Émile Cohl: Ο γλυκός μπαμπάκας των cartoon

Émile Cohl: Ο γλυκός μπαμπάκας των cartoon

Ξέρεις κάτι αγαπητέ μου αναγνώστη, υπάρχουν κάποιες μέρες που η κυρά Αναποφασιστικότητα με επισκέπτεται για καφέ και κους-κους.

Στην αρχή η παρέα της έχει πολύ ενδιαφέρον: κινείται χαρούμενα, από το ένα θέμα στο άλλο, δίνοντάς σου ιδέες που μπορείς να χρησιμοποιήσεις μελλοντικά. Το πρόβλημα είναι ότι δύσκολα, πολύ δύσκολα, σταματάει αυτόν της τον παροξυσμό για να πάει σπίτι της και να σε αφήσει να συλλογιστείς όλα όσα σου τράταρε, μήπως και καταλήξεις με ποιανού την βιογραφία θέλεις να ασχοληθείς αυτήν την εβδομάδα.

Πριν καταφέρεις να την διώξεις κλοτσηδόν από το σαλόνι σου έχεις ήδη ψευτο-καταλήξει σε καμιά δεκαριά μπαρμπάδες “που θα σου έβγαζαν ωραίο άρθρο“. Όμως κάτι δεν σου κολλάει στον καθένα, κάτι δεν σου δίνει εκείνη την σπίθα που θέλεις ώστε να πάρει το πληκτρολόγιο φωτιά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να τρίβεις το πιγούνι και το φανταστικό σου goatee με σαστιμάρα και μαζί με την Αναποφασιστικότητα να στρογγυλοκάθεται στον καναπέ σου και η Απραξία, που ήρθε επίσης ακάλεστη.

Έτσι, εσύ πρέπει να σκαρφιστείς τρόπους για να βγάλεις από τη μέση αυτές τις αγενείς και ενοχλητικές κυράτσες και να στρωθείς στο λειτούργημα σου — ναι, λειτούργημα έγινε από τότε που οι εβραιομασώνοι έκοψαν τις επιχορηγήσεις στο site (κάνε κλικ στις διαφημίσεις).

Την στιγμή που έχεις πλέον απελπιστεί και έχεις αποδεχτεί την μαύρη μοίρα σου, ότι δηλαδή αυτές οι δύο ανεκδιήγητες θα σου κρατήσουν συντροφιά για το υπόλοιπο της ημέρας, σκάει μύτη το εφέ του άπλετου φωτός, οι ψαλμωδίες και οι καπνοί (γκουχ, ποιος καπνίζει πούρο ρε παιδιά;). Μέσα από τα φώτα, τους καπνούς και το λα δίεση ξεπροβάλλει η Έμπνευση!

Στο θέαμα αυτού του υπέροχου όντος οι άλλες δύο πρασινίζουν, πέφτουν κάτω με αφρούς, σαφρακιάζουν, γίνονται σκόνη και εξαϋλώνονται. Η Έμπνευση σε κοιτάζει με σιροπιασμένο βλέμμα και σου λέει τρυφερά: “Για τον Émile Cohl να γράψεις!“. Ύστερα κάθεται στο πουφ και δεν σου μιλάει αν δεν τη ρωτήσεις κάτι. Χρυσό κορίτσι αυτή η Έμπνευση! Ας την αφήσουμε όμως να τσιλάρει στο πουφ της και ας δούμε τι παίζει με αυτόν τον Cohl.

Ο Émile Cohl (ελληνικά: Εμίλ Κολ) λοιπόν ήταν Γάλλος γελοιογράφος, καρτουνίστας, και ένας από τους πρώτους animators — από πολλούς μάλιστα θεωρείται ο πατέρας των κινουμένων σχεδίων. Έζησε και έδρασε περίπου την ίδια εποχή με τον Méliès και δεν είναι διόλου περίεργο που σε κάποια σημεία -κυρίως σε αυτό της παρακμής- οι ιστορίες τους έχουν μερικές ενδιαφέρουσες ομοιότητες.

Φυσικά δεν θα κάτσουμε να τις δούμε σε παραλληλισμό — αν σε παίρνει διάβασε και τα δύο άρθρα, βρες τις μονάχο σου και μετά χτύπα το κεφάλι σου με χαρά πάνω στο πληκτρολόγιο για να τις στείλεις σε σχόλιο. Αρκετά με τα προλογιάσματα όμως, πάμε στο κυρίως κείμενο:

Το πραγματικό και πλήρες του όνομα ήταν Émile Eugène Jean Louis Courtet (έτσι γιατί μας αρέσουν τα ονόματα σιδηρόδρομοι) και γεννήθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 1857 στο Παρίσι.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν ζόρικα από πολλές απόψεις. Κατ’ αρχάς τα οικονομικά της οικογένειας Courtet δεν ήταν και τα καλύτερα, με τον πατέρα του Émile να δουλεύει σε εργοστάσιο παραγωγής καουτσούκ και την μητέρα του να εργάζεται ως ράφτρα. Μαζί με τα δύσκολα οικονομικά ήρθαν και οι συνεχείς μετακινήσεις της οικογένειας σε διάφορα καταλύματα στο Παρίσι, μιας και οι σπιτονοικοκύρηδές τους πρέπει να τους έδιναν πόδι από παντού.

Σε αυτό το σκηνικό βάλε τον πατέρα να είναι συνέχεια απών λόγω δουλειάς και κάνε την μητέρα πιο υπερπροστατευτική από όσο θα ήταν καλό. Ύστερα πρόσθεσε τον θάνατο της μητέρας — ο Émile ήταν 6 ετών όταν έγινε αυτό. Θέλεις και άλλο; Σου έχω. Ένα χρόνο μετά τον θάνατο της μάνας του, το 1864, επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε να τον φροντίσει, τον έστειλε σε οικοτροφείο.

Τουλάχιστον μέσα στο οικοτροφείο, οι δάσκαλοί του εντόπισαν και ενθάρρυναν το ζωγραφικό ταλέντο του μικρού. Έλα μου όμως που μετά ήρθε ο Γαλλό-Πρωσικός πόλεμος και έκλεισε το εργοστάσιο στο οποίο δούλευε ο πατέρας του Émile, με επακόλουθο ο μικρός να σταλθεί σε ένα χαμηλότερου επιπέδου οικοτροφείο.

Όχι πως αυτόν τον σκότισε ιδιαίτερα -συνηθισμένα τα βουνά απ’ τα χιόνια- αλλά πέραν αυτού ο Émile εκείνη την περίοδο παράτησε το σχολείο και πήρε τους δρόμους, για “να δει την ιστορία να γίνεται“. Εφηβεία βλέπεις, ξέρεις πως είναι η εφηβεία, την έχεις περάσει -ίσως την περνάς ακόμα-: τίγκα στον ενθουσιασμό, την κατασπατάληση ενέργειας και το “πάμε να κάνουμε ότι μαλακία μας βιδώσει“.

Μέσα στο χαμίνικο lifestyle που επέλεξε ο Émile, έκανε δύο σημαντικές ανακαλύψεις: το κουκλοθέατρο Guignol και τις πολιτικές γελοιογραφίες. Έρωτες μεγάλοι και οι δύο αυτές μορφές έκφρασης, οι οποίες θα επηρέαζαν την μετέπειτα επιλογή καριέρας του.

Και τώρα που είπα καριέρα, αξίζει να σου αναφέρω πως όσο και αν προσπαθούσε να τον συναινέσει ο πατέρας του και να τον βάλει σε καμιά δουλειά της προκοπής, αυτός του χαλούσε τα όνειρα και έκανε ότι του ερχόταν στο κεφάλι. Όταν ήταν 15, ο πατέρας του τον έστειλε να γίνει μαθητευόμενος κοσμηματοποιού, ο Émile όμως παράτησε τον κοσμηματοποιό, έγινε μέλος της κοινότητας του Cherbourg και το έριξε στη γελοιογραφία.

Στη συνέχεια ο μπαμπάς Courter κατάφερε να ξαναμαζέψει το βλαστάρι του και το έμπασε σε μια ναυτιλιακή ασφαλιστική εταιρία. Ο ζουζουνιάρης μας όμως, πάλι την έκανε, αυτή την φορά για να γίνει βοηθός ενός φιλοτελιστή (είχε από μικρός πετριά με τα γραμματόσημα βλέπεις) να αφιερωθεί στο σχέδιο και να ζήσει ελεύθερα τη μποέμικη του ζωή.

To 1878, ο σκιτσογράφος Étienne Carjat πρότεινε στον Émile, να συναντήσει τον André Gill, τον γελοιογράφο-φίρμα της εποχής, μήπως και του δώσει δουλειά.

Ο μικρός λοιπόν ξεκίνησε να δουλεύει ως βοηθός του δασκάλου, συμπληρώνοντας κάνα background και κάνοντας τα χαμαλίκια που κάνουν συνήθως οι βοηθοί. Αρχικά, όπως ήταν φυσικό, υιοθέτησε ένα σχεδιαστικό στυλ παρόμοιο με αυτό του δασκάλου του και, όπως ήταν εξίσου φυσικό, το εμπλούτισε με δικά του στοιχεία, λεπτομέρειες και καλύτερη κίνηση. Εκείνη την περίοδο υιοθέτησε και το καλλιτεχνικό του, το “Cohl“, το οποίο μάλλον προέρχεται από τις μπογιές kohl -ξέρεις, αυτές τις μαύρες σκόνες με τις οποίες πασαλείβουν τα μάτια τους διάφοροι ανατολικοί και αφρικανικοί λαοί- ή από την λέξη “colle” που στα γαλλικά σημαίνει κόλλα (ευχαριστούμε τον Καπετάνιο Προφανή για ακόμα μία φορά) επειδή ήταν “κολλημένος” πάνω στον μέντορα του.

O Gill έμπασε τον δικό μας και στους “Hydropathes“, μια ομάδα καλλιτεχνών που το κύριο μέλημά τους ήταν να σοκάρουν τον κοσμάκη, διακωμωδώντας και σατιρίζοντας πράγματα και καταστάσεις. Ο Cohl, από τα τέλη του 1879 τελούσε χρέη συντάκτη για την φυλλάδα τους το “L’ Hydropathe“. Μια διετία αργότερα παντρεύτηκε (αν και μετέπειτα η γυναίκα του τον παράτησε για κάποιον συγγραφέα) και έφαγε νίλα με τον Gill μιας και ο τελευταίος δεν την πολυπάλευε με τα ψυχολογικά του, με αποτέλεσμα να τον στείλουν στο ψυχιατρείο.

Το 1882 οι Hydropathes διαλύθηκαν και ο Émile έγινε μέλος ενός αντίστοιχου κινήματος, των “Incoherents”. Δαύτοι ήταν λιγότερο πολιτικοποιημένοι από τους Hydropathes, αλλά πιο σατυρικοί και τρελακηδες. Ο Cohl συνείσφερε και σε δαύτους σαν σκιτσογράφος και συντάκτης της φυλλάδας τους (“La Nouvelle Lune“) ενώ το 1883 πήρε τη θέση του αρχισυντάκτη.

Την ίδια χρονιά έγινε και μπαμπάκας, πράγμα που θα τον ικανοποιούσε ιδιαιτέρως αν δεν τραβούσε τόσα ζόρια ο δάσκαλός του μέσα στο ψυχιατρείο. Βλέπεις, από τότε που ο Gill ανακηρύχθηκε “τρελός με χαρτί“, το κοινό του και οι υποτιθέμενοι φίλοι του τον άφησαν στην βαριά του μοίρα. Μόνο ο Émile ενδιαφέρθηκε και μόνο αυτός ήταν δίπλα του, μέχρι το τέλος, την Πρωτομαγιά του 1885.

Μια τριετία αργότερα, οι Incoherents διέλυσαν το κινηματικό τους μαγαζάκι και μερικά χρόνια μετά ο Émile έμεινε ξεκρέμαστος από τη σύζυγο του — είπαμε, του την έφαγε συγγραφέας. Έτσι, μονάχος και έρημος που ήταν πλέον μιας και δεν έσερνε πίσω του ούτε κινήματα, ούτε φαμίλιες, είπε να κάνει μια καινούρια αρχή.

Μετακόμισε στο Λονδίνο και έπιασε δουλειά στο “Pick me Up“, ένα χιουμοριστικό περιοδικό με ειδικότητα στους Γάλλους σκιτσογράφους. Το Λονδίνο όμως δεν κατάφερε να τον κρατήσει για πάρα πολύ — τόση βροχή και τόση τηγανιτή πατάτα με ψάρι δεν παλεύονται, είναι αλήθεια. Το 1896 γύρισε πίσω στο Παρίσι, ξαναπαντρεύτηκε και το 1899 απέκτησε έναν γιο, τον André Jean.

Μέχρι το 1907 συνέχισε να εργάζεται ως σκιτσογράφος, όχι τόσο στον τομέα της πολιτικής σάτιρας, όσο σε πιο ελαφριά χιουμοριστικά έντυπα. Από το 1907 το έριξε στο animation.

Αυτό το ρίξιμο εικάζεται πως έγινε κάπως ανορθόδοξα: το ιστορικό ανέκδοτο λέει πως μια όμορφη ημέρα, που ο Cohl περπατούσε στους δρόμους του Παρισιού, είδε το αφισάκι μίας ταινίας η οποία φαινόταν ξεπατικωμένη από ένα δικό του στριπ. Εξοργισμένος, πήγε στα γραφεία της Gaubot -της εταιρίας που ήταν υπεύθυνη για αυτή την μαμουνιά- αλλά αντί να τους κάνει μήνυση ή να σκοτώσει τις κόρες τους και να βιάσει τα γατιά τους, πήρε την θέση του σεναριογράφου για τις ταινίες. Ένα χειροκρότημα για τον θείο Émile, που είναι παράδειγμα προς μίμηση για κάθε οπορτουνιστή που σέβεται τον εαυτό του.

Να αναφέρω πως υπάρχει και η λιγότερο φανφάρικη εκδοχή, που λέει πως την δουλειά στην Gaubot του την σύστησαν κάποιοι συνάδελφοι του (η οποία εκδοχή όμως παραείναι βαρετή και δεν μας αρέσει).

Ότι και να ισχύει ιστορικά βέβαια, ο Émile ήταν πλέον μέσα σε μια βιομηχανία που βρισκόταν στο πρώιμο μπουμπούκιασμα της, αλλά δεν θα έμενε στο πόστο του σεναριογράφου για πολύ. Την ίδια χρονιά, το στούντιο Vitagraph έβγαλε μια ταινία, το “The Haunted Hotel” χρησιμοποιώντας μια τεχνική animation η οποία έκανε το κοινό να χαζέψει και την Gaubot να θέλει να κάνει τις δικές της παπαρίτσες χρησιμοποιώντας αυτό το μέσο.

Και πάλι εδώ έχουμε δύο εκδοχές για το πως κατέληξε ο Cohl να σχεδιάζει “μικιμάου“. Η μία λέει πως η εταιρία έβαλε τους εργαζόμενους να ξεσκεπάσουν το “μυστήριο του Haunted Hotel“, με αποτέλεσμα ο δικός μας να το κάψει μελετώντας τα φιλμ της εν λόγω ταινίας και αναπτύσσοντας μέσω αυτής της μελέτης την δική του τεχνική. Η άλλη εκδοχή λέει πως υπήρχαν παλικαράκια για να δείξουν στον δικό μας τι εστί animation, ενώ κάλλιστα μπορεί και ο ίδιος να έμαθε αυτή την μαγική τέχνα μονάχος του του, χωρίς να καταστρέψει το κεφάλι του πάνω από τα φιλμ του στοιχειωμένου ξενοδοχείου.

Το 1908 έβγαλε το πρώτο δικό του ταινιάκι, το Fantasmagorie, το οποίο ιστορικά θεωρείται η πρώτη καθαρόαιμη ταινία κινουμένων σχεδίων.

Με μαύρο φόντο και λευκά σκίτσα, σαν κιμωλία πάνω σε μαυροπίνακα (οι μαυροπίνακες εμένα μου θυμίζουν Μυριδάκη), παρουσιάζει μια ιστορία -που για να την φτιάξει έχει κατεβάσει τουλάχιστον μια ταμπλετίτσα LSD- με ένα stick figure και πολλά πολλά αντικείμενα που αλλάζουν σχήματα και μεγέθη. Check for yourself:

Η εν λόγω ταινία, με τα κωμικά και απροσδόκητα στοιχεία του, είχε άμεση αναφορά στο αγαπημένο και αποσυντεθειμένο κίνημα των Incohernents. Μετά από αυτό το πρώτο “μπαμ”, έβγαλε μέσα στον ίδιο χρόνο άλλα δύο ταινιάκια,: το “The Puppet’s Nightmare” και το “A Puppet Drama“, με πρωταγωνιστή το ίδιο μπαρμπαδέλι που είδες και στο παραπάνω γιουτιουμπικό βίντεο.

Σε μικρό χρονικό διάστημα, τα παλαβιασμένα animations που κατέβαζε το κεφάλι του Cohl έκαναν θραύση σε Ευρώπη και Αμερική και επειδή η δόξα εύκολα σε χαζεύει, ο καλλιτέχνας μας παράτησε την Gaubot και τα έμπλεξε με την Pathé, που ήταν μεγαλύτερη φίρμα και θα τον πλήρωνε περισσότερα φράγκα.

Καλά να πάθει που έμπλεξε με την Pathé όμως, γιατί στην αρχή μπορεί να τον άφησαν να κάνει δυο δικά του animations, μετά όμως τον ανάγκασαν να δουλεύει κατ’αποκλειστικότητα για real-action παραγωγές — αυτά παθαίνεις μάτια μου όταν τραβιέσαι με μεγαλοπιασμένες γκόμενες.

Ένα χρόνο έφαγε στην μάπα τις κωμωδίες που τον έβαζαν να γυρνάει εκεί και μετά πήρε τα σωβρακάκια του, τα μολυβάκια του και τα φιλμορολάκια του του και πήγε στην Eclipse, που μπορεί να μην ήταν πρώτο όνομα, αλλά φάνταζε καλύτερη λύση από το να παραμείνει στην Pathé ή να ρίξει τα μούτρα του και να γυρίσει στην Gaubot. Δυστυχώς κανένα από τα animations που έκανε για την Eclipse δεν έχει σωθεί.

Εκείνη την περίοδο πέρα από την δουλειά του στην Eclipse, δούλευε περιστασιακά και για άλλες εταιρίες, πράγμα που τον ευνόησε μιας και του άνοιξε σουξουμουξου με την Eclair, την τρίτη μεγαλύτερη εταιρία παραγωγής ταινιών στην Γαλλία. Μέσα σε αυτή την εταιρία ήταν και ο Etienne Arnaud, όπου έκανε τα κονέ για τον Cohl, ώστε αυτός να μετακομίσει στο μαγικό Αμέρικα.

Μαζί με την φαμίλια του λοιπόν, πήγε στο Fort Lee, υιοθέτησε το lifestyle του μέσου Αμερικάνου αστού και βάραγε όμορφα τον δημιουργικό του χαβά. Πέρα από τα χιουμοριστικά στριπάκια που σχεδίαζε για διάφορες εκδόσεις, έπιασε να κάνει μια σειρά κινουμένων σχεδίων, το “The Newlyweds“, η οποία θα ήταν adaption της ήδη υπάρχουσας σειράς κόμικ του George McManus.

Από το 1912 ξεκίνησε να δουλεύει πάνω σε αυτό το project, βγάζοντας μαζική παραγωγή επεισοδίων. Δεκατρία επεισόδια σε δεκατρείς μήνες, καταρρίπτοντας τους passe, -αλλά ακόμα υπάρχοντες- προληπτικούς που συνεχίζουν να θεωρούν το 13 γρουσούζικο νούμερο. Όσο δημοφιλές ήταν το κόμικ, άλλο τόσο ήταν και το cartoon (εκείνη την περίοδο άρχισε να χρησιμοποιείται δαύτος ο όρος) με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη ζήτηση για μεταφορά δημοφιλών κόμικ σε κινούμενα σχέδια.

Μετά έσκασε μύτη ο Πρώτος ο Παγκόσμιος, για να κάνει σαματά, και μία από τις καφρίλες του ήταν να μπουρλοτιάσει το στούντιο της Eclair, με αποτέλεσμα τα Newlyweds και πολλά άλλα animations του Cohl να χαθούν άδοξα.

Ο Cohl τότε βρισκόταν στην Γαλλία και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο Αμέρικα. Μετά το τέλος του πολέμου έκανε ακόμα μια ταινία, με ελάχιστη εισπρακτική επιτυχία και μετά αποσύρθηκε. Όπως και με τον Méliès έτσι και με τον Cohl το παραμύθι ήταν το ίδιο: “Δεν μας ενδιαφέρουν αυτά που κάνεις, μπορείς να σαπίσεις σε κάποια τρύπα χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας“.

Βέβαια, σε αντίθεση με τον θείο Georges που στα τελευταία του τον ψιλοθυμήθηκαν, ο Émile δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και το τέλος του δεν ήταν και ότι πιο ευχάριστο: Άνοιξη του 1937, προσπαθούσε να ζεσταθεί με την φλόγα ενός κεριού, άρπαξαν φωτιά τα μούσια του και μετέπειτα όλος ο υπόλοιπος και το σπίτι του. Παρόλα αυτά έζησε και μεταφέρθηκε σε φιλανθρωπικό νοσοκομείο όπου χαροπάλευε για αρκετούς μήνες, προτού πεθάνει από πνευμονία στις 19 Ιανουαρίου του 1938 – και κάποιος άλλος πέθανε λίγο πιο μετά την ίδια μέρα. Guess who!

Η βιομηχανία του θεάματος όπως βλέπεις, ήταν από τότε μια κακιά σκύλα που δεν υπολόγιζε ιδιαίτερα όσους την αγαπούσαν και σκίζονταν για αυτήν.

Είναι πολύ άσχημο αν το σκεφτείς, να δίνεις την ζωή σου σε κάτι (είτε είναι σύστημα, είτε ιδεολογία, or whatever else) και στο τέλος να μένεις στον αέρα, επειδή “πέρασε η μπογιά σου“. Βέβαια, οτιδήποτε και να κάνεις πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να λάβεις κάποια ρίσκα και να πληρώσεις κάποια τιμήματα. Και το τίμημα που πληρώνουν συνήθως οι άνθρωποι του θεάματος είναι ότι κάποτε θα ξεχαστούν από όσους “τους αγάπησαν“.

Τουλάχιστον η μαμά Ιστορία κρατάει ότι μπορεί στα κιτάπια της, για να έχουν την δυνατότητα κάποια χτυπημένα να ξεθάβουν από την σκόνη του χρόνου όσους ξεχνάνε όλοι οι υπόλοιποι.

Au revoir μέχρι την επόμενη εβδομάδα.

Προηγούμενο άρθροLastPass: για να ησυχάσεις επιτέλους με τα passwords
Επόμενο άρθροebooks και Calibre, το πολυεργαλείο του αναγνώστη
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ