Αξιολόγηση της γλωσσικής ικανότητας στη μάθηση μέσω της κίνησης των ματιών

Αξιολόγηση της γλωσσικής ικανότητας στη μάθηση μέσω της κίνησης των ματιών

Αξιολόγηση της γλωσσικής ικανότητας στη μάθηση μέσω της κίνησης των ματιών.

Μια μελέτη από τους ερευνητές του MIT έχει αποκαλύψει έναν νέο τρόπο να κατανοεί πόσο καλά μαθαίνει κάποιο άτομο την αγγλική γλώσσα παρακολουθώντας την κίνηση των ματιών.

Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα που παράγονται από ειδικές κάμερες παρακολούθησης στα μάτια των αναγνωστών, η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι τα μοτίβα της κίνησης των ματιών – ιδίως κατά την εκφώνηση συγκεκριμένων λέξεων και φράσεων – συσχετίζονται έντονα με την απόδοση σε τυποποιημένες δοκιμές της αγγλικής ως δεύτερης γλώσσας.

«Σε μεγάλο βαθμό οι κινήσεις των ματιών καταγράφουν την γλωσσική ικανότητα μάθησης, καθώς μπορούμε να το μετρήσουμε σε σχέση με κάποια δείγματα αναφοράς τυποποιημένων δοκιμών που έχουν άμεση σχέση με φράσεις και λέξεις», ανέφερε ο Yevgeni Berzak, ο συν-συγγραφέας της μελέτης από το τμήμα Department of Brain and Cognitive Sciences (BCS) του MIT. «Υπογραμμίζοντας ότι η κίνησης των ματιών κατά την ανάγνωση είναι ένα πολύ πλούσιο πληροφοριακό στοιχείο».

Πράγματι, οι ερευνητές προτείνουν ακόμη ότι η νέα μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο δοκιμών. «Έχει πραγματικές πιθανές εφαρμογές», λέει ο Roger Levy, αναπληρωτής καθηγητής στο BCS και ένας από τους ερευνητές της μελέτης.

Η παρούσα Μελέτη έχει τίτλο “Assessing Language Proficiency from Eye Movements in Reading” και δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά 16ης ετήσιας διάσκεψης της Βορειοαμερικανικής Ένωσης για την Υπολογιστική Γλωσσολογία. Οι συγγραφείς είναι ο Yevgeni Berzak, από την ομάδα Computational Psycholinguistics στο BCS. Ο Boris Katz, κύριος ερευνητής και επικεφαλής του ομίλου InfoLab στο Εργαστήριο Υπολογιστών και Τεχνητής Νοημοσύνης (CSAIL) του MIT. και ο Levy, ο οποίος διευθύνει επίσης το Εργαστήριο Computational Psycholinguistics στο BCS.

Η ψευδαίσθηση της κίνησης των ματιών κατά την ανάγνωση.

Η μελέτη διερευνά ένα φαινόμενο για την ανάγνωση που δεν μπορούμε ποτέ να παρατηρήσουμε, ανεξάρτητα από το πόσο διαβάζουμε: Τα μάτια μας δεν κινούνται συνεχώς κατά μήκος μιας σειράς κειμένων, αλλά αντιθέτως εστιάζουν σε συγκεκριμένες λέξεις για 200 έως 250 χιλιοστά του δευτερολέπτου. Επίσης η μετάβαση των ματιών από μια λέξη στην άλλη μπορεί να διαρκέσει περίπου 1/20 του δευτερολέπτου.

«Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την εσφαλμένη εντύπωση πως κατά την στιγμή του διαβάσματος ενός κειμένου τα μάτια ακολουθούν τη συνεχή σειρά των λέξεων, ωστόσο κάτι τέτοιο είναι πέρα για πέρα λάθος», επισήμανε ο Levy. «Τα μάτια σας πηδούν από τη μία λέξη στην άλλη (κυρίως ασυναίσθητα) συνήθως προς τα εμπρός, και μερικές φορές προς τα πίσω, χωρίς όμως να το αντιλαμβάνεστε. Το μυαλό σας συνενώνει αυτήν την εμπειρία.. και κατ’ επέκταση δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως το μάτι δήθεν ακολουθεί τη συνεχή ροή των λέξεων».

Ωστόσο όταν μαθαίνετε μια νέα γλώσσα, τα μάτια σας μπορεί να κολλήσουν σε συγκεκριμένες λέξεις για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους, καθώς προσπαθείτε να κατανοήσετε το κείμενο. Το συγκεκριμένο μοτίβο της κίνησης των ματιών μπορεί να αποκαλύψει πολλά σημαντικά πράγματα για την κατανόηση του αντικειμένου, τουλάχιστον όταν αναλύεται σε ένα σαφώς καθορισμένο πλαίσιο.

Για τη διεξαγωγή της μελέτης, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα σύνολο δεδομένων των αρχείων κίνησης των ματιών από μία μεγάλη ομάδα ανθρώπων. Το σύνολο δεδομένων περιλαμβάνει 145 φοιτητές της αγγλικής ως δεύτερη γλώσσα, διαιρούμενο σχεδόν ομοιόμορφα μεταξύ των τεσσάρων γλωσσών ως μητρική, όπως τα κινέζικα, τα ιαπωνικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά.

Οι αναγνώστες έλαβαν 156 διαφορετικά κείμενα για να διαβάσουν, τα μισά από τα οποία ήταν βέβαιο πως ανήκουν στη συγκεκριμένη κατηγορία που τα μάτια αποδείκνυαν αυτό το φαινόμενο, επίσης όλοι οι μαθητές διάβαζαν τις ίδιες προτάσεις. Το καταγεγραμμένο βίντεο επέτρεψε στην ερευνητική ομάδα να εστιάσει εντατικά στους χρόνους διαρκείας κατά την κίνηση των ματιών – και πρακτικά αποδείχτηκε πως οι χρόνοι ανάγνωσης καθορίζονταν από συγκεκριμένες λέξεις.

Η ερευνητική ομάδα ονόμασε το σύνολο μετρήσεων που χρησιμοποιήθηκε η παρούσα μέθοδος ως “EyeScore”. Αφού αξιολόγησαν τον τρόπο με τον οποίο συσχετίστηκαν με το Michigan English Test (MET) και τη Δοκιμή της Αγγλικής ως Ξένης Γλώσσας (TOEFL), συμπέραναν ότι η μέθοδος EyeScore παρήγαγε “απτά αποτελέσματα” αναφορικά με τις τυποποιημένες δοκιμασίες” και την ικανότητα που έχουμε στην εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας.

Ως αποτέλεσμα, οι ερευνητές της μελέτης υπογράμμισαν το γεγονός πως η νέα μέθοδος είναι “η πρώτη απόδειξη της έννοιας για ένα σύστημα που χρησιμοποιεί την παρακολούθηση των ματιών για τη μέτρηση της γλωσσικής ικανότητας”.

Η παρούσα μελέτη είναι μόνο ένα βήμα για ένα μακρύτερο ταξίδι διερεύνησης σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις των ματιών με τη γλώσσα και τη γνώση.

Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι πώς η γλώσσα επηρεάζει τον εγκέφαλό μας. Δεδομένου ότι αρχίσαμε να επεξεργαζόμαστε το γραπτό κείμενο τα τελευταία χίλια χρόνια της ανθρωπότητας, η ικανότητα ανάγνωσής μας είναι ένα παράδειγμα της “καταπληκτικής πλαστικότητας” του εγκεφάλου. Επιπλέον οι ερευνητές στάθηκαν στο γεγονός πως σε λίγο καιρό θα είμαστε σε θέση να αρχίσουμε να απαντάμε σε μερικά πολύ δύσκολα ερωτήματα που δεν βρήκαν απάντηση εδώ και δεκαετίες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας