Η ιδέα για την ταινία «Οι απέναντι»

Η ιδέα για την ταινία «Οι απέναντι»

«Προέκυψε από μία αφήγηση του Γιώργου Κούνδουρου – του αδελφού του Νίκου. Έψηνε κάποτε μια γειτόνισσα και τελικά κατέληξε με τη μάνα της. Ωραία ιδέα για ταινία Γιώργο του είπα. Δεν γράφω καλά σενάρια, οπότε το ανέθεσα στο Πέτρο Τατσόπουλο και στον Φίλιππο Δρακονταειδή. Σκαρώσαμε ένα σενάριο που δεν είχε φινάλε. Εγώ βιαζόμουν να πάω σε γύρισμα. Τους είπα ξεκινάμε και θα το βρούμε στην πορεία. Δεν το βρήκαμε ποτέ. Γι αυτό και σιχαίνομαι το φινάλε. Δεν μου αρέσουν τα συμβολικά φινάλε. Τώρα που το βλέπω, τσαντίζομαι».

Το κιάλι

«Αν θέλετε με πιστεύετε: δεν είχα δει τον Σιωπηλό Μάρτυρα του Χίτσκοκ. Το είδα 2 χρόνια μετά την ταινία μου. Ψιλοντράπηκα. Αν το είχα δει, δεν θα έκανα τους Απέναντι. Οπως δεν είχα δει και την Μικρή Ερωτική Ιστορία του Κισλόφσκι, καθώς γυρίστηκε 4 χρόνια μετά. Την είδα και έμεινα κατάπληκτος. Αναρωτιέμαι, αν εκείνος είχε ποτέ την ευκαιρία να δει τους Απέναντι, αν θα σοκαριζόταν εξίσου.

Ναι, είναι μπανιστιρτζίδικη η ματιά του σκηνοθέτη, το δέχομαι. Ομως και οι συγγραφείς δεν είναι ματάκηδες; Εκείνοι μάλιστα βλέπουν και πιο βαθιά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είναι μπανιστιρτζής; Αυτός κι αν έχει κιάλι…».

Άρης Ρέτσος

«Τον είδα στην Αστροφεγγιά. Εκανα ζάπινγκ και έπεσα πάνω σ’ έναν τύπο που έβηχε. Μεγάλη μανιέρα αυτή του φυματικού. Ολοι βήχουν, το παρακάνουν – τους πετάει ο ρόλος έξω. Αυτό το παιδί όμως δεν έβηχε έτσι. Αμέσως τον πρόσεξα. Τον πήρα τηλέφωνο και μου έδωσε ραντεβού έξω από το Πανεπιστήμιο. Πήγα εκεί και περίμενα. Λίγο πιο δίπλα τρία παιδιά με σαξόφωνο, κιθάρα, φωνή έπαιζαν τζαζ, έχοντας ένα καπέλο για να μαζεύουν χρήματα από τους περαστικούς. Ο Αρης ήταν το σαξόφωνο. Μου είχε κλείσει ραντεβού στον χώρο της δουλειάς του. Είπα αμέσως ότι είχα βρει τον ήρωά μου. Τον πέτυχα με την πρώτη. Από τύχη. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Αποδείχτηκε πιο παθιασμένος κι από μένα.

Πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα είχε λυσσάξει να μείνει στο διαμέρισμα του ήρωά του. Εμεινε 15 μέρες σ’ ένα άδειο διαμέρισμα. Κοιμόταν στο πάτωμα. Οταν πήγε να κάνει το ντεκόρ ο Νίκος Περάκης, του λέω ρώτα και τον Αρη πώς το έχει φανταστεί. Και το έφτιαξαν μαζί. Εκείνος σκέφτηκε ότι ο ήρωάς του, Χάρης, κοιμάται χάμω, που έχει τον ανεμιστήρα του. Και γι αυτό τον βλέπεις τον μπαγάσα, να περπατάει σ’ αυτόν τον διάδρομο και σε πείθει ότι το κάνει χρόνια. Οτι αυτό το ψυγείο που ανοίγει για να πάρει την κόκα κόλα, είναι δικό του.

Ήταν γεμάτος προτάσεις. Είχαμε κάνει μία συμφωνία: έλα με όσες ιδέες έχεις και εγώ θα διαλέγω τι μου κάνει. Ερχόταν κάθε μέρα με δέκα ιδέες. Μία ήταν φοβερή. Επίσης, αντίθετα από όλους τους ηθοποιούς, ο Αρης έκανε αγώνα για να κόβει διαλόγους του. Προτιμούσε να τους παίζει. Ακόμα και στις σκηνές με το τηλέφωνο μού έλεγε: Πρέπει να τα πω όλα αυτά; Να προσπαθήσω να τα παίξω;. Ηθελε αυθεντικότητα. Δεν ήθελε να του βάζουμε ιδρώτα. Για να ιδρώσει τυλιγόταν με μία διπλή κουβέρτα και μόλις φώναζα ότι πάμε πλάνο, έβγαινε σκασμένος από εκεί κάτω και γύριζε τη σκηνή. Αν έπρεπε να είναι ιδρωμένος και λαχανιασμένος, κατέβαινε και έτρεχε γύρω από το τετράγωνο.

Που να δείτε στη «Μανία» τι έκανε. Ανέβαινε στις μύτες των ποδιών σαν τράγος καθημερινά στο λόφο του Στρέφη, με κάτι σαγιονάρες που του είχα φέρει από την Ιαπωνία. Και προσπαθούσε να πλησιάσει από πίσω ζώα, αρχικά σκύλους και να τα αιφνιδιάσει. Με τα σκυλιά τα κατάφερε. Τις γάτες όμως; Μετά από μήνες, ήρθε και με βρήκε ενθουσιασμένος: Η πρόβα τελείωσε, είμαι έτοιμος. Είχε πλησιάσει γάτα από πίσω και είχε φτάσει τόσο κοντά της που, όταν τον πήρε χαμπάρι, της σηκώθηκε το τρίχωμα από τον τρόμο.

Αυτά για την Ελλάδα είναι τρελά πράγματα. Είναι ακραίος ο Αρης. Είναι ασκητής στην τέχνη του».

Καμικάζι

«Στόχος της ταινίας ήταν να πιάσει ένα γοητευτικό κομμάτι του αθηναϊκού περιθωρίου τότε. Και οι καμικάζι ήταν οι παράνομοι καουμπόιδες της εποχής. Ο Τσεμπερόπουλος (τελούσε χρέη παραγωγού) κατάφερε να συγκεντρώσει από όλες τις γειτονιές της Αθήνας πάνω από 300 αυθεντικούς καμικάζι. Καμικάζι σήμαινε: κλεμμένη μηχανή, χωρίς αριθμούς, χωρίς κράνος. Οι πιο ζόρικοι δεν είχαν καν φως. Οταν γυρίζονταν η ταινία, η Λεωφόρος Βουλιαγμένης δεν είχε παραδοθεί ακόμα στην κυκλοφορία. Πήραμε άδεια και μας επέτρεψαν να κάνουμε γυρίσματα εκεί. Κάναμε συμφωνία με τον Αστυνομικό Διευθυντή της Γλυφάδας να μην πειράξει τα παιδιά. Θα έρθουν εδώ 300 παράνομοι, κάνε ότι δεν βλέπεις. Πήραμε το ΟΚ. Αρχίζουν τα γυρίσματα και ο Τσεμπερόπουλος τον βλέπει με πολιτικά ρούχα και μια φωτογραφική μηχανή. Είσαι τρελός; του είπε. Εξαφανίσου αμέσως. Αν σε πάρουν χαμπάρι θα σε λιντσάρουν…

Ο καμικάζι που ντουμπλάρει τον Μάνεση ήταν ένας θρύλος στην κοινότητα των μηχανόβιων. Είχε παραιτηθεί από τις κόντρες και είχε ανοίξει ένα γκαράζ. Το όνομά του Κούρος. Απίστευτος τύπος. Οδηγούσε χωρίς φως, χωρίς γυαλιά. Κατέβαινε από την μηχανή και τα μάτια του ήταν γεμάτα νεκρά μυγάκια. Στα γυρίσματα του δέναμε την περούκα με σύρμα – όχι απλά με κόλλα, γιατί από την ταχύτητα τού έφευγε. Στερεώναμε τη μηχανή λήψης σε μία ανοιχτή Porsche αλλά και πάλι μας ξέφευγε μπροστά. Πάτα την μου έλεγε περιπαιχτικά τι την φοβάσαι. Την πάταγα, αλλά και πάλι δεν τον έπιανα – μου έφευγε από το πλάνο.

Το βράδυ της πρεμιέρας στο ΑΤΤΙΚΟΝ ήταν όλα τα μηχανάκια παρκαρισμένα απ έξω. Τους πλησιάζω και τους ρωτάω πώς τους φάνηκε η ταινία. Μέχρι την μέση μάπα. Μετά… σωστό ταινιάκι. Δεν τους ενδιέφερε το πρώτο μισό με τις κόντρες, αυτοί έχουν κάνει χειρότερα. Τους άγγιξε η ερωτική ιστορία, η λαχτάρα για το κορίτσι, τα τηλεφωνήματα. Αποδείχτηκαν πολύ τρυφερά παιδιά. Είχαν μεγάλες ευαισθησίες και δικούς τους κώδικες σεβασμού. Ενας δεν έβαζε ποτέ γυναίκα πίσω γιατί είχε σκοτωθεί το κορίτσι του σ’ ένα ατύχημα. Σε μία σκηνή του λέω θα πάρεις την κόρη μου. Με κοίταξε απλά. Σας είπα: γυναίκα πίσω δεν μπαίνει».

Η Αθήνα ως πρωταγωνίστρια

«Πόσο αυθεντική είναι η κινηματογραφική απεικόνιση μιας πόλης; Οταν βλέπεις το Dolce Vita βλέπεις τη Ρώμη, ή τη Ρώμη του Φελίνι; Δεν ξέρω αν είναι η Αθήνα έτσι όπως φαίνεται στην ταινία. Είναι όμως έτσι μέσα μου. Είναι αυτή που κουβαλάω. Την αγαπώ αλλά δεν της χαρίζομαι: βλέπω και τη μαγεία και τα σκουπίδια της. Προσπαθώ να βγάλω την ίδια ποίηση και από τα δύο. Δεν χρειάζεσαι καλλιγραφία εκεί. Αντιθέτως, κάθε ωραιοποίηση κλωτσάει. Τώρα ο Νίκος Παναγιωτόπουλος σκαρώνει μια ταινία και μου πρότεινε να είμαι ο διευθυντής φωτογραφίας. Θα λέγεται Τα Οπωροφόρα Της Αθήνας με έναν ήρωα που ψάχνει να βρει τα φρούτα της Αθήνας. Κυριολεκτικά -μουριές, νεραντζιές, συκιές- αλλά και συμβολικά, καθώς στην περιπλάνησή του θα συναντάει τα πραγματικά φρούτα της Αθήνας – τις μούρες».

Το καλοκαίρι

«Όλες οι ταινίες μου είναι καλοκαιρινές. Δεν ξέρω γιατί. Ισα ίσα που γοητεύομαι από τις χειμωνιάτικες ταινίες του Μπέργκμαν, του Κισλόφσκι. Τους ζηλεύω, γιατί ως φωτογράφος η συννεφιά μου άρεσε πάντα – σου δίνει το τέλειο φόντο να παίξεις με τα χρώματα. Ενα κόκκινο αδιάβροχο στη συννεφιά του Μονάχου βγάζει μάτι. Στην Ελλάδα το φως αλλοιώνει, σβήνει τα χρώματα. Εγώ όμως κάτι έχω με το καλοκαίρι. Ισως γιατί καλοκαίρι σημαίνει χύμα στο δρόμο. Καύσωνα. Λιγότερα ρούχα. Εξωστρέφεια. Είναι συνώνυμο του ερωτισμού. Ακόμα και ένα θρίλερ που θέλω να κάνω, σκέφτομαι να το γυρίσω στον ήλιο. Να μην τρομάζεις από το σκοτάδι, αλλά από το φως.

Στους Απέναντι δεν νομίζω ότι το καλοκαίρι επιλέχθηκε για σεναριακούς, αλλά μάλλον για αισθητικούς λόγους. Μου αρέσει η Αθήνα το καλοκαίρι. Κάτι με τραβάει να την κάνω ταινία. Απόδειξη ότι το ξανάκανα με το «Μια Μέρα Την Νύχτα». Είναι που αδειάζει. Πρέπει να αδειάσει η πόλη για να σου επιτρέψει να την κοιτάξεις. Για να μπορέσεις να προσέξεις κάποια πράγματα: Η άδεια άσφαλτος που είναι μαύρη. Γιατί όταν είναι γεμάτη αυτοκίνητα, βρομίζει από ανταύγειες από χρωματιστές λαμαρίνες. Θες να πας βόλτα τις καλοκαιρινές νύχτες. Είχα ένα φίλο που του άρεσε τη δεκαετία του 70 να βγαίνουμε βόλτες με το αυτοκίνητο. Να ξεκινάμε από το Γκάζι από τη φλόγα και να τριγυρνάμε χωρίς προορισμό. Χωρίς καν να μιλάμε».

Ερωτικός σκηνοθέτης

«Με γοητεύουν οι αληθινοί έρωτες, πέρα από συμβάσεις. Θέλω να κάνω ταινίες με τέτοιους έρωτες: ας πούμε την ιστορία της δασκάλας στην Αμερική με τον μαθητή της. Την φυλάκισαν, την εξευτέλισαν και εκείνη αποφυλακίστηκε και τον παντρεύτηκε. Δεν έχει κανόνες ο έρωτας. Επίσης, θεωρώ πολύ πιο γοητευτικούς τους εφήμερους έρωτες. Εχω άποψη πάνω σ’ αυτό. Τα one night stands είναι οι πιο αγνοί έρωτες. Οι πιο ανιδιοτελείς. Δεν περιμένεις τίποτα. Δεν βλέπεις στον άλλο τον σύζυγο ή την μάνα των παιδιών σου. Δεν σε νοιάζει τι θα γίνει. Αυτοί τελικά είναι οι αιώνιοι έρωτες, γι αυτό τους αγαπάει το σινεμά. Οχι οι άλλοι. Οι άλλοι έχουν αρχή και τέλος – δυστυχώς».

Παραλειπόμενα από την ταινία οι απέναντι

  • Η ταινία αποτελεί την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Αρη Ρέτσου.
  • Ανάμεσα στους συνεργάτες του φιλμ συναντά κανείς τους Νίκο Περάκη (καλλιτεχνική διεύθυνση) και Γιώργο Τσεμπερόπουλο (διεύθυνση παραγωγής).
  • Οι «Απέναντι» κυκλοφόρησαν στις ελληνικές αίθουσες στις 2 Νοεμβρίου του 1981, συγκεντρώνοντας περισσότερα από 100 χιλιάδες εισιτήρια.
  • Τα σπίτια των δυο εραστών στην ταινία δεν ήταν απέναντι. Το σπίτι της Στέλλας ήταν κάπου στη Μεσογείων, στο Νομισματοκοπείο. Του Χάρη στη Θησέως, στην Καλλιθέα. Το βενζινάδικο του Μάνεση ήταν στη Μεσογείων.
  • Η Μπέτυ Λιβανού έκανε άπειρα δοκιμαστικά πριν τελικά επιλέξει το λευκό φόρεμα που φοράει στην ταινία.
Προηγούμενο άρθροAbsolutely Fabulous. Τηλεοπτική σειρά 1992–2012
Επόμενο άρθροDucati Multistrada 1200 Enduro
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας