Ο Bobby Fischer (ελληνικά Μπόμπι Φίσερ) γεννήθηκε 9 Μαρτίου 1943 στην πόλη του Σικάγο και ήταν Αμερικανός σκακιστής με εξαιρετικές ικανότητες, ο όποιος μέχρι σήμερα θεωρείται – κατά γενική ομολογία – ένας από τους κορυφαίους σκακιστές όλων των εποχών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ηλικία 16 ετών έλαβε για πρώτη φορά μέρος στο τουρνουά «Candidates Tournament» στη Γιουγκοσλαβία το 1959, ο νικητής του οποίου θα μπορούσε να παίξει ενάντια στον παγκόσμιο πρωταθλητή, προκειμένου να διεκδικήσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα σκακιού. Ωστόσο δεν τα κατάφερε την πρώτη φορά και κατετάγη στην πέμπτη θέση μαζί με τον Svetozar Gligorić, όμως δεν πτοήθηκε και συνέχισε αυτή την ανοδική εκπληκτική πορεία.
Κατόρθωσε να γίνει ο 11ος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι από το 1972 έως το 1975. Ένα άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι κέρδισε τον τίτλο το 1972 σε αυτό που ονομάστηκε από τους ειδικούς ως Match of the Century (δηλαδή το παιχνίδι του αιώνα) σε ένα αγώνα εναντίον στον Μπορίς Σπάσκι.
Μετά από αυτό το συγκλονιστικό ματς, ο Μπόμπι Φίσερ προέβη σε μία ακατανόητη ενέργεια που ήταν πλήγμα για την επαγγελματική του καριέρα, και πιο αναλυτικά, το 1975 αρνήθηκε να παίξει εναντίον του Σοβιετικού Ανατόλι Κάρποφ, γιατί δεν έγιναν δεκτοί οι κανόνες που αυτός ήθελε να εφαρμοστούν κατά το δοκούν σε αυτόν τον αγώνα, με αρνητική συνέπεια η Παγκόσμια Ομοσπονδία Σκακιού (FIDE) να αφαιρέσει από τον Φίσερ τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή.
Ακολούθησε μια ακόμη δημόσια εμφάνιση στο σκάκι το 1992 σε έναν αγώνα που οργανώθηκε ιδιωτικά εναντίον του Μπορίς Σπάσκι. Ο Φίσερ εξέφρασε επανειλημμένες φορές δημοσίως τα αντιαμερικανικά και αντισημιτικά αισθήματα του, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να τον φέρεις σε πολλούς μπελάδες. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια στην Ισλανδία, την υπηκοότητα της οποίας είχε είχε αποκτήσει προς το τέλος της ζωής του. Λόγω των αδιαμφισβήτητων επιτευγμάτων του, ο Φίσερ χαρακτηρίζεται ως ένα από τα σπουδαιότερα ταλέντα στην ιστορία του σκακιού.
Bobby Fischer βιογραφία
Ολόκληρο το πραγματικό του όνομα ήταν Robert James Fischer και γεννήθηκε από τη Ρετζίνα Φίσερ (το γένος Wender, 1913–1997). Η μητέρα του γεννήθηκε στη Ζυρίχη από Εβραίους γονείς που κατοικούσαν στην Πολωνία και μετέβησαν αργότερα στις ΗΠΑ, Η μάνα του μεγάλωσε στις ΗΠΑ και αργότερα σπούδασε ιατρική στη Μόσχα τη δεκαετία του 1930. Στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για μία καλύτερη ζωή.
Ο πατέρας του Φίσερ ήταν ο Γερμανός ο βιοφυσικός Χανς-Γκέρχαρντ Φίσερ, τον οποίο παντρεύτηκε η Ρετζίνα στη Μόσχα το 1933 και από τον οποίο χώρισε το 1945. Ωστόσο, σύμφωνα με εικασίες που βασίζονται σε αναφορές του FBI, μπορεί να μην ήταν ο βιολογικός πατέρας του Φίσερ , αλλά ο Ούγγρος μηχανικός επιστήμονας Paul Neményi, ο οποίος είχε στενή σχέση με τη Regina Fischer την εποχή πριν από τη γέννηση της Fischer και που αργότερα της έστελνε τακτικά χρήματα για να μπορέσει μεγαλώσει το παιδί της.
Μαζί με την αδελφή του Τζόαν, η οποία ήταν μεγαλύτερη κατά πέντε χρόνια από αυτόν, μεγάλωσαν σε πολύ κακές συνθήκες στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, με την ανύπαντρη μητέρα του, η οποία εργαζόταν ως νοσοκόμα και βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση του FBI λόγω της κομμουνιστικής της κοσμοθεωρίας.
Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Τζόαν Ρόντκερ, η οποία ήταν φίλη με τη Ρετζίνα Φίσερ από τη δεκαετία του 1930 και αλληλογραφούσε μαζί της για πολλά χρόνια, περιέγραψε τη μητέρα του Μπόμπι Φίσερ ως «ένθερμη κομμουνίστρια» και ενθουσιώδη υποστηρικτή της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Χανς-Γκέρχαρντ Φίσερ (Hans-Gerhardt “Gerardo” Fischer), πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο στο πλευρό των Ρεπουμπλικανών, ο οποίος ήταν επίσημα ο πατέρας του Bobby Fischer, αλλά σύμφωνα με το FBI, ο Gerardo και η Regina ήταν πολύ πιθανό να ζούσαν χωριστά από το 1939, αφού η Regina είχε επιστρέψει στις ΗΠΑ εκείνη τη χρονιά με την κόρη της, η οποία γεννήθηκε στη Μόσχα το 1938., και Σύμφωνα με το FBI, ο Hans-Gerhardt Fischer δεν εισήλθε ποτέ στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.
Επομένως, ο Μπόμπι Φίσερ ήταν ανέφικτο να είχε γνωρίσει προσωπικά τον υποτιθέμενο βιολογικό πατέρα του, τουλάχιστον κατά την παιδική του ηλικία. Σύμφωνα με το FBI, ο Gerardo Fischer ζούσε στη Χιλή τουλάχιστον από το 1945.
Από την άλλη μεριά, ήταν σε επαφή με τον Paul Nemenyi, τον φίλο που είχε γνωρίσει η Ρετζίνα το 1942 (δηλαδή πριν το γάμο της με τον Χανς-Γκέρχαρντ). Πλήρωνε με συνέπεια χρήματα για τη διατροφή του Μπόμπι με εξαίρεση ένα χρόνο (1947/48) ο οποίος μάλιστα παραπονέθηκε σφόδρα στους κοινωνικούς λειτουργούς για τις μεθόδους ανατροφής του παιδιού από την Ρετζίνα.
Η βασική αιτία που προέβη σε αυτή την καταγγελία, ήταν πιθανόν γιατί είδε να διακυβεύεται η ευημερία του παιδιού, επειδή σε μια από τις συνομιλίες που είχε με το πιτσιρίκι ξέσπασε σε κλάματα. Ωστόσο, ο Nemenyi παρακολουθούνταν επίσης από το FBI επειδή είχε τραβήξει την προσοχή με τις φιλοσοβιετικές δηλώσεις του.
Ένας ψυχίατρος περιέγραψε τη Ρετζίνα το 1943 ως «παρανοϊκή». Ωστόσο, μπορεί να μην έλαβε υπόψη του ότι η μητέρα του Μπόμπι βρισκόταν υπό παρακολούθηση από το FBI από τις 19 Οκτωβρίου 1942. Μέχρι το 1958, το FBI την υποπτευόταν ότι ήταν πράκτορας της Μόσχας. Η επιτήρηση τελείωσε περίπου το 1973, όμως δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός πως αυτή η κατάσταση διήρκησε σχεδόν τρεις δεκαετίες, και την είχε καταβάλει ψυχολογικά, σε σημείο να μην μπορεί να λειτουργήσει ως κανονικός άνθρωπος και να αναθρέψει με την ησυχία της τα παιδιά της.
Ο Μπόμπι Φίσερ έμαθε τους κανόνες του σκακιού σε ηλικία έξι ετών μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή του Τζόαν, η οποία, σε αντίθεση με τον αδερφό της, σύντομα έχασε το ενδιαφέρον της για το παιχνίδι. Ο πρώτος του προπονητής ήταν ο Carmine Nigro, ο οποίος ήταν πρόεδρος της σκακιστικής Λέσχης Brooklyn Chess Club.
Το 1955, ο Φίσερ έλαβε μέρος στο Πρωτάθλημα Νέων των ΗΠΑ για πρώτη φορά, αλλά δεν μπόρεσε ακόμη να διακριθεί με το ταλέντο του, ώστε να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους καλύτερους. Από το 1956 έως το 1958 εκπαιδεύτηκε εκτενώς από τον John W. Collins, ο οποίος του πιστώνεται επίσης ότι ήταν ο καθοδηγητής άλλων ανερχόμενων ταλέντων, όπως ο William Lombardy και ο Robert Byrne.
Ο ψυχαναλυτής και πρώην παίκτης σκακιού Ρούμπεν Φάιν, ο οποίος θεωρούνταν παγκόσμιας κλάσης σκακιστής, γνώρισε τον Φίσερ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, και αργότερα επιβεβαίωσε ότι είχε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που προέκυπταν από τις οικογενειακές συγκρούσεις, και τον οδήγησαν σε προβλήματα συμπεριφοράς. Σύμφωνα με τον Ρούμπεν Φάιν, το παιχνίδι στο σκάκι πρόσφερε στον Φίσερ την ευκαιρία να εκδικηθεί για τα ψυχολογικά τραύματα του και να ζήσει φαντασιώσεις δύναμης μέσα από τις επιτυχίες του.
Το FBI είχε καταλήξει στο συμπέρασμα το 1958 ότι πρέπει υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να υφίσταται μία τοξική σύγκρουση μεταξύ μητέρας και γιου, η οποία προφανώς έκανε τον Μπόμπι Φίσερ να επαναστατήσει ενάντια σε οτιδήποτε προερχόταν από τη μητέρα του.
Bobby Fischer: Το ξεκίνημα της καριέρας του στο σκάκι
Ήδη σε ηλικία δεκατριών ετών έγινε γνωστός στο σκακιστικό κοινό μέσω του λεγόμενου «παιχνιδιού του αιώνα» στις 17 Οκτωβρίου 1956 εναντίον του Ντόναλντ Μπερν. Το 1957 ο Φίσερ χρίστηκε Διεθνής Μαιτρ (International Master) από τη FIDE. Σε ηλικία 14 ετών, στις 8 Ιανουαρίου 1958, κατόρθωσε να γίνει για πρώτη φορά πρωταθλητής ΗΠΑ στο σκάκι – και μέχρι τότε ήταν ο νεότερος σε ηλικία πρωταθλητής στην ιστορία του αθλήματος στην Αμερική.
Μεταξύ 1958 και 1967 κέρδιζε ανελλιπώς τον τίτλο και στις οκτώ συμμετοχές του, ενώ το 1964 κατάφερε να κερδίσει και τα έντεκα παιχνίδια, πράγμα που θεωρούνταν τρομερό επίτευγμα, αφού δεν είχε ξανασυμβεί κάτι το παρελθόν από κάποιον άλλον παίκτη στο Εθνικό Πρωτάθλημα Σκακιού της Αμερικής.
Το 1958, σε ηλικία 16 ετών, εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Λύκειο Erasmus Hall High School, το οποίο θεώρησε ότι ήταν άχρηστο και πήγε στο Μπρούκλιν για να αφιερωθεί πλήρως στο σκάκι. Ο Φίσερ κατόρθωσε να φτάσει στην πρώτη του διεθνή επιτυχία, καταλαμβάνοντας την πέμπτη θέση στο Διεθνές Τουρνουά στο Πόρτοροζ τον Αύγουστο / Σεπτέμβριο του 1958. Έτσι προκρίθηκε στο «Τουρνουά Υποψηφίων Παγκοσμίου Κυπέλλου» το 1959 (FIDE Candidates Tournament) και συνάμα του απονεμήθηκε και ο τίτλος του Γκραντ Μάστερ (Grandmaster) για την επιτυχία του.
Στο 5ο Τουρνουά Ρόζενβαλντ στη Νέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 1958,, ο Φίσερ νίκησε τον Σάμουελ Ρεσέφσκι για πρώτη φορά (ήταν Αμερικανός πρωταθλητής σκακιού με τεράστια καριέρα), κερδίζοντας μετά από έντεκα μόνο κινήσεις, και έγινε ξανά ο πρωταθλητής του συγκεκριμένου τουρνουά.
Στο διεθνές τουρνουά της Ζυρίχης το 1959 με την επωνυμία Interzonal, ο Φίσερ νίκησε για πρώτη φορά στην καριέρα του κάποιομ Σοβιετικό Γκραντ Μάστερ, τον Εσθονό Πολ Κέρες. Σε ηλικία 16 ετών τερμάτισε πέμπτος στο Τουρνουά Υποψηφίων (Candidate Tournament) το 1959 στη Γιουγκοσλαβία, όπου έχασε και τους τέσσερις αγώνες ενάντια στον τελικό παγκόσμιο πρωταθλητή Μιχαήλ Ταλ (Michail Tal).
Στο διεθνές τουρνουά στο Μαρ ντελ Πλάτα τον Απρίλιο του 1960, ο Φίσερ κέρδισε όλα τα παιχνίδια του εκτός από δύο, μεταξύ των οποίων νίκησε και τον Έριχ Ελισκάσες. Τον Νοέμβριο του 1960, κατά τη διάρκεια της Σκακιστικής Ολυμπιάδας στη Λειψία, ο Φίσερ απάντησε στην ερώτηση ενός δημοσιογράφου αν πίστευε ότι θα μπορούσε να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής και αυτός απάντησε λακωνικά λέγοντας «Ίσως το 1963», κάτι που πέρασε στα ψιλά γράμματα, γιατί κανείς δεν πίστευε ότι αυτός ο πιτσιρικάς θα τα κατάφερνε.
Το καλοκαίρι του 1961 έπαιξε ξανά έναν αγώνα εναντίον του Samuel Reshevsky, ο οποίος μετά από έντεκα παιχνίδια κατέληξε σε ισοπαλία 5½ – 5½. Στο επόμενο τουρνουά που συμμετείχε ο τότε νεαρός Bobby Fischer στο Μπλεντ της Σλοβενίας, κατάφερε να νικήσει σε εκείνη την αναμέτρηση τον Μιχαήλ Ταλ, ωστόσο ο τελευταίος κέρδισε το τουρνουά με 14½ πόντους σε 19 αγώνες, έναν βαθμό μπροστά από τον Φίσερ.
Στο δεύτερο Τουρνουά Υποψηφίων (candidate tournament) του, Κουρασάο 1962, ο Φίσερ τερμάτισε τέταρτος. Κατηγόρησε τους συμμετέχοντες Σοβιετικούς παίκτες ότι προέβησαν σε συμπαιγνία, δηλαδή συμφώνησαν να στήσουν τα παιχνίδια για να έρθει ισοπαλία προκειμένου να μη χάσουν πόντους και να ζημιωθεί αυτός. Όμως αυτές οι επικρίσεις οδήγησαν αργότερα τη FIDE στο να αλλάξει τη λειτουργία του τουρνουά υποψηφίων, εισάγοντας νέους κανονισμούς, ωστε οι αγώνες να γίνονται ακόμα πιο δίκαιοι και να μην υπάρχουν υπόνοιες ότι αδικείται κάποιος παίκτης.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Φίσερ αποσύρθηκε σε μεγάλο βαθμό από τα τουρνουά σκακιού. Το 1965, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αρνήθηκε στον Fischer να του παράσχει βίζα για να συμμετάσχει στο τουρνουά Capablanca Memorial στην Αβάνα . Έπαιξε λοιπόν από τη Νέα Υόρκη και οι κινήσεις τηλεγραφήθηκαν. Ο Σπάσκι κέρδισε το Κύπελλο Πιατιγκόρσκι το 1966 στη Σάντα Μόνικα με 11½ πόντους σε 18 αγώνες, μισό πόντο μπροστά από τον Φίσερ και 1½ πόντους μπροστά από τον Λάρσεν.
Η επόμενη προσπάθεια του Bobby Fischer ήταν στο Διαζωνικό Τουρνουά (Interzonal) στην πόλη Σους της Τυνησίας για να προκριθεί στον τελικό του παγκοσμίου πρωταθλήματος σκακιού του 1967. Μετά από οκτώ γύρους ήταν αήττητος μπροστά από τους ενδεχόμενους νικητές εκείνου του τουρνουά, δηλαδή τον Μπεντ Λάρσεν και τον Σάμουελ Ρεσέφσκι, οι οποίοι αμφότεροι είχαν σημειώσει μόνο έξι πόντους μέχρι εκείνο το σημείο.
Ωστόσο σε εκείνο το τουρνουά διεξήχθησαν ορισμένα περίεργα πράγματα, και πιο αναλυτικά, επειδή ο Bobby Fischer ήταν πιστός του χριστιανικού δόγματος Grace Communion International, το οποίο προστάζει την τήρηση ανάπαυσης και ξεκούρασης του Σαββάτου είχε ως αρνητικό πρόσημο να στερήσει από τον Φίσερ τη συμμετοχή του σε δύο παιχνίδια και να προκληθούν σφοδρές διαμάχες με τη διοργανώτρια αρχή, γιατί δεν έγιναν σεβαστές οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Και έτσι, παρόλο που προκρίθηκε στον τελικό του παγκοσμίου πρωταθλήματος, αποφάσισε να μη συμμετέχει, εκτός και αν γινόταν δεκτά τα αιτήματα του για το πως θα διεξαχθεί ο τελικός, θέτοντας ειδικούς όρους, οποίοι ήταν αντικειμενικά παράλογοι και δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί (τουλάχιστον όχι όλοι) από την Παγκόσμια ομοσπονδία Σκακιού.
Στον επόμενο προκριματικό κύκλο για το Παγκόσμιο Κύπελλο, ο Φίσερ βγήκε νικητής πανηγυρικά. Και πιο συγκεκριμένα Το 1970 κέρδισε το Διαζωνικό Τουρνουά στην Πάλμα ντε Μαγιόρκα, ενώ το 1971 στο επόμενο Τουρνουά Υποψηφίων επικράτησε εναντίον των Μαρκ Ταϊμάνο, Μπεντ Λάρσεν και Τιγκράν Πετροσιάν.
Στα προημιτελικά κόντρα στην Ταϊμάνοου και στα ημιτελικά κατά του Λάρσεν κέρδισε συντριπτικά και τους δύο αντιπάλους με το ίδιο συγκλονιστικό αποτέλεσμα 6:0. Κέρδισε επίσης ξεκάθαρα τον πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή Πετροσιάν στον τελικό με 6½ – 2½. Ο Φίσερ κατάφερε να κερδίσει 20 παιχνίδια στη σειρά σε τούτο τον κύκλο παιχνιδιών.
Κέρδισε τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή στο Σκάκι στο Ρέικιαβικ το 1972 απέναντι στον Μπόρις Σπάσκι σε έναν αγώνα που έχει γίνει γνωστός ως ο «Ματς του Αιώνα». Η μονομαχία διεξήχθη σε τεταμένη ατμόσφαιρα, λόγω της εκκεντρικής προσωπικότητας του Bobby Fischer.
Η συμπεριφορά του σε πολλές περιπτώσεις ήταν αντιαθλητική και μάλιστα, έχασε ακόμη και ένα παιχνίδι, χωρίς να μετέχει καν, όμως τελικά κέρδισε μετά από 21 αγώνες με σκορ 12½ – 8½.
Ο Μπόμπι Φίσερ ως παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι
Ο θρίαμβος του Φίσερ πυροδότησε μια σκακιστική φρενίτιδα και το άθλημα άρχισε να γίνεται δημοφιλές, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ωστόσο, ο ίδιος απέρριψε όλες τις προτάσεις για να λάβει μέρος σε τουρνουά ή σε μεμονωμένους αγώνες σε δημόσια θέα. Το 1974 κυκλοφόρησαν φήμες ότι δεν θα υπερασπιζόταν εκ νέου τον τίτλο του.
Όταν ο Ανατόλι Κάρποφ ανακηρύχθηκε νικητής του Τουρνουά Υποψηφίων, όπου θα αντιμετώπιζε στον τελικό του παγκοσμίου πρωταθλήματος τον Bobby Fischer για το ποιος θα στεφθεί νικητής, ο Fischer έστειλε έναν κατάλογο με 179 αιτήματα στη FIDE προκειμένου να λάβει μέρος στον αγώνα για την διεκδίκηση του τίτλου το 1975.
Ωστόσο, η FIDE αποδέχτηκε σχεδόν όλους τους όρους, δηλαδή τους 178, αλλά απέρριψε μόνο ένα. Συγκεκριμένα αρνήθηκε να κάνει δεκτό το αίτημα του Fischer, το οποίο έλεγε ότι ο νικητής θα αναδειχθεί μόνο εάν κερδίσει και τα 10 παιχνίδια, κάτι που εκ των πραγμάτων είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί σε τόσο υψηλό επίπεδο, ακόμη και σήμερα.
Ο Bobby Fischer απαιτούσε τα ισόπαλα παιχνίδια να μην υπολογίζονται στο τελικό σκορ, και όποτε ερχόταν ισοπαλία να ξανά επαναλαμβάνεται το παιχνίδι, αλλά μία τέτοια κατάσταση θα ήταν εξοντωτική, γιατί θα ξέφευγε κατά πολύ η χρονική διάρκεια αυτής της αναμέτρησης.
Ο Φίσερ ζήτησε επίσης από τον παγκόσμιο πρωταθλητή να διατηρήσει τον τίτλο του αν το σκορ ήταν 9:9. Αυτό θα σήμαινε ότι ο Ανατόλι Κάρποφ θα έπρεπε να κερδίσει με δύο πόντους παραπάνω προκειμένου να στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής. Όταν έγινε σαφές ότι αυτή η απαίτηση δεν θα ικανοποιούνταν, οι διαπραγματεύσεις τελικά κατέρρευσαν.
Στις 3 Απριλίου 1975, η Παγκόσμια Ομοσπονδία Σκακιού δεν ενέδωσε στα κελεύσματα του Φίσερ. Έτσι ο Ανατόλι Κάρποφ, ανακηρύχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής χωρίς να αναμετρηθεί με τον αντίπαλό του. Μετά τον αγώνα του Ρέικιαβικ το 1972, ο Φίσερ δεν έπαιξε ούτε ένα παιχνίδι τουρνουά για συνολικά σχεδόν είκοσι χρόνια. Παρόλα αυτά, εξακολουθούσε να θεωρεί τον εαυτό του παγκόσμιο πρωταθλητή στο σκάκι κατά τα επόμενα χρόνια, αφού κανείς δεν τον είχε νικήσει σε αγώνα παγκοσμίου πρωταθλήματος.
Αγώνας του 1992 του Μπόμπι Φίσερ με τον Μπόρις Σπάσκι
Ο Φίσερ έκανε μια σύντομη επιστροφή το 1992, όταν κέρδισε έναν ανεπίσημο αγώνα ενάντια στον παλιό του αντίπαλο Μπόρις Σπάσκι 17.5 – 12.5 στη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του πολέμου της Βοσνίας , ο οποίος τράβηξε την προσοχή των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, για τον οποίο έλαβε 3,65 εκατομμύρια δολάρια. Το νησί Σβέτι Στέφαν (Sveti Stefan), όπου διεξήχθη το πρώτο μισό του διαγωνισμού, ανήκε στον Jezdimir Vasiljević, που ήταν επικεφαλής της Γιουγκοσλαβικής ιδιωτικής τράπεζας Jugoskandik.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Φίσερ παραβίασε το οικονομικό εμπάργκο κατά της Γιουγκοσλαβίας που είχε ανακοινώσει τότε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους (ο πρεσβύτερος). Λόγω αυτής της παραβίασης των κυρώσεων, ο Φίσερ καταζητήθηκε στη συνέχεια από τις αρχές των ΗΠΑ με ένταλμα σύλληψης και μάλιστα αντιμετώπιζε έως και δέκα χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο έως και 250.000 δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από τότε ο Φίσερ δεν ταξίδεψε ποτέ ξανά στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, παρά το ένταλμα σύλληψης του στη χώρα του, οι αμερικανικές αρχές δεν έστειλαν αίτημα στην interpol, προκειμένου να βγει διεθνές ένταλμα και να συλληφθεί σε οποιαδήποτε χώρα και αν βρίσκεστε (τουλάχιστον στις χώρες δικαιοδοσίας της).
Παρόλη την αυστηρή στάση των ΗΠΑ, το 1997 του εκδόθηκε νέο διαβατήριο από την αμερικανική πρεσβεία στη Βέρνη της Ελβετίας και μερικά χρόνια αργότερα προστέθηκαν νέες σελίδες στο διαβατήριο (αφού πλέον είχε γεμίσει) για πρόσθετες σφραγίδες βίζας.
Η απομόνωση του Bobby Fischer

Από το 1975 έως το 2004, ο Bobby Fischer άλλαζε συχνά τον τόπο διαμονής του, ο οποίος ως επί το πλείστον παρέμενε άγνωστος στο ευρύ κοινό, προφανώς γιατί δεν του άρεσαν τα φώτα της δημοσιότητας και του άρεσε να ζει απομονωμένος. Έζησε μεταξύ άλλων στην Πασαντίνα, το Σαν Φρανσίσκο και τη Βουδαπέστη, ενώ σύμφωνα με τους New York Times, μεταξύ 1975 και 1992 έζησε κυρίως στη νότια Καλιφόρνια, σε μια φθηνή κατοικία στην περιοχή του Λος Άντζελες.
Το φθινόπωρο του 1990 έμεινε για τρεις μήνες στο ξενοδοχείο Pulvermühle κοντά στο Waischenfeld στη Φραγκονία Ελβετία,
Από το 2000 έως το 2005, ο Φίσερ έζησε κυρίως στην Ιαπωνία, αλλά πέρασε επίσης χρόνο και στις Φιλιππίνες.
Η Αντιαμερικανική και Αντισημιτική στάση του Bobby Fischer
Ο Φίσερ εξέφρασε επανειλημμένα αντισημιτική και αντιαμερικανική στάση . Μερικοί συγγραφείς εντοπίζουν την αρχή της αντισημιτικής του στάσης πίσω στο 1961, όταν ο ένιωσε μειονεκτικά στον αγώνα του εναντίον του Σάμουελ Ρεσέφσκι, τον οποίο χορηγός ήταν η Ζακλίν Πιατιγκόρσκι, με αποτέλεσμα να υποψιάζεται ότι υπάρχει μια σκληρή εβραϊκή συνωμοσία εναντίον του.
Ωστόσο, ο Παλ Μπένκο (Ούγγρος σκακιστής) ανέφερε ότι ο Φίσερ του είχε πει σε μία προσωπική συζήτηση το 1958 ότι ο Αδόλφος Χίτλερ ήταν ένας «σπουδαίος τύπος». Αργότερα, ωστόσο, υποχώρησε από αυτή τη γνώμη, και αντ’ αυτού υπέθεσε ότι ο ίδιος ο Χίτλερ ήταν Εβραίος. Ο Φίσερ αρνήθηκε ανοιχτά και δημοσίως ότι υπήρξε το Ολοκαύτωμα.
Μετά τη νίκη του στο Ρέικιαβικ το 1972, ο Φίσερ απέρριψε την πρόσκληση του τότε προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον στον Λευκό Οίκο, γιατί ενδεχομένως να τον θεωρούσε απεχθή λόγω του αξιώματος του.
Στο Τόκιο, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη στο Bombo Radyo Philippines, ο Φίσερ εξήρε τις τρομοκρατικές επιθέσεις εκείνης της εποχής και επέκρινε την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ κατά τους περασμένους αιώνες. Ως αποτέλεσμα αυτής της συνέντευξης, ο Φίσερ εκδιώχθηκε από την Ομοσπονδία Σκακιού των ΗΠΑ.
Σύλληψη στην Ιαπωνία και πολιτογράφηση στην Ισλανδία
Σύμφωνα με την επί χρόνια σύντροφο του και μετέπειτα σύζυγό του Miyoko Watai, ο Fischer ζούσε στην Ιαπωνία από το 2000. Αναγκαζόταν να ανανεώνει τακτικά τη νόμιμη παραμονή του στην Ιαπωνία, η οποία περιοριζόταν σε τουριστική βίζα, με αποτέλεσμα να φεύγει κάθε τρεις μήνες από τη χώρα για μικρό χρονικό διάστημα, για παράδειγμα στη Μανίλα, προκειμένου να αποκτήσει νέα τουριστική βίζα για να επιστρέψει στην Ιαπωνία.
Αλλά το 2004 η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ιαπωνία ενημέρωσε τις τοπικές αρχές μετανάστευσης ότι το διαβατήριο του Φίσερ είχε ακυρωθεί από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Ουάσιγκτον και ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης κατά του Φίσερ από το δικαστήριο στην Περιφέρεια της Κολούμπια με ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 1992, κάτι που του δυσκόλεψε τη ζωή στο νέο τόπο διαμονής που διέμενε.
Στις 13 Ιουλίου 2004, ο Bobby Fischer είχε συλληφθεί από τις ιαπωνικές αρχές. Ωστόσο, αρνήθηκε ότι το διαβατήριο του ήταν άκυρο και αντιστάθηκε στη σύλληψη. Σε συνέντευξη του αργότερα χαρακτήρισε παράνομες τις ενέργειες των αμερικανικών αρχών.
Μετά τη σύλληψή του, ο Φίσερ φυλακίστηκε στο Ushiku κοντά στο Τόκιο . Αργότερα οι ΗΠΑ τον κατηγόρησαν για φοροδιαφυγή και προσπάθησαν με αυτόν τον τρόπο να τον απελάσουν από την Ιαπωνία. Η επί χρόνια σύντροφός του Miyoko Watai, η οποία ήταν επίσης Γενικός Γραμματέας της Ιαπωνικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας, ξεκίνησε μια διεθνή εκστρατεία για την απελευθέρωσή του.
Ενώ ήταν ακόμη υπό κράτηση, ο Φίσερ παντρεύτηκε τον Γουατάι στις 17 Αυγούστου 2004. Τον Μάρτιο του 2005, αυτός και η σύζυγός του εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία, όπου έλαβε πολιτικό άσυλο και απέκτησε την ισλανδική υπηκοότητα. Εκπρόσωπος του ισλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών είπε ότι η πολιτογράφηση θα πρέπει να θεωρηθεί ως «καθαρά ανθρωπιστική χειρονομία» και σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί υποστήριξη για τις πολιτικές απόψεις του Φίσερ.
Τα τελευταία χρόνια στο Ρέικιαβικ και ο θάνατος του Bobby Fischer
Όταν ο Μπόμπι Φίσερ έφτασε στην Ισλανδία, ήταν σε κακή κατάσταση υγεία του. Έζησε μια ζωή μακριά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συνέχισε να νιώθει διωγμένος. Όταν έβγαινε από το σπίτι του στο Ρέικιαβικ, επισκεπτόταν περιστασιακά εστιατόρια και καφετέριες, και τακτικά το βιβλιοπωλείο Bókin. Ο ιδιοκτήτης ενός λαογραφικού μουσείου που συλλέγει στοιχεία και ερευνά την ισλανδική λαογραφία, λέει ότι κάποια στιγμή ο Bobby Fischer του μίλησε για για παραφυσικά φαινόμενα και θεωρίες συνωμοσίας και μάλιστα έγινε έμπιστος φίλος του.
Ο Φίσερ νοσηλεύτηκε σε άσχημη κατάσταση στο νοσοκομείο με νεφρική ανεπάρκεια, όπου αρνήθηκε να κάνει αιμοκάθαρση που θα τον βοηθούσε να ζήσει λίγο παραπάνω. Λίγο πριν από το θάνατό του, ζήτησε μια φωτογραφία της μητέρας του, την οποία κρατούσε όταν πέθανε στις 17 Ιανουαρίου 2008 στο νοσοκομείο Landspitali στο Ρέικιαβικ. Ο Φίσερ θάφτηκε στην εκκλησία Laugardælir, κοντά στην πόλη Selfoss . Κατόπιν αιτήματος του Φίσερ, μόνο πέντε άτομα παρευρέθηκαν στην τελετή της κηδείας του: Η σύζυγός του Miyoko και φίλοι της οικογένειας του Garðar Sverrisson, που ζούσαν στο ίδιο σπίτι.
Η κληρονομιά του Μπόμπι Φίσερ
Ο Bobby Fischer άφησε μια περιουσία λίγο πάνω από δύο εκατομμύρια δολάρια, αλλά όχι διαθήκη. Πολλά μέρη έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του, συμπεριλαμβανομένης της χήρας του Miyoko Watai, των δύο γιων της αδελφής του Joan, και της Marilyn Young, η οποία ισχυρίστηκε ότι ο Fischer ήταν ο πατέρας της κόρης τους Jinky, η οποία γεννήθηκε το 2002.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισλανδίας Hæstiréttur διέταξε εκταφή τον Ιούλιο του 2010, προκειμένου να παρθεί δείγμα ιστού από το νεκρό σώμα του για να διεξαχθεί τεστ πατρότητας, το οποίο τελικά βγήκε αρνητικό. Η Τζίνκι επομένως δεν είναι κόρη του Φίσερ. Τον Μάρτιο του 2011, το Περιφερειακό Δικαστήριο του Ρέικιαβικ επικύρωσε ότι η Watai και η Fischer ήταν παντρεμένοι από τον Σεπτέμβριο του 2004 και την αναγνώρισαν ως μοναδική κληρονόμο. Οι ανιψιοί του διατάχθηκαν να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα της Watai άνω των 6,6 εκατομμυρίων ISK (περίπου 41.000 ευρώ εκείνη την εποχή).
Διάβασε επίσης: Garry Kasparov (Γκάρι Κασπάροφ) αφιέρωμα, πληροφορίες
