισούται με 1024 bytes. To πρόθεμα kilo, αντιπροσωπεύει το χίλια, αλλά οι υπολογιστές βασίζονται στο δυαδικό σύστημα. Έτσι έχουμε: 2^10=1024.

kbit/s

Το kbit/s ή αλλιώς kb/s σημαίνει Kilobyte Per Second

L

LAN

(Local Area Network). Tοπικό δίκτυο που εκτείνεται σε εσωτερικό χώρο (γραφείο, όροφος ή κτίριο) χωρίς εξωτερικές καλωδιώσεις, μέσω του οποίου συνδέονται υπολογιστές και περιφερειακά που βρίσκονται στο χώρο αυτό. Υπάρχουν διάφορα είδη τοπικού δικτύου LAN και διαφοροποιούνται ανάλογα με το λειτουργικό σύστημα, στο οποίο βασίζονται, τα είδη καλωδίωσης, τα λειτουργικά συστήματα των συνδεδεμένων υπολογιστών κ.λπ.

Light pen

Μια συσκευή εισόδου, ευαίσθητη στο φως που μοιάζει με γραφίδα. Αντί να κυλάτε το ποντίκι πάνω στο γραφείο σας, απλώς δείχνετε σε ένα αντικείμενο στην οθόνη. Η γραφίδα αισθάνεται τη θέση του στην οθόνη και στέλνει το κατάλληλο σήμα στον υπολογιστή. Η γραφίδα επιτρέπει, επίσης, στο χρήστη να κινηθεί από μια περιοχή σε μια άλλη, γρήγορα και με ακρίβεια.

Line-interactive

Τύπος UPS με κυκλώματα εναλλακτών που ανιχνεύουν τις ανωμαλίες ή τις διακοπές στη γραμμή τροφοδοσίας, επιτυγχάνοντας έτσι ταχύτερη απόκριση κατά τη μεταφορά της τροφοδοσίας από το δίκτυο στους συσσωρευτές.

Links

Ως links (συνδέσεις) ορίζονται τα στοιχεία μιας σελίδας Web (όπως λέξεις, φράσεις, εικόνες ολόκληρες ή τμήματά τους), πάνω στα οποία εάν κάνετε κλικ με το ποντίκι, θα μεταφερθείτε σε ένα άλλο τμήμα της τρέχουσας σελίδας, σε άλλη σελίδα ή σε άνοιγμα του αρχείου εικόνας στο παράθυρο του Web browser.

Log In

Eίσοδος εργασίας, έναρξη σύνδεσης. Η εισαγωγή των απαραίτητων στοιχείων για την είσοδο ενός υπολογιστή ή τερματικού σε ένα δίκτυο. Η εισαγωγή γίνεται από το πληκτρολόγιο του Η/Υ ή από ένα περιφερειακό. Τα στοιχεία για την έναρξη περιλαμβάνουν ένα όνομα ή κωδικό ή κάποιο συνθηματικό αριθμό.

LZW

Lempel- Ziv- Welch [αλγόριθμος συμπίεσης]

LBA

Logical Block Addressing. Μια εναλλακτική μέθοδος διευθυνσιοδότησης των τομέων σε ένα σκληρό δίσκο, η οποία είναι η πλέον συνηθισμένη. Με βάση αυτή, σε κάθε τομέα αποδίδεται μια μοναδική διεύθυνση, η οποία προκύπτει από τη διαδοχική αρίθμηση όλων των τομέων που διαθέτει ένας δίσκος σε όλους τους κυλίνδρους και σε όλες τις επιφάνειες εγγραφής του.

LCD

Liquid Crystal Display. Tύπος επίπεδης οθόνης, που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, σε ψηφιακά ρολόγια, ηλεκτρονικά παιχνίδια και φορητούς υπολογιστές. Χρησιμοποιεί δύο επιφάνειες πολωτικού υλικού, που έχουν ενδιάμεσα υγρούς κρυστάλλους. Όταν ένα ηλεκτρικό φορτίο περνά μέσω του υγρού, προκαλεί την ευθυγράμμιση των κρυστάλλων εκείνου του σημείου, τα οποία δεν επιτρέπουν στο φως να περάσει. Δηλαδή, οι κρύσταλλοι λειτουργούν σαν κλείστρα: είτε αφήνουν το φως να περνά, είτε όχι. Υπάρχουν μονόχρωμες και έγχρωμες οθόνες LCD. Οι έγχρωμες είναι δύο κατηγοριών, οι Ρassive-Μatrix και οι Αctive-Μatrix ή TFT, οι οποίες είναι ποιοτικότερες αλλά και αρκετά ακριβότερες.

LF

Low Frequency (σήμα). Το σήμα LF χρησιμοποιείται στην κωδικοποίηση ηχητικών σημάτων Dolby Pro Logic και είναι το ιδιαίτερο σήμα που μεταφέρει τους ήχους χαμηλών συχνοτήτων. Με την προσθήκη του LF σε ένα σύνολο πέντε πηγών ηχητικών σημάτων (πρότυπο 5.1) μπορούμε να έχουμε ρεαλιστική εξομοίωση ενός ηχητικού τρισδιάστατου περιβάλλοντος.

LIFO

Στον προγραμματισμό το LIFO (last-in, first out) είναι μια προσέγγιση στην επεξεργασία κλήσεων (με τη γενικότερη έννοια της λέξης), κατά την οποία η νεότερη κλήση γίνεται πρώτη αντικείμενο επεξεργασίας.

M

Macro

Σύντμηση του όρου macroinstruction που σημαίνει μακροεντολή, δηλ. εντολή ενός προγράμματος, η οποία, όταν μεταφράζεται, δημιουργεί περισσότερες από μία εντολές σε γλώσσα μηχανής.

Mailbox

Το αρχείο που ανήκει σε συγκεκριμένο χρήστη ή σε ένα συγκεκριμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή, όπου αποθηκεύονται τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) που έχει παραλάβει το σύστημα.

MAPI

Messaging API [Microsoft]

Megapixel

Όρος που αναφέρεται στην ανάλυση γραφικών. Σε ένα Megapixel αντιστοιχούν ένα εκατομμύριο pixels. Χρησιμοποιείται από συσκευές, όπως ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, σαρωτές κ.λπ. Για παράδειγμα, από μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή με δυνατότητα ανάλυσης 4Megapixels μπορεί να ληφθεί μια φωτογραφία, η οποία διαιρείται σε 4 εκατομμύρια pixels με πιθανή ανάλυση 2000x2000pixels.

MFS

Macintosh File System

Micron

Είναι υπομονάδα του μέτρου, ίση με το ένα εκατομμυριοστό του. Αποτελεί τη βασική μονάδα μέτρησης στην κατασκευή των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων. Οι θεμελιώδεις μονάδες, με τις οποίες κατασκευάζονται τα transistors σε ένα chip, μετρώνται σε microns. Για παράδειγμα, τα σύγχρονα chips κατασκευάζονται με τεχνολογία 0,25micron, ενώ σύντομα αναμένονται chips με τεχνολογία 0,18micron.

MIDI

Musical Instrument Digital Interface. Πρόκειται για ένα standard που σχεδιάστηκε και αναπτύχθηκε από τη βιομηχανία της ηλεκτρονικής μουσικής για τον έλεγχο συσκευών που παράγουν μουσική, όπως τα synthesizers και οι κάρτες ήχου. Μια απεικόνιση ήχου format MIDI περιέχει πληροφορίες για τον τόνο, την ένταση και τη διάρκεια μιας νότας. Το MIDI υποστηρίζεται από το σύνολο σχεδόν των synthesizers, πράγμα που επιτρέπει την αναπαραγωγή και τη διαχείριση των ήχων που δημιουργούνται σε ένα synthesizer, από οποιοδήποτε άλλο. Οι υπολογιστές που διαθέτουν MIDI interface, μπορούν να ηχογραφήσουν ήχους που δημιουργήθηκαν από ένα synthesizer, και κατόπιν να επεξεργαστούν τα δεδομένα για τη δημιουργία νέων ήχων.

MIME

Multipurpose Internet Mail Extensions. Σύνολο χαρακτηριστικών για τη μορφοποίηση μηνυμάτων που δεν είναι ASCII, ώστε να μπορούν να σταλούν μέσω Internet. Καθορίστηκε το 1992 από τον οργανισμό IETF (Internet Engineering Task Force). Πολλά προγράμματα e-mail υποστηρίζουν ΜΙΜΕ, κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να αποστέλλουν και να λαμβάνουν αρχεία εικόνας ήχου και video μέσω Internet. Μια νέα έκδοση ονομάζεται S/MIME και υποστηρίζει κρυπτογραφημένα μηνύματα.

MIPS

Million Instructions Per Second

MMX

(MultiMedia eXtension) Οι εντολές ΜΜΧ είναι 57 ειδικές εντολές που περιλαμβάνονται στους επεξεργαστές P55C (Pentium ΜΜΧ) και PII και οι οποίες αναλαμβάνουν να επιταχύνουν τις πολλαπλά επαναλαμβανόμενες λειτουργίες που συναντώνται κατά την επεξεργασία αρχείων ήχου, γραφικών, video κ.ά.

Mainboard

Είναι μια μεγάλη πλακέτα τυπωμένου κυκλώματος (PCB – Printed Circuit Board), πάνω στην οποία συνδέονται όλα τα βασικά εξαρτήματα ενός υπολογιστή, όπως ο επεξεργαστής, η μνήμη και οι κάρτες γραφικών και ήχου.

Motion-JPEG

(Moving Picture Experts Group) Σειρά προτύπων για τη συμπίεση ψηφιακού video και ψηφιακού ήχου, που καθορίζονται από την ομώνυμη επιτροπή. Για να εκτελέσετε τα σχετικά αρχεία (τα οποία έχουν το extension .mpg), χρειάζεστε έναν ειδικό viewer.

MPEG

Moving Picture Experts Group. Ένα τμήμα του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης (ISO) που ασχολείται με θέματα εικόνας. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται και για να προσδιορίσει το σύνολο των standards συμπίεσης ψηφιακού video και των σχετικών formats αρχείων που αναπτύχθηκαν από αυτό το τμήμα. Με τo MPEG παράγεται video καλύτερης ποιότητας σε σχέση με τα ανταγωνιστικά formats Video for Windows, Indeo και Quick Time. Tο MPEG επιτυγχάνει υψηλούς βαθμούς συμπίεσης, αποθηκεύοντας μόνο τις αλλαγές από ένα frame στο επόμενο αντί για ολόκληρο το frame. H απώλεια των δεδομένων, η οποία είναι αναπόφευκτη, δεν γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο μάτι. Το standard που επικρατεί αυτήν τη στιγμή, είναι το MPEG-2, το οποίο προσφέρει ανάλυση εικόνας που φθάνει τα 1280x720pixels, με ρυθμούς 60fps και ήχο ποιότητας CD. Για τη διαδικασία κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης απαιτείται ειδικό hardware ή εξαιρετικά ισχυρός επεξεργαστής.

MTBF

Μean Time Between Failures. Πρόκειται για ένα χρονικό μέγεθος που δίνεται από όλους τους κατασκευαστές για τα προϊόντα τους, και αναφέρεται στο μέσο χρονικό διάστημα μέχρι την παρουσίαση βλάβης σε ένα προϊόν.

Multitasking

Η ιδιότητα ενός λειτουργικού να εκτελεί ταυτόχρονα περισσότερες από μία εργασίες. Στην πραγματικότητα, δεν γίνεται ταυτόχρονη εκτέλεση εργασιών αλλά ταχύτατη εναλλαγή αναμεταξύ τους.

N

Nanometer

Υπομονάδα του μέτρου, ίση με το ένα δισεκατομμυριοστό του. Το Nanometer χρησιμοποιείται ως μονάδα μέτρησης του μήκους κύματος του φωτός.

NetBEUI

(Νet BIOS Extended User Interface). To πρωτόκολλο μεταφοράς για δίκτυα, που χρησιμοποιείται σε όλα τα συστήματα δικτύου της Microsoft και στα δίκτυα που βασίζονται στον ΙΒΜ LAN server. Πολύ συχνά ο όρος αυτός συγχέεται με τον όρο NetBIOS που είναι το interface προγραμματισμού εφαρμογών.

NetWare

Το κορυφαίο λειτουργικό σύστημα δικτύου για υπολογιστές συμβατούς με ΙΒΜ. Η οικογένεια των προϊόντων NetWare από τη Novell Corporation περιλαμβάνει το NetWare 286 που υποστηρίζει δίκτυο μέχρι και 100 υπολογιστών, και το NetWare 386 που μπορεί να χειριστεί δίκτυο μέχρι 250 υπολογιστών. Τα προϊόντα NetWare είναι δημοφιλή για δίκτυα με PCs, με Macintosh και OS/2 λόγω της αξιοπιστίας τους και της συμβατότητάς τους με άλλα λειτουργικά συστήματα.

NIC

(Network Interface Card). Συντομογραφία του αγγλικού όρου που περιγράφει τις κάρτες δικτύου, του hardware, δηλαδή, που θα πρέπει να εγκατασταθεί σε έναν υπολογιστή για να προσφέρει μια φυσική σύνδεση σε ένα δίκτυο.

ns

nanosecond (ένα εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου)

NTSC

(National Television Standards Committee) Πρωτόκολλο για εκπομπή και λήψη τηλεοπτικού σήματος στις ΗΠΑ, το οποίο αναπτύχθηκε το 1953 από την ομώνυμη επιτροπή. Παρέχει 525 γραμμές σε 60 μισά καρέ ανά δευτερόλεπτο. Τα σήματα NTSC δεν είναι άμεσα συμβατά με το PC.

NVRAM

(Non-volatile random-access memory). Mνήμη της οποία τα περιεχόμενα διατηρούνται και μετά το κλείσιμο του υπολογιστή χάρη σε μία μπαταρία. Σε αυτήν αποθηκεύονται οι ρυθμίσεις του Setup του χρήστη.

O

Object Code

Ο κώδικας που παράγει ένας assembler, συμβολομεταφραστής. Είναι άμεσα κατανοητός και εκτελέσιμος από τον Η/Υ.

OCR

Optical Character Recognition. Η ακριβής μετάφραση στα ελληνικά είναι οπτική αναγνώριση χαρακτήρων και αναφέρεται στη διαδικασία ψηφιοποίησης ενός εγγράφου σε μορφή αναγνώσιμη από έναν υπολογιστή. Ένα τέτοιο σύστημα επιτρέπει στους χρήστες να μεταφέρουν μία ή περισσότερες σελίδες ενός εγγράφου σε αρχείο αναγνώσιμο από έναν υπολογιστή και κατόπιν να το επεξεργαστούν με κάποιο πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου. Στη διαδικασία συμμετέχει μια συσκευή σάρωσης (scanner) και κατάλληλο λογισμικό, το οποίο πραγματοποιεί την αναγνώριση. Βασικό πρόβλημα που παρουσιάζουν τα συγκεκριμένα προγράμματα, είναι στην αναγνώριση χειρόγραφων κειμένων.

ODBC

Open DataBase Connectivity. Μέθοδος προσπέλασης βάσεων δεδομένων που έχει αναπτυχθεί από τη Microsoft και έχει επικρατήσει ως standard. Το ισχυρό προσόν της ODBC είναι ότι επιτρέπει την προσπέλαση οποιωνδήποτε δεδομένων από οποιαδήποτε εφαρμογή, ανεξάρτητα από το σύστημα διαχείρισης των δεδομένων. Αυτό επιτυγχάνεται με την παρεμβολή ενός database driver για τη μετάφραση των δεδομένων από το ένα format στο άλλο.

OEM

Original Equipment Manufacturer. Ορισμός που χαρακτηρίζει μια εμπορική ή μεταποιητική εταιρεία, η οποία έχει ειδική συνεργασία με κάποια κατασκευάστρια εταιρεία. Οι εταιρείες ΟΕΜ”αγοράζουν περιφερειακά σε μεγάλες ποσότητες, συναρμολογούν ένα PC και το μεταπωλούν με τη δική τους επωνυμία. Ο όρος, βέβαια, είναι λανθασμένος, επειδή οι εταιρείες ΟΕΜ δεν είναι οι κατασκευάστριες (Manufacturers) αλλά αυτές που κάνουν την προσαρμογή. Στην αγορά, ως προϊόν ΟΕΜ χαρακτηρίζεται αυτό που δεν διατίθεται σε κανονική, πλήρη συσκευασία (με τα χαρτόκουτά του κ.λπ.) αλλά σε αντιστατική νάιλον θήκη. Δηλαδή, προορίζεται για κάποιον κατασκευαστή OEM, ο οποίος έτσι και αλλιώς δεν θα χρησιμοποιήσει την κανονική συσκευασία. Πρόκειται για μια μέθοδο μείωσης του κόστους του προϊόντος (λόγω της έλλειψης συσκευασίας) προς όφελος του καταναλωτή.

Offline (standby) UPS

Ο απλούστερος τύπος UPS, που απλώς μεταφέρει την τροφοδοσία από τη γραμμή παροχής στους συσσωρευτές του όταν διακοπεί το ηλεκτρικό ρεύμα, δίνοντας στο σύστημά σας ηλεκτρική ισχύ για πολύ λίγο χρόνο (μερικά λεπτά).

OLE

Object Linking and Embedding

OpenGL

Γλώσσα μηχανής για τρισδιάστατα γραφικά (3-D), η οποία αναπτύχθηκε από την πρωτοπόρο στο χώρο εταιρεία Silicon Graphics. Υπάρχουν δύο βασικές υλοποιήσεις της: Η Cosmo OpenGL που αναπτύχθηκε από τη Silicon Graphics, και η Microsoft OpenGL που αναπτύχθηκε από τη Microsoft. Η δεύτερη ενσωματώθηκε στα Windows και σχεδιάστηκε για να αυξήσει την απόδοση στις κάρτες γραφικών που υποστηρίζουν αυτό το standard. H Cosmo OpenGL είναι υλοποίηση μόνο σε λογισμικό (software-only) και σχεδιάστηκε ειδικά για συστήματα που δεν έχουν επιταχυντές γραφικών.

OS

Operating System, και στα ελληνικά σημαίνει λειτουργικό σύστημα

Overlay

Video overlay. Η τεχνική υπέρθεσης ενός παραθύρου κινούμενης εικόνας (video) στην οθόνη του υπολογιστή. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να υλοποιηθεί η υπέρθεση, αναλόγως με το εάν η πηγή της εικόνας είναι αναλογική ή ψηφιακή.

Outsourcing

Η πρόσληψη εξωτερικής εργατικής «πηγής», συνήθως κάποιου συμβούλου ή ενός Application Service Provider, για τη μεταφορά στοιχείων ή μεγάλων τμημάτων από την εσωτερική ΙΤ υποδομή, το προσωπικό, τις διαδικασίες και τις εφαρμογές ενός οργανισμού.

P

Push

Βλ. Ωθώ. Πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία τοποθετούνται δεδομένα στην κορυφή μιας στοίβας (stack) ενώ παράλληλα γίνεται προεργασία της στοίβας για να μπορέσει να δεχτεί τα επόμενα δεδομένα.

PAL

Phase Alternating Line. Το πιο διαδεδομένο σύστημα εικόνας στην Ευρώπη. Το PAL έχει frame rate της τάξεως των 25fps και κάθε frame περιέχει 576 οριζόντιες γραμμές από pixels και 768 κάθετες. Εκτός από το PAL, στην Ευρώπη συναντάται και το SECAM σε πολύ μικρότερο βαθμό, ενώ στην Αμερική το standard είναι το σύστημα NTSC.

Paper jam

Με μια λέξη, το κυκλοφοριακό πρόβλημα του εκτυπωτή σας. Όταν το χαρτί κολλάει, με αποτέλεσμα να μην βγαίνει η εκτύπωσή σας, τότε έχετε paper jam.

Partition Table

Πίνακας αναφοράς σε μικρότερα τμήματα, στα οποία μπορεί να έχει κατατμηθεί ένας δίσκος.

Partition

H διαδικασία διαμελισμού της μνήμης οποιουδήποτε τύπου. Συνήθως, ο όρος αναφέρεται στη διαδικασία τεμαχισμού ενός σκληρού δίσκου σε δύο ή περισσότερα τμήματα, τα partitions. Στα συστήματα DOS και Windows μπορεί να τεμαχιστεί ένας δίσκος, και κάθε partition να έχει όλες τις ιδιότητες μιας αυτόνομης μονάδας. Η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη εάν κάποιος χρήστης θέλει να εγκαταστήσει στο σύστημά του περισσότερα από ένα λειτουργικά συστήματα.

Pass-through

Θύρα πάνω σε μια συσκευή (π.χ. εκτυπωτή), η οποία επιτρέπει τη σύνδεση μιας δεύτερης συσκευής της ίδιας συνδεσμολογίας πάνω στην πρώτη, που συνδέεται κατ’ ευθείαν στην I/O card του PC.

Patch

Μια προσωρινή και μεταγενέστερη διόρθωση (μπάλωμα) ενός bug σε ένα πρόγραμμα. Το patch είναι ένα τμήμα κώδικα, το οποίο ενσωματώνεται στο υπόλοιπο, κύριο εκτελέσιμο πρόγραμμα (.exe).

PCB

Printed Circuit Board. H πλακέτα, στην οποία τοποθετούνται chips και άλλα ηλεκτρονικά εξαρτήματα. Το υλικό της πλακέτας είναι πλαστικό και σε αυτό τυπώνονται τα ηλεκτρονικά κυκλώματα. Οι υπολογιστές αποτελούνται από PCBs, τα οποία καλούνται και κάρτες. Οι ηλεκτρονικές πλακέτες για τους υπολογιστές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Τις μητρικές πλακέτες (motherboard) και τις θυγατρικές ή κάρτες επέκτασης (expansion boards).

PCI

Peripheral Component Interconnect. Αρχιτεκτονική διαύλου (bus) που αναπτύχθηκε από την Intel. Το PCI αντικατέστησε στην ουσία το VLB (δείτε πιο κάτω) λόγω των καλύτερων χαρακτηριστικών που προσφέρει, και χρησιμοποιείται παράλληλα με το ISA bus. To PCI είναι κανονικά 64-bit, χρησιμοποιείται περισσότερο ως 32-bit και μπορεί να τρέξει στα 33 ή τα 66MHz. Σε λειτουργία 32-bit στα 33MHz προσφέρει ταχύτητα διαμεταγωγής δεδομένων της τάξης των 133Μbps. Πολλοί πιστεύουν ότι θα παραγκωνίσει εντελώς το ISA.

PCL

Printer Control Language. Είναι μια γλώσσα περιγραφής σελίδας, η οποία δημιουργήθηκε από την Hewlett Packard και χρησιμοποιήθηκε σε πολλούς από τους laser και inkjet εκτυπωτές της. Από την έκδοση PCL 5 και έπειτα υποστηρίζεται η τεχνολογία scalable font.

PCM track

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο κανάλι ήχου των δίσκων DVD που είναι γραμμένοι σε τηλεοπτικό σύστημα NTSC. Ο ψηφιακός ήχος PCM είναι ηχητικό σήμα που έχει ψηφιοποιηθεί με παλμο-κωδική διαμόρφωση (Pulse Code Modulation). Η παλμο-κωδική διαμόρφωση είναι μια τεχνική δειγματοληψίας αναλογικών σημάτων, κυρίως ηχητικού εύρους. Η PCM λαμβάνει δείγματα τιμών από το ηχητικό σήμα, 8000 φορές ανά δευτερόλεπτο, και κάθε δείγμα αναπαρίσταται από 8bits για ένα σύνολο 64Kbps. Η παλμο-κωδική διαμόρφωση έχει 2 standards κωδικοποίησης: το Mu-Law που χρησιμοποιείται σε Β. Αμερική και Ιαπωνία, και το A-Law που χρησιμοποιείται στις υπόλοιπες χώρες.

PDF

Portable Document Format. Τύπος αρχείων που αναπτύχθηκε από την εταιρεία Adobe Systems. Το PDF συλλαμβάνει (capture) τις πληροφορίες μορφοποίησης από πολλά διαφορετικά προγράμματα σελιδοποίησης και καθιστά δυνατή τη δημιουργία ενός αρχείου που δεν χάνει τη μορφοποίησή του. Με τον τρόπο αυτό ο παραλήπτης ενός αρχείου .pdf μπορεί να δει το έγγραφο στην αρχική μορφή, χρησιμοποιώντας μόνο το πρόγραμμα Acrobat Reader που διατίθεται δωρεάν από την ίδια την Adobe.

PING

Packet Internet Groper. Μικρή σε μέγεθος εφαρμογή που βοηθά να ελεγχθεί εάν μία συγκεκριμένη διεύθυνση IP (Internet Protocol) που αντιστοιχεί σε έναν υπολογιστή, είναι προσβάσιμη. Λειτουργεί αποστέλλοντας ένα μικρό πακέτο δεδομένων στη συγκεκριμένη διεύθυνση και περιμένοντας απάντηση. Εκτελείται από τη γραμμή εντολών (command prompt) του DOS με την πληκτρολόγηση της εντολής “ping” και της διεύθυνσης IP του υπολογιστή (τύπου 255.255.255.255).

Pixel

PICTure ELement. Το pixel είναι το βασικό δομικό στοιχείο μιας εικόνας και μονάδα μέτρησης της ανάλυσης στις οθόνες των υπολογιστών. Οι απεικονίσεις στις οθόνες αποτελούνται από χιλιάδες ή εκατομμύρια pixels, τα οποία είναι ταξινομημένα σε στήλες και σειρές και τόσο κοντά μεταξύ τους που μοιάζουν συνδεδεμένα. Στις έγχρωμες οθόνες κάθε pixel αποτελείται από τρεις στιγμές: μία κόκκινη, μία πράσινη και μία μπλε (σύστημα RGB – Red Green Blue). Θεωρητικά, όλες οι στιγμές πρέπει να συγκλίνουν προς το ίδιο σημείο. Σε όλες τις οθόνες, όμως, υπάρχει ένα ποσοστό απόκλισης, το οποίο, εάν είναι μεγάλο, μπορεί να κάνει την εικόνα θαμπή.

POP

  1. Post Office Protocol. Πρωτόκολλο επικοινωνίας που χρησιμοποιείται για την παραλαβή e-mail από έναν mail server. Είναι το standard που επικρατεί και υποστηρίζεται από το σύνολο σχεδόν των προγραμμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η πρώτη έκδοση του POP ήταν η POP2 που επικράτησε στα μέσα της περασμένης δεκαετίας, ενώ η POP3 είναι αυτή που δεσπόζει σήμερα. Η POP2 είχε την ανάγκη ύπαρξης SMTP (Simple Mail Transfer Protocol) για τη λειτουργία της, ενώ η POP3, όχι.
  2. Point Of Presence. Σημείο παρουσίας. Με την ευρύτερη έννοια, τηλεφωνικός αριθμός που παρέχει πρόσβαση στο Internet. Οι παροχείς Internet χρησιμοποιούν πολλά POPs για να επιτρέπουν στους χρήστες να έχουν πρόσβαση, καλώντας έναν τοπικό αριθμό.

PostScript

Object oriented γλώσσα περιγραφής σελίδας (Page Description Language) για εκτυπωτές, η οποία αναπτύχθηκε από την εταιρεία Adobe. Κατά βάση, χρησιμοποιείται από εκτυπωτές laser αλλά μπορεί να προσαρμοστεί και σε άλλες συσκευές. Είναι το standard για desktop publishing. Διαχειρίζεται κάθε απεικόνιση σαν ένα σύνολο γεωμετρικών σχημάτων και όχι σαν bit maps. Στην PostScript κάθε χαρακτήρας (font) έχει την περιγραφή του (outline). Μέσω εντολών της γλώσσας δίνεται η δυνατότητα απεικόνισης των fonts σε διαφορετικά μεγέθη (scalable), χωρίς να χρειάζεται πλήρες σετ bit map για κάθε μέγεθος χαρακτήρων.

PPP

(Point-to-Point Protocol) Πρωτόκολλο επικοινωνίας μεταξύ δύο υπολογιστών που χρησιμοποιούν σειριακό interface. Η πιο συνηθισμένη υλοποίησή του είναι η σύνδεση ενός υπολογιστή με ένα server μέσω τηλεφωνικής γραμμής. Το PPP είναι προτιμότερο από το SLIP, επειδή μπορεί να χειριστεί σύγχρονη και ασύγχρονη επικοινωνία, επιτρέπει την από κοινού χρήση μιας γραμμής και διαθέτει ρουτίνες εντοπισμού λαθών.

Proxy Server

Υπολογιστής, μέσω του οποίου είναι δυνατή η ταυτόχρονη πρόσβαση μιας ομάδας χρηστών στο Internet, χωρίς την ανάγκη ύπαρξης ξεχωριστού λογαριασμού (account) για τον καθένα.

PSA (Professional Services Automation)

Ο όρος Professional Services Automation (PSA) αναφέρεται σε ένα ολοκληρωμένο λογισμικό που επιτρέπει στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο των ΙΤ υπηρεσιών να διαχειρίζονται τους ανθρώπινους πόρους τους.

Q

QuickTime

Σύστημα video και animation της Apple Computer και μέρος του λειτουργικού των Macintosh. Τα PCs μπορούν εκτελέσουν αρχεία QuickTime αλλά απαιτούν ένα ειδικό QuickTime driver. Το QuickTime υποστηρίζει πολλά formats κωδικοποίησης (όπως Cinepak, JPEG, MPEG), ενώ το Φεβρουάριο του 1998 αποφασίστηκε από τον ISO ότι το Quicktime θα χρησιμοποιηθεί στο νέο MPEG-4 standard.

R

RAM

Random Access Memory

RAMDAC

Random Access Memory Digital to Analog Converter. Το DAC είναι μια συσκευή -συνήθως ένα chip- που μετατρέπει ψηφιακά δεδομένα σε αναλογικά σήματα. Το RAMDAC είναι ένα chip που είναι εγκατεστημένο σε μια κάρτα γραφικών, και αναλαμβάνει τη μετατροπή των εικόνων που έχουν κωδικοποιηθεί ψηφιακά σε αναλογικά σήματα, τα οποία μπορούν να απεικονιστούν από την οθόνη. Το RAMDAC αποτελείται από τέσσερα συνθετικά μέρη: ένα chip μνήμης SRAM (Static RAM) για την αποθήκευση της παλέτας των χρωμάτων, και τρία DACs για την καθοδήγηση μέσω του πυροβόλου ηλεκτρονίων καθενός από τα βασικά χρώματα (RGB, Κόκκινο, Πράσινο, Μπλε) ξεχωριστά.

Regional codes

Το regional coding είναι άλλο ένα μέτρο προστασίας κατά της αντιγραφής λογισμικού παγκοσμίως, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στα DVDs. Οι regional codes (τοπικοί κώδικες) αποτελούνται από ένα και μόνο byte πληροφοριών στην αρχή του δίσκου, που διαβάζεται από το DVD player για να ελεγχθεί η συμβατότητα δίσκου DVD και player. Οι regional codes δεν είναι απαραίτητο να περιέχονται σε ένα δίσκο DVD.

Rendering

Διαδικασία ρεαλιστικής απόδοσης γραφικών με την πρόσθεση τρισδιάστατων ιδιοτήτων, όπως σκιές, ανακλάσεις κ.λπ. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι rendering. Δημοφιλέστερες είναι η ray tracing, η οποία κάνει render σε κάθε αντικείμενο ξεχωριστά ακολουθώντας τις ακτίνες φωτός που εκπέμπονται από τις πηγές φωτός, και η scanline rendering, η οποία κάνει render ανά κάθετη γραμμή. Η πρώτη μέθοδος έχει καλύτερα αποτελέσματα, όσον αφορά την ποιότητα.

Resident Programs

Προγράμματα που εκτελούνται και παραμένουν στη μνήμη του συστήματος.

RISC

Reduced Instruction Set Computer. Πρόκειται για υπολογιστές που χρησιμοποιούν έναν περιορισμένο αριθμό εντολών. Έτσι, επιτυγχάνεται μεγάλη ταχύτητα και απαιτούνται λιγότερα τρανζίστορ κατά την κατασκευή ενός επεξεργαστή που υποστηρίζει RISC. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι πιο οικονομικοί από άλλου είδους επεξεργαστές. Το μοναδικό μειονέκτημα είναι ότι απαιτούνται περισσότερες γραμμές κώδικα για τη δημιουργία software για τέτοιους υπολογιστές.

ROM

Read Only Memory. H μνήμη που χρησιμοποιείται από τον υπολογιστή για να θυμάται κάθε φορά που τον ανοίγετε, τον κώδικα του προγράμματος που υπενθυμίζει στον μικροεπεξεργαστή ότι αποτελεί μέρος του ηλεκτρονικού υπολογιστή, αλλά και τις ενέργειες που πρέπει να εκτελέσει κατά την εκκίνηση.

RTFM

Read the Fabulous Manual

S

SOI

Silicon On Insulator, δισκία σιλικόνης που απαντούνται σε συσκευές CMOS.

Sample rate

Είναι ο ρυθμός δειγματοληψίας κατά την ψηφιοποίηση ενός σήματος, ο οποίος καθορίζεται από το θεώρημα Nyquist: Η μέγιστη συχνότητα αναλογικού σήματος είναι ίση του ρυθμού δειγματοληψίας του. Ο ρυθμός δειγματοληψίας έχει διαστάσεις συχνότητας και μετράται σε Hertz ή δείγματα ανά δευτερόλεπτο (samples / sec).

Scalable font

Είναι οι χαρακτήρες (fonts) που χρησιμοποιούνται σε γλώσσες object oriented, όπως το Postscript. Κάθε τέτοιου είδους font έχει τη δική του περιγραφή (outline), ενώ δίνεται η δυνατότητα απεικόνισης των fonts σε διαφορετικά μεγέθη (scalable) χωρίς να χρειάζεται πλήρες σετ bitmap για κάθε μέγεθος χαρακτήρων.

Scanner

Ειδική συσκευή που διαβάζει – σαρώνει – μια τυπωμένη σελίδα, και, αφού την ψηφιοποιήσει, την μετατρέπει σε γραφικό, στο οποίο μπορεί να γίνει επεξεργασία μέσω του υπολογιστή. Το scanner δεν αναγνωρίζει τα περιεχόμενα της σαρωμένης σελίδας (κείμενο ή εικόνες) και τα μετατρέπει σε γραφικά. Με την ύπαρξη ενός προγράμματος ΟCR (Optical Character Recognition) τα σαρωμένα κείμενα αναλύονται και μετατρέπονται σε κωδικοποιημένους χαρακτήρες, έτσι ώστε να αναγνωρίζονται ως έγγραφα από τον υπολογιστή και να υπάρχει η δυνατότητα περαιτέρω επεξεργασίας τους μέσω ενός επεξεργαστή κειμένου.

Script

Συνώνυμο του macro (μακροεντολή) και του batch file (αρχείο δέσμης εντολών). Είναι ένα σύνολο εντολών που μπορούν να εκτελεστούν χωρίς την παρέμβαση του χρήστη. Μια “γλώσσα script” (script language) είναι μια απλή γλώσσα προγραμματισμού, στην οποία μπορούν να γραφτούν scripts.

SCSI

Small Computer System Interface. To SCSI είναι ένα interface standard που χρησιμοποιείται από τα Apple Macintosh computers, τα PCs και από αρκετά UNIX systems για την επικοινωνία με περιφερειακές συσκευές. Επιτρέπει μεταδόσεις πληροφοριών σε μεγάλες ταχύτητες και παρέχει το πρόσθετο πλεονέκτημα να επιτρέπει τη σύνδεση αρκετών συσκευών σε μία πύλη (υποδοχή).

SECAM

Συντομογραφία του SEquential Couleur A’ Memoire. Γαλλικό τηλεοπτικό σύστημα, όπου τα χρώματα των 625 γραμμών (σε συχνότητα πεδίων 50Hz) μεταδίδονται διαδοχικά, ενώ η καθυστέρηση στο δέκτη τα ανασυνθέτει.

Sector

Τομέας. Ο όρος αφορά, κυρίως, τους μαγνητικούς δίσκους. Κάθε επιφάνεια δίσκου έχει ομόκεντρους κύκλους ή αυλάκια, όπου γράφονται τα στοιχεία (δεδομένα) με τη μορφή μαγνητικών στιγμάτων. Κάθε αυλάκι είναι χωρισμένο σε τομείς -sectors-, καθένας από τους οποίους έχει τη δική του διεύθυνση.

Self test

Λειτουργία που υπάρχει σε μερικά UPSes. Όταν ενεργοποιηθεί, η συσκευή εξομοιώνει καταστάσεις ανάγκης με σκοπό να ελέγξει την αξιοπιστία των κυκλωμάτων της.

Server

Aποτελεί το κεντρικό, υψηλής δυναμικότητας σύστημα ενός τοπικού ή απομακρυσμένου δικτύου, το οποίο προσφέρει είτε υπηρεσίες είτε τους πόρους του στους χρήστες του δικτύου.

SGRAM

(Synchronous Graphic Random Access Memory). Τύπος μνήμης, ο οποίος χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο στις κάρτες επιτάχυνσης γραφικών. Η SGRAM συγχρονίζεται με το bus της CPU σε ταχύτητες μέχρι και τα 100MHz. Χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές για να αυξήσει το bandwidth με σκοπό να αντεπεξέλθει ταχύτερα στις απαιτητικές εφαρμογές γραφικών. Μπορεί να ανοίξει δύο σελίδες μνήμης ταυτόχρονα, για καλύτερη απόδοση.

Singletrack – Μultitrack

Είδος επεξεργασίας video ή ήχου σε ένα ή πολλά κανάλια αντίστοιχα.

SLIP

(Serial Line Internet Protocol) Παλαιότερο πρωτόκολλο επικοινωνίας μεταξύ υπολογιστών μέσω σειριακού interface. Διαθέτει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με το PPP αλλά έχει και ορισμένα μειονεκτήματα, όπως το γεγονός ότι θα πρέπει, είτε πληκτρολογώντας είτε μέσω ενός script, να δώσετε τα στοιχεία σας (username και password) στο server, ώστε να γίνει δυνατή η σύνδεσή σας (ενώ στο PPP η διαδικασία login γίνεται αυτόματα). Το SLIP έχει πλέον αντικατασταθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από το PPP.

Slot

Μια υποδοχή που βρίσκεται στα motherboards και στην οποία μπορούν να εισαχθούν ηλεκτρονικές πλακέτες. Συνήθως, στο σύνολό τους ονομάζονται “expansion slots”, δηλαδή υποδοχές επέκτασης, διότι επιτρέπουν την επέκταση των δυνατοτήτων ενός συστήματος μέσω των καρτών που εγκαθίστανται σε αυτά. Τα slots δεν είναι ταυτόσημα με τα “bays”, τα οποία είναι οι υποδοχές εγκατάστασης μονάδων αποθήκευσης, όπως σκληροί δίσκοι και CD-ROMs. Τα slots βρίσκονται στο πίσω μέρος των συστημάτων, ενώ τα bays, στο μπροστινό.

Smoothing

Μια τεχνική, η οποία χρησιμοποιείται από αρκετούς εκτυπωτές για τη δημιουργία πιο λείων επιφανειών στις εικόνες ή στο κείμενο που εκτυπώνουν. Αυτό επιτυγχάνεται με τη μείωση του μεγέθους των dots σε σημεία όπου χρειάζεται.

SMS

Short Message Service. Υπηρεσία της κινητής τηλεφωνίας, η οποία επιτρέπει την αποστολή και λήψη μεταξύ τηλεφώνων, κειμένου περιορισμένου αριθμού χαρακτήρων.

Sniffer

Οι sniffers είναι μια κατηγορία προγραμμάτων, η λειτουργία των οποίων είναι η παρακολούθηση και η τήρηση logs για τα δεδομένα που συλλαμβάνουν να κυκλοφορούν μέσα σε ένα περιβάλλον δικτύου. Οι sniffers μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για την υποκλοπή πληροφοριών από ένα δίκτυο όσο και για λειτουργίες συντήρησης (δηλ. για τον εντοπισμό προβλημάτων) δικτύων.

Socket 7

Μια υποδοχή που βρίσκεται σε αρκετές οικονομικές μητρικές και στην οποία μπορούν να εισαχθούν διάφοροι επεξεργαστές. Χρησιμοποιήθηκε από την Intel για τους επεξεργαστές πέμπτης γενιάς -Pentium- και αντικαταστάθηκε αργότερα από την υποδοχή Slot 1.

SOHO

Small Office / Home Office

Splitter

(Y-Splitter): Κατανεμητής σήματος σε δύο γραμμές

SSL

Το SSL (Secure Sockets Layer) είναι ένα πρωτόκολλο που δημιουργήθηκε από τη Netscape για την ασφαλή μεταφορά δεδομένων μέσω του Δικτύου. Χρησιμοποιεί ένα private key για να κάνει κρυπτογράφηση των δεδομένων που θα αποσταλούν. Υποστηρίζεται από τον Netscape Navigator αλλά και από τον Internet Explorer. Πολλές ιστοσελίδες κάνουν χρήση του SSL για να μεταφέρουν πολύτιμα δεδομένα, όπως credit card numbers ή άλλα προσωπικά στοιχεία. Οι ιστοσελίδες που χρησιμοποιούν το SSL, ξεκινούν με https: αντί με http:.

Streaming

Τεχνική για την αναπαραγωγή διάφορων multimedia files. Κατά τη διαδικασία αυτή δεν χρειάζεται να είναι διαθέσιμο όλο το αρχείο. Για αυτόν το λόγο το streaming βρήκε μεγάλη εφαρμογή στο Internet, όπου, παρ’ όλο που τα δεδομένα κατεβαίνουν σε δόσεις, μπορεί άνετα να γίνει η αναπαραγωγή τους αν αποτελούν τμήμα ενός video ή κάποιου ήχου.

String

Σειρά χαρακτήρων που αντιμετωπίζονται ως ομάδα. Το μήκος ενός string είναι συνήθως ταυτόσημο με τον αριθμό των χαρακτήρων που αυτό περιέχει.

Superimposed / overlay

Όρος που περιγράφει συγκεκριμένα κανάλια ήχου ή video μιας εφαρμογής επεξεργασίας. Τα clips που εισάγονται εκεί, έχουν την ιδιότητα να αναπαράγονται με τέτοιο τρόπο σαν να βρίσκονταν σε ένα “στρώμα” πάνω από το υπάρχον κανάλι. Σε τέτοια clips μπορούν να αποδοθούν ιδιότητες διαφάνειας ή alpha channels.

S-Video

Συντομογραφία του Super-Videο. Τεχνολογία μετάδοσης σημάτων video μέσω καλωδίου, η οποία διαχωρίζει τις πληροφορίες video σε δύο διαφορετικά σήματα: ένα για το χρώμα και ένα για τη φωτεινότητα.

Swap File

Aρχείο που χρησιμοποιείται από ένα πρόγραμμα ή από ένα λειτουργικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει το χώρο του σκληρού δίσκου που δεσμεύεται για να προσομοιώσει τη μνήμη. Μπορείτε να το φανταστείτε ως μια επέκταση της μνήμης στο σκληρό δίσκο του συστήματός σας. Έτσι, όταν η μνήμη γεμίσει με δεδομένα, τα δεδομένα αυτά μεταφέρονται στο σκληρό δίσκο, από όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

T

T1

Eιδική, αφιερωμένη τηλεφωνική επικοινωνία (dedicated phone line) με αγωγούς που διαθέτουν ρυθμούς μεταγωγής δεδομένων 1.544Mbits ανά δευτερόλεπτο. Μια γραμμή T-1 αποτελείται από 24 ανεξάρτητα κανάλια, καθένα από τα οποία υποστηρίζει μεταγωγή 64Kbits το δευτερόλεπτο και μπορεί να ρυθμιστεί ανάλογα, ώστε να μεταφέρει δεδομένα ή φωνή. Οι γραμμές T-1 των τηλεφωνικών εταιρειών μισθώνονται από τους Internet Service Providers (ISPs) για τη σύνδεση με το Internet. Οι T-1 συχνά αναφέρονται και ως γραμμές DS1.

Taskbar

Μια γραμμή εργαλείων (toolbar), η οποία εμφανίζεται στην οθόνη και απεικονίζει τις ενεργές εφαρμογές (tasks). Αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των παραθυρικών λειτουργικών συστημάτων. Στα Windows 95/98/NT η Taskbar είναι μια γραμμή, η οποία βρίσκεται εξ ορισμού στη βάση της οθόνης. Όταν μια εφαρμογή ελαχιστοποιείται (minimize), μετατρέπεται σε ένα πλήκτρο πάνω στην Taskbar, το οποίο όταν πατηθεί, επαναφέρει την εφαρμογή στην οθόνη. Η Taskbar μπορεί να μετακινηθεί σε οποιαδήποτε πλευρά της οθόνης αλλά και να είναι κρυφή και να εμφανίζεται μόνο όταν το ποντίκι πηγαίνει στην πλευρά της.

Teletext

Υπηρεσία εκπομπής δεδομένων, η οποία μεταφέρει κείμενο σε έναν τηλεοπτικό δέκτη μαζί με το τηλεοπτικό σήμα. Για να διαβαστεί το κείμενο, ο δέκτης πρέπει να είναι εφοδιασμένος με κατάλληλο αποκωδικοποιητή. Το teletext κάνει χρήση των κάθετων κενών γραμμών του τηλεοπτικού σήματος, μέσω των οποίων μπορούν να μεταφερθούν εκατοντάδες frames.

Template

Φόρμα, περίγραμμα, πρότυπο. Οδηγός για τη σχεδίαση ορισμένων τυποποιημένων συμβόλων που χρησιμοποιούνται κατά την κατασκευή του λογικού διαγράμματος, της γραφικής μεθόδου παρουσίασης των βημάτων που πρέπει να ακολουθηθούν για την επεξεργασία στοιχείων ή γενικότερα την επίλυση κάποιου προβλήματος.

Texel

Texture Element. Όπως το pixel, έτσι και το texel είναι η μικρότερη μονάδα που μπορεί να αναπαρασταθεί στην οθόνη. Η διαφορά είναι ότι το δεύτερο χρησιμοποιείται ως όρος στα τρισδιάστατα γραφικά, ενώ το pixel, στα δισδιάστατα.

Texture map

Γνωστό και ως texture. Είναι μια εικόνα που εφαρμόζεται στην επιφάνεια ενός αντικειμένου με σκοπό την εξομοίωση υφής (χώμα, τοίχος από τούβλα, γρασίδι κ.λπ).

Texture

Τα γραφικά στην επιφάνεια ενός τρισδιάστατου αντικειμένου. Χωρίς textures τα τρισδιάστατα αντικείμενα θα έμοιαζαν με άδεια πολύγωνα. Ένα πρόγραμμα τριών διαστάσεων αποθηκεύει το υπόδειγμα του texture και κατόπιν το προσαρμόζει στην κατασκευή της επιφάνειας των πολυγώνων.

TFT

Τhin Film Transistor. Tύπος επίπεδης (LCD flat-panel) οθόνης, στην οποία κάθε pixel ελέγχεται από ένα έως πέντε transistors. Η τεχνολογία TFT είναι η ακριβότερη αλλά προσφέρει και την καλύτερη ανάλυση από όλες τις άλλες στον τομέα των επίπεδων οθονών. Οι οθόνες TFT αναφέρονται και ως “Αctive-Μatrix LCDs”.

Thin Film Inductive – TFI

Μια παραλλαγή της τεχνολογίας MR στην κατασκευή κεφαλών για σκληρούς δίσκους. Είναι περισσότερο εξελιγμένη τεχνολογικά, και το βασικό της πλεονέκτημα είναι ότι παράγει κεφαλές που είναι περισσότερο ευαίσθητες και μπορούν να διαβάσουν μαγνητικό υλικό με μεγαλύτερη πυκνότητα. Η εφαρμογή της τεχνολογίας αυτής επέτρεψε στους κατασκευαστές να προχωρήσουν στη σχεδίαση μοντέλων σκληρών δίσκων με πολύ μεγάλες χωρητικότητες.

Thumbnail

  1. Μικρογραφία μιας σελίδας που προορίζεται για εκτύπωση και επιτρέπει να ελέγξουμε τη διάταξη πολλών σελίδων σε μία μόνο οθόνη. Αναλόγως του μεγέθους τους, τα thumbnails μπορεί να μην είναι σε θέση να απεικονίσουν το ακριβές κείμενο, εάν υπάρχει.
  2. Μικρογραφία αρχείων εικόνας που επιτρέπει να ελέγξουμε το περιεχόμενό τους πριν τα “ανοίξουμε” για να τα δούμε ή να τα επεξεργαστούμε. Πολλά προγράμματα κάνουν χρήση αυτής της τεχνικής (εμφάνισης εικόνων σε μικρογραφία), η οποία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλος αριθμός εικόνων ή περιορισμένο bandwidth.

TIFF

Tagged Image File Format. Ένας από τους πλέον διαδεδομένους τύπους αρχείων εικόνας για την αποθήκευση εικόνων “bit-mapped” στους προσωπικούς υπολογιστές. Τα αρχεία τύπου .tif μπορεί να είναι οποιασδήποτε ανάλυσης, έγχρωμα, ασπρόμαυρα ή σε αποχρώσεις του γκρι (gray-scaled). Το format αυτό είναι κοινό τόσο στα PCs όσο και στους υπολογιστές της Apple.

Timeline

Η γραμμή του χρόνου των εφαρμογών επεξεργασίας video, που χρησιμοποιείται ως σύστημα αναφοράς της θέσης ενός σημείου σε ένα clip, σχετικά με το συνολικό χρόνο διάρκειας.

Toner

Η κρυσταλλική μορφή του γραφίτη που χρησιμοποιείται στους εκτυπωτές laser και τα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα. Ο γραφίτης επικάθεται πάνω στα φορτισμένα από την εκτυπωτική μηχανή (π.χ. laser) σημεία του χαρτιού, σχηματίζοντας τις απεικονιζόμενες διαβαθμίσεις του γκρι.

Track

Κανάλι, στο οποίο εισάγονται αρχεία ή τμήματα αρχείων, προκείμενου να υποβληθούν σε επεξεργασία σε μια εφαρμογή επεξεργασίας video ή ήχου.

Transfer Rate

(Data Transfer Rate) Ο όρος αναφέρεται στην ταχύτητα, με την οποία μπορούν να μεταφερθούν δεδομένα από μία συσκευή σε μία άλλη σε συγκεκριμένη μονάδα του χρόνου. Οι ρυθμοί μεταφοράς δεδομένων σε συσκευές αποθήκευσης δεδομένων μετρώνται σε megabytes ανά δευτερόλεπτο (ΜΒ/sec). Σε συσκευές απομακρυσμένης επικοινωνίας και μεταφοράς δεδομένων μετρώνται σε Kbps (Kilobits per second, χιλιάδες bits ανά δευτερόλεπτο), Mbps and Gbps.

Transitions

Ειδικά εφέ ομαλής μετάβασης από ένα κανάλι σε άλλο σε εφαρμογές επεξεργασίας video.

True Color

True color ονομάζεται η απεικόνιση που χρησιμοποιεί παραπάνω χρώματα από όσα μπορεί να διακρίνει το ανθρώπινο μάτι. Έτσι, true color ονομάζονται οι απεικονίσεις των 24bit (16.111.216 χρώματα) και 32bit (4.294.967.296 χρώματα).

True Type

Τύπος γραμματοσειρών που δεν εμφανίζει φαινόμενα απώλειας της ποιότητας απεικόνισης και εκτύπωσης κατά τη χρήση διαφορετικών μεγεθών.

TSR

(Terminate and Stay Resident). Ένα είδος DOS utility που άπαξ και φορτωθεί, παραμένει στη μνήμη και μπορεί να ενεργοποιηθεί ξανά, είτε αφού πληκτρολογηθεί ένας συγκεκριμένος συνδυασμός πλήκτρων, είτε αφού κληθεί από κάποιο πρόγραμμα.

TV board ή TV tuner

Τηλεοπτικός δέκτης. Κάρτα επέκτασης, μέσω της οποίας ο υπολογιστής μπορεί να λειτουργήσει και ως τηλεόραση. Η συσκευή μπορεί να είναι και εξωτερική, με σύνδεση σειριακή ή USB, ενώ μπορεί να συνδυάζεται και με δέκτη ραδιοφώνου ή να προσφέρει επιπλέον λειτουργίες, όπως teletext. Περιέχει ειδικά κυκλώματα για τη μετατροπή του σήματος από το τηλεοπτικό (PAL) στο σύστημα του υπολογιστή.

TWAIN Driver

Τα αρχικά TWAIN σημαίνουν Technology Without An Important Name (Τεχνολογία χωρίς σημαντικό όνομα). Το TWAIN είναι ένα ανοικτό πρότυπο επικοινωνίας που μπορεί να λαμβάνει απευθείας δεδομένα εικόνας από εξωτερικές πηγές, όπως για παράδειγμα τα scanners, χωρίς να χρειάζεται ο χρήστης να αφήσει τις εφαρμογές software που χρησιμοποιεί.

TCP/IP

(Transmission Control Protocol over Internet Protocol). To στάνταρ πρωτόκολλο Ethernet που συνδυάζει τα πρωτόκολλα Network layer και Transport layer. H εγκατάσταση και χρήση του είναι απαραίτητη, προκειμένου να έχετε πρόσβαση στο Internet.

U

UART

(Universal Asynchronous Receiver Transmitter). Είναι το υποσύστημα ενός υπολογιστή, το οποίο διαχειρίζεται την ασύγχρονη σειριακή επικοινωνία. Κάθε υπολογιστής ενσωματώνει ένα UART για τη διαχείριση των σειριακών θυρών του. Επίσης, όλες οι εσωτερικές συσκευές modem έχουν το δικό τους UART, ενώ οι εξωτερικές κάνουν χρήση του UART του υπολογιστή. Με την αύξηση της ταχύτητας των modems το UART έχει αυξημένα καθήκοντα επιτήρησης και διευθέτησης της επικοινωνίας.

Ultra ATA

Μπορεί να το ακούσετε και ως Ultra-DMA/33. Aποτελεί την τελευταία εξέλιξη στην προδιαγραφή ΑΤΑ, με βασικό πλεονέκτημα το ότι μπορεί να προσφέρει μέγιστο ρυθμό μεταφοράς δεδομένων που μπορεί να φτάσει έως και τα 33,3Μbps.

ULTRA DMA 33

Πρωτόκολλο μεταφοράς δεδομένων που αναπτύχθηκε από την κατασκευάστρια εταιρεία μέσων αποθήκευσης Quantum και την Intel. Είναι το standard στα μοντέλα των σκληρών δίσκων που έχουν συνδεσμολογία IDE. Επιτρέπει ρυθμούς μεταφοράς δεδομένων που φθάνουν τα 33,3MB ανά δευτερόλεπτο, απόδοση που διπλασιάζει την ταχύτητα που υπήρχε μέχρι την εμφάνισή του. Η επίσημη ονομασία του είναι Ultra DMA/33. Επίσης, καλείται UDMA, UDMA/33 και DMA mode 33. Πρόσφατα, παρουσιάστηκε το πρωτόκολλο Ultra DMA/66, το οποίο διπλασιάζει εκ νέου τις ταχύτητες μεταφοράς δεδομένων στους σκληρούς δίσκους IDE.

UPS

(Uninterruptible Power Supply). Μια συσκευή που τροφοδοτεί με ρεύμα τον υπολογιστή -μέσω της ενσωματωμένης μπαταρίας που διαθέτει- όταν υπάρχει πτώση ή διακοπή της τάσης του ρεύματος. Ένα τυπικό UPS είναι ικανό να τροφοδοτήσει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή για λίγα λεπτά μετά από τη διακοπή ρεύματος, επιτρέποντας, έτσι, στο χρήστη να αποθηκεύσει την εργασία του και να κλείσει με ασφάλεια το μηχάνημα. Τα UPSes χωρίζονται σε δυο βασικές κατηγορίες: τα SPSes (Standby Power Systems) και τα On-line. Τα SPSes παρακολουθούν την τροφοδοσία του υπολογιστή και όταν διαπιστώνουν προβλήματα, αρχίζουν να τον τροφοδοτούν μέσω της μπαταρίας τους. Τα On-line UPSes προσφέρουν μια σταθερή τροφοδοσία μέσω του ενσωματωμένου εναλλάκτη συνεχούς-εναλλασσόμενης τάσης, ακόμα και όταν η γραμμή του ηλεκτρικού ρεύματος λειτουργεί κανονικά, ενώ η μπαταρία τους ενεργοποιείται όταν παρουσιαστεί πρόβλημα στην τροφοδοσία.

URL

Uniform Resource Locator, διεύθυνση στο WWW

USB

(Universal Serial Bus). Τύπος εξωτερικού διαύλου σύνδεσης περιφερειακών συσκευών σε έναν υπολογιστή, που πρωτοεμφανίστηκε το 1996. Προσφέρει ταχύτητες μεταφοράς δεδομένων, που μπορεί να φτάσουν και τα 12Mbps (Μillion bits per second). Σε μία θύρα USB μπορούν να συνδεθούν έως και 127 περιφερειακές συσκευές, όπως ποντίκια, πληκτρολόγια, ηχεία, κάμερες, scanners, φορητές συσκευές αποθήκευσης κ.λπ. Εκτός από την ταχύτητα και την πολυσυλλεκτικότητα”, το USB προσφέρει πραγματική εγκατάσταση Plug-and-Play καθώς και hot plugging”, δηλαδή μια συσκευή μπορεί να συνδεθεί σε έναν υπολογιστή όταν αυτός είναι αναμμένος, και να λειτουργήσει αμέσως, χωρίς να χρειαστεί επανεκκίνηση. Το USB αναμένεται να αντικαταστήσει πλήρως τις σειριακές και παράλληλες θύρες.

USB Hub

To hardware που παρεμβάλλεται μεταξύ του υπολογιστή και της συσκευής USB. Ουσιαστικά είναι ένας ελεγκτής που επιτρέπει τη σύνδεση πολλών συσκευών USB (Universal Serial Bus) με τον υπολογιστή.

User Interface

Η επιφάνεια εργασίας, μέσω της οποίας ο χρήστης “επικοινωνεί” με το λειτουργικό σύστημα ή την εφαρμογή που χρησιμοποιεί, και η οποία διαφέρει ανάλογα με το πρόγραμμα/λειτουργικό.

UTP

(Unshielded Twisted Pair). Πρόκειται για το καλώδιο σύστροφων ζευγών. Αποτελείται από δύο μη θωρακισμένα σύρματα, τα οποία είναι μεταξύ τους συστραμμένα. Ο γνωστότερος τύπος καλωδίων σύστροφων ζευγών είναι αυτός των τηλεφωνικών γραμμών. Παρόμοια καλωδίωση, με περισσότερα ζεύγη χρησιμοποιείται και σε εγκαταστάσεις τοπικών δικτύων. Προσφέρει μέτρια επίπεδα μόνωσης και bandwidth σε σχέση με τα ομοαξονικά και τα καλώδια οπτικών ινών, έχει, όμως, ως βασικό πλεονέκτημα το χαμηλό κόστος.

V

V.90

Πρότυπο για τα modems ταχύτητας 56Kbps, εγκεκριμένο το Φεβρουάριο του 1998 από τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU, International Telecommunication Union). Το V.90 είναι η ενδιάμεση πρόταση για να αμβλυνθούν οι διαφορές των δύο ανταγωνιστικών τεχνολογιών στα 56Kbps, του Χ2 της 3COM και του Κ56flex της Rockwell. Και οι δύο κατασκευαστές ανακοίνωσαν ότι τα επόμενα μοντέλα τους θα ακολουθούν το V.90. Επιπλέον, όσοι έχουν ήδη στην κατοχή τους modem 56Kbps, θα μπορέσουν να το αναβαθμίσουν μέσω software, ώστε να υποστηρίζει V.90.

VDM

Virtual DOS Machine

VESA

Video Electronics Standard Association

VFS

Virtual File System

VGA

Video Graphics Adapter. Ένας τύπος καρτών γραφικών, που στη βασική του μορφή υποστηρίζει ανάλυση 640×480 pixels με 16 χρώματα.

Video bandwidth

H τιμή του video bandwidth αντιπροσωπεύει την υψηλότερη δυνατή συχνότητα εισόδου που μπορεί να χειριστεί μια οθόνη. Καθορίζει, επίσης, τις δυνατότητες ανάλυσης που έχει η οθόνη, αφού το video bandwidth σχετίζεται άμεσα με το πόσο κοντά μεταξύ τους πρέπει να είναι τα dots στην οθόνη.

VideoCD

Ειδική διαμόρφωση οπτικών δίσκων, ώστε το αποθηκευτικό μέσο να περιέχει μόνο αρχεία video και ήχου. Το συγκεκριμένο format ήταν πολύ δημοφιλές μεταξύ των CDs της περασμένης δεκαετίας, και τα Video CDs περιείχαν κυρίως ταινίες, ενώ κυκλοφόρησαν και λίγες εκδόσεις με παιχνίδια. Οι συσκευές που μπορούσαν να αναπαραγάγουν το περιεχόμενο ενός VideoCD, ήταν επιτραπέζια VideoCD players και λίγα CD drives, ενώ είχαν εμφανιστεί δίσκοι διαμέτρου 15 και 30 εκατοστών. Όπως ήταν φυσικό, λόγω του υπερβολικού κόστους και της έλλειψης υποστήριξης, το VideoCD σιγά-σιγά έχασε τη δημοτικότητά του και τελικά εξαφανίστηκε.

Videoconferencing

Επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χρηστών PC, κατά την οποία οι συμμετέχοντες βρίσκονται σε διαφορετικές τοποθεσίες, αλλά μπορούν να βλέπουν και να ακούν ο ένας τον άλλο χάρη στο κατάλληλο hardware και software.

Virtual Machine Manager

(VMM) Είναι ένα κομμάτι software των Windows 95, ένας driver, δηλαδή, μέσω του οποίου γίνεται κατανομή και διαχείριση των πόρων υλικού που απαιτούν οι διάφορες διαδικασίες του λειτουργικού συστήματος και των εφαρμογών.

Virtual machine

Ένα ξεχωριστό κομμάτι μνήμης, στο οποίο πραγματοποιείται εξομοίωση της λειτουργίας ενός ολόκληρου υπολογιστή.

Virtual Reality

Ένα περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από υπολογιστή, που παρέχει τη δυνατότητα σε κάποιον με τον ανάλογο εξοπλισμό να ζήσει μέσα του και να αλληλεπιδράσει με τα στοιχεία που τον απαρτίζουν.

Virus

Ιός. Μικρό πρόγραμμα που μπορεί να εξαπλώνεται από ένα υπολογιστικό σύστημα σε ένα άλλο. Τα προγράμματα Virus μπορούν να γραφτούν σε διάφορες γλώσσες προγραμματισμού -ακόμα και στη δύσκολη γλώσσα μηχανής- και συνήθως δεν έχουν καλό σκοπό. Δυστυχώς, ο αριθμός τους όλο και αυξάνεται, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη τους γίνεται ολοένα και καλύτερη.

VLB

(VESA Local Bus). Αρχιτεκτονική διαύλου (bus), η οποία δημιουργήθηκε από τη Video Electronics Standards Association (VESA). Μολονότι ήταν πολύ δημοφιλής το 1993 και 1994, ξεπεράστηκε τεχνολογικά από μια ανταγωνιστική αρχιτεκτονική που ονομάστηκε PCI (δείτε PCI).

VM

Virtual Machine

VOD

Ακρωνύμιο του Video on Demand, όρου που περιγράφει ένα σύνολο τεχνολογιών, με τις οποίες είναι δυνατή η επιλογή ενός video από έναν κεντρικό server για την αναπαραγωγή του στην οθόνη του απομακρυσμένου υπολογιστή ή της τηλεόρασης. Το VoD μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διασκέδαση, εκπαίδευση και τηλεδιάσκεψη. Προς το παρόν η υλοποίηση του VoD χωλαίνει λόγω του ότι οι δομές των δικτύων δεν επιτρέπουν την απρόσκοπτη μετάδοση δεδομένων ήχου και εικόνας υψηλής ποιότητας.

VRAM

Video RAM

VRM

(Voltage Regulator Module). Μια μικρή μονάδα που εγκαθίσταται σε ένα motherboard με σκοπό να ρυθμίζει την τάση του ηλεκτρικού ρεύματος, με την οποία τροφοδοτείται ο κεντρικός επεξεργαστής. Όλα τα σύγχρονα motherboards ενσωματώνουν VRM, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να τροφοδοτούν με διαφορετική τάση τον επεξεργαστή και το υπόλοιπο σύστημα. Αυτό είναι το πλεονέκτημα αυτής της μονάδας έναντι των ενσωματωμένων ρυθμιστών τάσης, όπως και η δυνατότητα που έχει να αντικατασταθεί.

VRML

(Virtual Reality Modeling Language). Γλώσσα προγραμματισμού για την απεικόνιση τρισδιάστατων αντικειμένων στο World Wide Web. Μπορεί να παρομοιαστεί με μια έκδοση της γλώσσας προγραμματισμού HTML, για τρισδιάστατα γραφικά. Για να δούμε αρχεία VRML, χρειάζεται ένας εξειδικευμένος VRML browser ή ένας Web browser (MS Internet Explorer, Netscape Navigator κ.λπ.) με VRML plug-in. Οι ισχύουσες προδιαγραφές VRML 2.0 ολοκληρώθηκαν τον Αύγουστο του 1996.

VSYNC

Vertical Synchronization

W

WAP

Το WAP (Wireless Application Protocol) είναι μια προδιαγραφή ενός συνόλου πρωτοκόλλων επικοινωνίας για την εγκαθίδρυση ενός standard τρόπου πρόσβασης στο Internet και για διάφορες ασύρματες συσκευές, όπως κινητά τηλέφωνα.

WAV

(Windows Audio Video) Αλγόριθμος με διαμόρφωση PCM για την κωδικοποίηση ψηφιακών σημάτων βάσει των χαρακτηριστικών της κυματομορφής τους, που χρησιμοποιείται στα λειτουργικά συστήματα της Microsoft και υποστηρίζεται από την πλειοψηφία των εφαρμογών επεξεργασίας ήχου.

Web Server

Το σύστημα που είναι υπεύθυνο για την εξυπηρέτηση όλων των clients που επισκέπτονται το site που φιλοξενεί.

Wildcard character

Εν συντομία, Wildcards. Ένα ειδικό σύμβολο (special symbol) που συμβολίζει έναν ή περισσότερους χαρακτήρες. Το δημοφιλέστερο σύμβολο είναι ο αστερίσκος (*). Πολλά λειτουργικά συστήματα υποστηρίζουν wildcards για την ανεύρεση αρχείων (files) και φακέλων (directories). Η χρήση των wildcards επιτρέπει την επιλογή πολλών αρχείων με ένα μόνο ορισμό. Για παράδειγμα, ο αστερίσκος συμβολίζει οποιονδήποτε συνδυασμό χαρακτήρων. Στο DOS και στα Windows, εάν ψάχνουμε για κάποιο αρχείο που ξεκινά από w, πληκτρολογώντας w θα λάβουμε τον κατάλογο όλων των αρχείων, το όνομα των οποίων ξεκινά από w. Εάν ψάχνουμε για αρχείο κειμένου, τύπου .doc και πληκτρολογήσουμε w*.doc, το αποτέλεσμα της αναζήτησης θα είναι ο κατάλογος όλων των αρχείων .doc, το όνομα των οποίων ξεκινά με w.

WINS

(Windows Internet Naming Service). Το software που μετατρέπει τα ονόματα Net Bios σε διευθύνσεις ΙP. H διεύθυνση ΙP είναι μια διεύθυνση 32bit ενός υπολογιστή Server που καθορίζεται από το πρωτόκολλο Internet.

WLAN

(Wireless Local Area Network). Τοπικό δίκτυο όπου η σύνδεση των συσκευών (υπολογιστών, περιφερειακών κ.λπ.) είναι ασύρματη – δηλαδή δεν γίνεται μέσω καλωδίων. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ειδικών καρτών-πομπών που τοποθετούνται στους υπολογιστές και στα περιφερειακά. Το κόστος ενός τέτοιου τύπου δικτύου είναι αρκετά υψηλό σε σχέση με τις κλασικές υλοποιήσεις όπου γίνεται σύνδεση μέσω καλωδίων, ενώ δεν είναι ακόμη ιδιαίτερα διαδεδομένο.

WMA

Ένα format συμπίεσης της Microsoft, που έρχεται να ανταγωνιστεί το γνωστό MP3.

WPS

(Windows Print System) Πρότυπο της Microsoft για την τυποποίηση των εντολών τού driver ενός εκτυπωτή, προκείμενου να δημιουργηθεί ένα πρότυπο επικοινωνίας υπολογιστή – εκτυπωτή σε περιβάλλοντα Windows.

WWW

World Wide Web, graphical Internet interface

WYSIWYG

(προφέρεται wiz-ee-wig): Τα αρχικά της φράσης What You See Is What You Get. Ο όρος προσδιορίζει το είδος εκείνο των εφαρμογών που είναι κατασκευασμένες έτσι, ώστε να κωδικοποιούν αυτόματα τα δεδομένα που φαίνονται στην οθόνη. Έτσι, ο χρήστης μιας εφαρμογής WYSIWYG, π.χ. ενός προγράμματος κατασκευής σελίδων Web, διευκολύνεται κατά πολύ, αφού δεν χρειάζεται να έχει ειδικές γνώσεις για να γράψει τον ανάλογο προγραμματιστικό κώδικα.

Z

ZIP

Δημοφιλής μέθοδος συμπίεσης δεδομένων. Τα αρχεία που έχουν συμπιεστεί με τη μέθοδο ZIP, ονομάζονται ZIP files και συνήθως έχουν κατάληξη .ZIP. Ένα είδος αρχείου zip είναι τα αυτο-αποσυμπιεζόμενα, με κατάληξη .EXE, τα οποία αποσυμπιέζονται με την εκτέλεσή τους, χωρίς να χρειάζεται να υπάρχει ειδικό πρόγραμμα αποσυμπίεσης.