ΑρχικήΑφιέρωμαJohn Cusack: Αφιέρωμα και πληροφορίες

John Cusack: Αφιέρωμα και πληροφορίες

Το να γράψεις ένα κείμενο για τον αγαπημένο σου ηθοποιό κρύβει πολλές παγίδες. Εκτός του ότι κινδυνεύεις να μην είσαι καθόλου, μα καθόλου αντικειμενικός, κινδυνεύεις επίσης, να πλασάρεις προσωπικούς αφορισμούς ως κοινώς αποδεκτές απόψεις. Όπως ας πούμε, “ο John Cusack ήταν μαγικός στο Midnight in the Garden of Good and Evil” ή “η ερμηνεία του στο High Fidelity χώρεσε όλες τις μετεφηβικές αγωνίες της γενιάς που μόλις ενηλικιώνονταν στα τέλη του 80 και αρχές 90 και για αυτό και αποτελεί σημαία των σημερινών 35άρηδων». Φυσικά έχω και άλλα αν θέλετε. Η αλήθεια είναι ότι ο John Cusack είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός. Δεν είναι χαρισματικός ηθοποιός με το βάρος που φέρει ο χαρακτηρισμός όταν αποδίδεται στον Johnny Depp ας πούμε ή στον Edward Norton.

Είναι όμως ένας συγκροτημένος ηθοποιός, με μεγάλη γκάμα και με πλήρη επίγνωση των ικανοτήτων του, που ξέρει να επιλέγει ρόλους, οι οποίοι εξελίσσουν την ιδιόμορφη καριέρα του και καλύπτουν τις ανησυχίες του. Αντισυμβατικός, με μία προτίμηση στους off-beat ρόλους διανύει μία πορεία που μόνο εκπλήξεις επιφυλάσσει στους θεατές οι οποίοι δεν γνωρίζουν τι ακριβώς θα δουν κάθε φορά που ο elegant νεαρός με το προβοκατόρικο βλέμμα διασχίζει την μεγάλη οθόνη. Αν ζούσε κατά την δεκαετία του 30 και του 40 θα ήταν ήρωας νουάρ. Καθαρόαιμος. Ίσως για αυτό ο αγαπημένος μου ρόλος του παραμένει αυτός στο Midnight in the Garden of Good and Evil.

Ο John Cusack που γεννήθηκε το 1966 σε μία κατεξοχήν κινηματογραφική οικογένεια – ο πατέρας ήταν ηθοποιός και κινηματογραφιστής και τα τέσσερα αδέλφια του επίσης ηθοποιοί με πιο γνωστή την μεγαλύτερη αδελφή του Joan – υπήρξε ένας teen- star και όσο και αν αυτό σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα είναι disgusting enough κατόρθωσε να το μετατρέψει σε πλεονέκτημα για την μετέπειτα καριέρα του.

Ο John Cusack όπως και τα αδέλφια του ήταν έγιναν μέλη του Chicago`s Piven Theatre Workshop του οποίου ιδρυτικά μέλη ήταν οι γονείς του κολλητού του φίλου Jeremy Piven, και αυτό τον βοήθησε να αποκτήσει μία σεβαστή θεατρική εμπειρία από νωρίς. Η κινηματογραφική του καριέρα ωστόσο, ξεκινά στα 17 του από το Class στο οποίο πρωταγωνιστούν οι εξέχουσες προσωπικότητες του τότε Brat Pack, Rob Lowe και Andrew McCarthy.

Που είναι τώρα όλοι αυτοί θα σας γελάσω! Αυτή η αφετηρία λοιπόν, τον ενέταξε και αυτόν από κεκτημένη ταχύτητα στο Brat Pacκ του 80. Βεβαίως μη γελιέστε ήταν ο τελευταίος του χωριού, ένας misfit και αυτό γιατί δεν διέθετε ούτε την star beauty του Rob Lowe, ούτε την επιθετικότητα του Judd Nelson, ούτε το επαναστατικό προφίλ του Matt Dillon, ούτε την ευαισθησία στα όρια παρεξήγησης του Andrew McCarthy, ούτε την ενεργητικότητα του Emilio Estevez, δεν είχε καν το σκοτεινό βλέμμα του C. Thomas Howell… για την ακρίβεια αυτός εκλεπτυσμένος νεαρός με την νωχελική διάθεση δεν μπορούσε να εξαργυρώσει την ποιότητά του στα τέλη της δεκαετίας του 80 καθώς η εποχή αναζητούσε εξωστρεφείς περσόνες, προκατασκευασμένους επαναστάτες…

Στην αρχή της καριέρας του αναλώνεται σε αδιάφορες παραγωγές στις οποίες αναγκάζεται να αναλαμβάνει ρόλους δευτεραγωνιστή στο πλάι της ανεκδιήγητης Molly Ringwald (Sixteen Candles), στο πλάι έτερων μελών του Brat Pack που σήμερα δεν θυμόμαστε καν (Grandview, U.S.A.) αλλά και στο πλάι δημοφιλών εκείνη την εποχή τηλεοπτικών ηθοποιών (The Sure thing). Στη συνέχεια αναλαμβάνει πρωταγωνιστικούς ρόλους σε επίσης ανούσιες ταινίες κυρίως κωμωδίες (The Journey of Natty Gann, One Crazy Summer, Hot Pursuit) έως την πρώτη άξια λόγου ταινία στην οποία συμμετείχε: The Grifters.

O Stephen Frears «ρίχνει» τον νεαρό Cusack ανάμεσα στις Anjelica Huston και Annette Bening και η δεκαετία του 90 ξεκινά περίφημα προσφέροντάς μας ένα νέο είδος σταρ. Ο clean look – χαμηλών τόνων – εσωστρεφής – (αυτό)σαρκαστικός – με διακριτική γοητεία και έμφυτη ευφυΐα – σταρ. Η δύναμη και η γοητεία δεν βρίσκεται πλέον στους μύες ούτε στο οργισμένο ταμπεραμέντο.

Βρίσκεται στην εξυπνάδα και στην ειρωνική αταραξία με την οποία ο ήρωας αντιμετωπίζει καταστάσεις. Μετά τους Κλέφτες, ο Cusack θέλει ακόμη ένα βήμα για να φτάσει στον σκηνοθέτη που θεωρώ ότι του ταιριάζει. Γυρίζει λοιπόν με συμπρωταγωνιστή τον επίσης ανερχόμενο και ενδιαφέροντα James Spader το True Colors λίγο πριν βρεθεί στο πλατό του εξαιρετικού Shadows and Fog έχοντας απέναντί του τον βαθύτατα αυτοσαρκαστικό Woody Allen.

Ο δρόμος έχει στρωθεί αλλά ο ηθοποιός πειραματίζεται με διάφορους ρόλους, ολόκληρη η καριέρα του μοιάζει με υποκριτική άσκηση. Το 1992 συναντά τον μετέπειτα κολλητό του, Tim Robbins στο Bob Roberts και αμέσως μετά ο Woody Allen ( Bullets over Broadway) βρίσκεται και πάλι μπροστά του τοποθετώντας τον σε μία δεκαετία που του πάει, την δεκαετία του 20 και υποχρεώνοντάς τον μέσα από τον ρόλο του να αναρωτηθεί αν η ζωή ή η τέχνη είναι πιο σημαντική, προβληματισμός που σημαδεύει την μετέπειτα καριέρα του.

Αμέσως μετά τον Allen περνά στα χέρια του Alan Parker σε μία μάλλον μέτρια ταινία το The Road to Wellville, και ακολούθως έρχονται το νευρώδες City Hall, το μαύρο Grosse Pointe Blank, το θορυβώδες Con Air για να φτάσουμε στον Clint Eastwood και στον αγαπημένο μου, John Kelso του Midnight in the Garden of Good and Evil. Ο Cusack μοιάζει να βρίσκει το φυσικό του περιβάλλον σε αυτό το μοντέρνο νουάρ και εντάσσεται πλήρως στο βραδυφλεγές σκηνικό του αμερικανικού νότου παραδίδοντας την πλέον απελευθερωμένη ερμηνεία του.

Ο John Cusack συνεχίζει να «ανακατεύει» τους ρόλους του και εκεί που θεωρούμε ότι «αυτός είναι ο ρόλος που θα απογειώσει την καριέρα του και θα κάνει τους κριτικούς να μιλάνε για τον επόμενο Al Pacino» ο ίδιος ξαναγυρνά σε ότι του κάνει ευχαρίστηση, σε ότι τελικώς τον προκαλεί… Chicago Cab, This is my father πριν το The thin red line. Δεν υπάρχει αξιόλογος ηθοποιός της γενιάς του που δεν θέλησε έναν ρόλο στην ταινία του Terrence Malick. Ο John Cusack έλαβε έναν αθόρυβα, σχεδόν αυτονόητα ακριβώς όπως οικοδομήθηκε όλη η φιλμογραφία του.

Ακολουθεί το αδιάφορο Pushing Tin για να φτάσουμε στο πολύ καλό Cradle will rock του Tim Robbins όπου με απόλυτη φυσικότητα ερμηνεύει τον Nelson Rockfeller. Με τον ρόλο του στο Being John Malkovich ξορκίζει την πιθανότητα να τον αποκαλέσουν mainstream και με το High Fidelity αποθεώνεται από σινεφίλ και μουσικόφιλους συνομηλίκους του.

Στο High Fidelity ο Frears ξαναφέρνει στο προσκήνιο τον σοφιστικέ, ευφυή looser της διπλανής πόρτας και ο Cusack νομιμοποιεί – μην πω εκθέτει – όλους τους κώδικες επικοινωνίες των ψαγμένων με την μουσική σημερινών 35ρηδων. Δεν είναι πολλοί αυτοί που πιάνουν χωρίς επεξηγήσεις τις κωδικοποιημένες ατάκες του ήρωα του Cusack αυτοί όμως θα τον λατρέψουν για πάντα.

Δύο καθαρόαιμες αμερικανικές ρομαντικές κομεντί θα έρθουν να τον ξεκουράσουν πιθανώς εξασφαλίζοντάς του extra cash, τα America`s Sweethearts και Serendipity (που αρχικώς σχεδιάστηκε ως όχημα για την Kate Beckinsale) και ο Cusack κάνει μία στροφή και προσγειώνεται στο Max μία μάλλον μέτρια ταινία που στοχεύει να ζωντανέψει το προπολεμικό Βερολίνο και να φωτίσει μία άγνωστη πτυχή της προσωπικότητας του Χίτλερ.

Ο Cusack που θεωρεί ότι το σενάριο της ταινίας είναι ένα από τα καλύτερα που έχει διαβάσει, υποδύεται τον Max έναν εβραίο γκαλερίστα που παροτρύνει τον οσονούπω αιμοσταγή δικτάτορα να ασχοληθεί με τα εικαστικά και συνοψίζει στην κοσμοθεωρία του ήρωά του όλη την βερολινέζικη κουλτούρα. Από το Βερολίνο βρισκόμαστε στην αμερικανική μέση του πουθενά και στο Identity, ένα αξιοπρεπέστατο θρίλερ πακεταρισμένο ως b-movie με έξοχη ατμόσφαιρα και ενδιαφέρουσα πλοκή στα μέτρα του ηθοποιού. Πριν φτάσουμε στο τωρινό 1408 να αναφέρω το αδιάφορο Runaway Jury και το διασκεδαστικό Ice harvest, το μέτριο The Contract και το δυνατό Grace Is Gone.

Ο Cusack δεν σταματά. Έχοντας μία μεγάλη – καμία πενηνταριά ταινίες – και πλούσια φιλμογραφία και κανένα ερωτικό σκάνδαλο στο ενεργητικό του παραμένει ένας ας πούμε, δεύτερου μεγέθους, σταρ που μπορεί να μην προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους παπαράτσι αλλά θα έπρεπε κάθε φορά που ένας σκηνοθέτης έχει ανάγκη έναν εγκεφαλικό τύπο που να δείχνει υπέροχος μέσα στις καμπαρτίνες και στα κοστούμια το μυαλό του να τρέχει στον John Cusack.

Στο μεταξύ αυτός περιδιαβάζει μαγικούς κινηματογραφικούς δρόμους αναζητώντας την ευκαιρία να συμμετάσχει σε ένα “great piece of art” επειδή πιστεύει ότι δεν το έχει κάνει ακόμη. Ίσως πρέπει να ξαναδεί το Midnight in the Garden of Good and Evil.

Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166