Tο 1999 είναι η χρονιά που ο σκηνοθέτης David Fincher φτάνει στο δημιουργικό του απόγειο. Το Fight Club έρχεται να διαδεχτεί (και να ξεπεράσει) το εξαιρετικό και μάλλον υποτιμημένο The Game (1995) με τους Michael Douglas και Sean Penn, αλλά και το καταπληκτικό Seven (1997) με τους Kevin Spacey, Brad Pitt και Morgan Freeman. Βασισμένο σε ένα βιβλίο του Chuck Palahniuk, το Fight Club εντυπωσιάζει με την εμπνευσμένη και πολύ στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, αλλά και με τις πλούσιες εικόνες του που ανέδειξαν με τον πλέον ιδανικό και άμεσο τρόπο τον κοινωνικό προβληματισμό που διακατέχει, αλλά και που αμφίδρομα, εξυπηρετεί την ταινία.
Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι απολαυστικές, με αποκορύφωμα εκείνη του Edward Norton, ο οποίος αποδίδει με ακρίβεια και συνέπεια το πιο «γήινο» και ανθρώπινο προφίλ του Tyler Durden. Η ταινία στιγμάτισε το κοινό, αλλά και τους κριτικούς, πολλοί εκ των οποίων τη χαρακτήρισαν το Κουρδιστό Πορτοκάλι των 90’s (η αγάπη του Fincher για τον Kubrick είναι γνωστή), ο πλέον κολακευτικός χαρακτηρισμός για μια ταινία –παρόλα αυτά- από τις καλύτερες των τελευταίων δέκα χρόνων.
Τη μουσική της ταινίας επιμελήθηκαν οι Dust Brothers, σε αντίθεση με όσους ανέμεναν κάτι τέτοιο να γίνει από τον συνθέτη του The Game και του Se7en, τον Howard Shore. Ερωτηθείς ο Shore γιατί τελικά δεν επελέχθη, απάντησε αποστωμοτικά: “Ο David αυτή τη φορά ήθελε κάτι περισσότερο techno”. Και όπως απεδείχθη, οι Dust Brothers και τα ηχητικά τους υβρίδια (ηλεκτρονική μουσική σε συνδυασμό με υπνωτικές ατμόσφαιρες) ήταν ότι πιο ταιριαστό για την ατμόσφαιρα της ταινίας.
Οι Dust Brothers ήταν από τους πιο σπουδαίους μουσικούς παραγωγούς των 90’s. Έκαναν δίσκους για μερικούς πολύ γνωστούς καλλιτέχνες όπως ο Beck («Odelay», 1997) και οι Beastie Boys, στο Paul’s Boutique των οποίων πρωτοτύπησαν με τη χρήση των ψηφιακών samples, με αποτέλεσμα το album να θεωρείται «σταθμός», επηρρεάζοντας πολλούς μουσικούς από εκεί και μετά. Μάλιστα, για τους Mike Simpson και John King, ήταν η λαμπρότερη στιγμή τους, μέχρι την επόμενη… Η οποία ήρθε το 1999, με το Fight Club να είναι ουσιαστικά η πρώτη solo δουλειά τους.
Οι Dust Brothers
Η μουσική των Dust Brothers ταίριαξε τόσο πολύ με την ταινία που μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές φέρουν πάντα μαζί τους, το μουσικό τους αποτύπωμα, ως αναπόσπαστο κομμάτι τους. Το “Single Serving Jack” συνοδεύει την υστερία του Durden με τα αεροπλάνα και τα αντικέιμενα μιας χρήσης, το “Corporate World” με το εισαγωγικό bossa nova σημείο, μας φέρνει αντιμέτωπους με την ανυπόφορη ζωή του στην εταιρεία, ενώ το “Jack’s Smirking Revenge” είναι το σκοτεινό μουσικό χαλί που συνοδεύει τα συναισθήματα του Norton που μένει νωρίς νωρίς χωρίς διαμέρισμα.
Χαρακτηριστικότερο όλων το “What is Fight Club” με την υπνωτική ατμόσφαιρα και το μπάσο να σε πηγαίνουν κατευθείαν σε οπτικές στιγμές αλησμόνητες που όμως η μουσική έχει ποτίσει. Γενικά, η μουσική των Dust Brothers στο Fight Club είναι αφοσιωμένη στην ταινία και είναι από εκείνες τις περιπτώσεις όπου δίπλα στις εικόνες μεταμορφώνεται, χωρίς πάλι να είναι αδιάφορη δίχως αυτές.
Στο soundtrack, όχι σε όλες τις εκδοχές όμως, καθώς έχει κυκλοφορήσει και soundtrack μονάχα με τα τραγούδια των DB, έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε και το κομμάτι το οποίο συμβάλλει στο τελείως χαρακτηριστικό και σουρρεαλιστικό κλείσιμο της ταινίας, με την κατάρρευση των κτηρίων… Το “Where is my Hand” των Pixies είναι αυτό που όλοι συγκρατούν από τη μουσική της ταινίας και όχι άδικα…
Συμπέρασμα
Συνολικά, ένα πολύ καλό soundtrack που δίχως τις εικόνες χάνει μέρος της δύναμης του. Παρόλα αυτά, είναι μια σημαντική λεπτομέρειας στο ευρύτερο σύνολο που λεγεται Fight Club και γιαυτό παίρνει παραπάνω πόντους. Όσο για το Fight Club,
- Βαθμολογία για την ταινία: 10/10
- Βαθμολογία για το soundtrack: 7/10
Fight Club soundtrack Tracklisting
- Who Is Tyler Durden?
- Homework
- What Is Fight Club?
- Single Serving Jack
- Corporate World
- Psycho Boy Jack
- Hessel, Raymond K.
- Medula Oblongata
- Jack`s Smirking Revenge
- Stealing Fat
- Chemical Burn
- Marla
- Commissioner Castration
- Space Monkeys
- Finding The Bomb
