Νίκος βαλσαμάκης, ίσως ο καλύτερος αρχιτέκτονας της Ελλάδας

Νίκος βαλσαμάκης, ίσως ο καλύτερος αρχιτέκτονας της Ελλάδος

Η οξύτητά του πνεύματος, η ακαριαία αντίληψη σε συνδυασμό με την ωριμότητα στον κόσμο της αρχιτεκτονικής σου παρέχουν την ευχέρεια να φτάνεις από την αρχή σε μία λύση και σε ένα αρχιτεκτονικό πρότυπο που θα θέλουν όλοι να το ακολουθήσουν, είναι τα λόγια του σπουδαίου Νίκου βαλσαμάκη.

Από την αρχή τα κατάφερε. Από την πρώτη του πολυκατοικία, στην οδό Σεμιτέλου, το 1951, και ενώ ήταν ακόμη φοιτητής αρχιτεκτονικής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όταν ακόμη δεν ήταν τόσο έμπειρος, ωστόσο αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων και από πολύ νωρίς ό,τι είχε τεράστιες δυνατότητες στον τομέα της αρχιτεκτονικής, και αυτό του το είχαν αναγνωρίσει οι συνάδελφοί του που ήταν μεγαλύτερης ηλικίας και πιο έμπειροι στο συγκεκριμένο επαγγελματικό κλάδο.

Είχε βρει την ιδανική μορφή με δεξιοτεχνία: Αντί για τα πολλά ξεχωριστά μπαλκόνια, ο Νίκος Βαλσαμάκης τα ενοποιούσε σε ένα ενιαίο κάδρο, μια ελεύθερη πρόσοψη που προεκτεινόταν έξω από το επενδυμένο με πέτρα ισόγειο. Oυσιαστικά είχε αρχίσει να διδάσκει τους συναδέλφους του, όντας ακόμη φοιτητής. Την ίδια «ακαριαία ωριμότητα» θα επιδείξει ο Βαλσαμάκης δέκα χρόνια μετά, στις περίφημες κατοικίες της δεκαετίας του 1960.

Όταν ήρθε η ώρα να σχεδιάσει τις πρώτες του τρεις κατοικίες (μία για τον εαυτό του και δύο για τους φίλους του), είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως ετούτα κτίρια είναι επιτακτική ανάγκη να έχουν υπερδυναμική μοντέρνα αρχιτεκτονική που θα εκτείνονται σε ασύμμετρες γραμμές,

Τριάντα χρόνια μετά, το 1981, όταν του είχε ανατεθεί να χτίσει ένα αστικό κτίριο μεγάλης κλίμακας – το τότε κτίριο Διοίκησης της Alpha Bank στην οδό Σταδίου, πάλι η ιδέα είχε βρεθεί: Δηλαδή να φτιάξει μια επίπεδη, λευκή όψη με ισόγεια στοά, και ψηλότερα ένας ρυθμός από στενόμακρα ανοίγματα που αλλάζουν συνέχεια μεγέθη, αποφεύγοντας την όποια επανάληψη τους. Αυτή ήταν η «ακαριαία ωριμότητα» για τον τον Νίκο Βαλσαμάκη, που είχε επηρεαστεί στο έπακρο από τους μύθους της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, τον Λε Κορμπιζιέ και τον Λούντβιχ Μις φαν ντερ Ρόε.

Εκείνη την εποχή, ακόμα και οι πιο προοδευτικοί Έλληνες συνάδελφοι του έχτιζαν κτίρια κλασικής τεχνοτροπίας, κάτι που ο ίδιος το απεχθάνονταν, γιατί πίστευε ακράδαντα πως η αρχιτεκτονική είναι τέχνη και δεν μπορεί να περικλείεται σε ένα παλιομοδίτικο καλούπι. Φυσικά αυτή η ιδεολογία τον βοήθησε να διαφοροποιηθεί από τη μάζα, και να ξεχωρίσει από το πλήθος.

Τα σκίτσα του ήταν προσωπική υπόθεση

Ο λόγος που στηρίζονταν κατά κόρον στα σκίτσα ήταν γιατί τον βοηθούσαν να φτάσει στις ιδανικές λύσεις, και κατ’ επέκταση να διεξάγει μία πιο εμπεριστατωμένη έρευνα, διεξοδική, συμπυκνωμένη και ταχύρρυθμη. Η εκτενέστατη αυτή αναζήτηση παρέμενε ωστόσο «αόρατη», γινόταν στο σχεδιαστήριό του, μέσα από τα πάμπολλα σκίτσα του. Σε πείσμα της «γρήγορης πρώτης λύσης», τα σκίτσα του εξέταζαν ταυτόχρονα διαφορετικές παραλλαγές του κτιρίου, και ας έβλεπε ο πελάτης μόνο μία από αυτές. Και τα σκίτσα αυτά, που σπάνια δημοσιεύονταν, δεν είχαν την αυταρέσκεια ή τη φωτογένεια των σκίτσων του Αλβάρο Σίζα, του Ρίτσαρντ Μάγιερ ή του Μάικλ Γκρέιβς, αλλά είχαν μία ξεχωριστή και μοναδική χροιά που δεν τις συναντούσες πουθενά αλλού.

Δεν ανέπτυξε μια αναγνωρίσιμη μανιέρα, όπως τα σκίτσα ακουαρέλας του Στίβεν Χολ ή όπως έκανε ο Ταντάο Άντο με τις ξυλομπογιές του. Δεν ήταν σκίτσα δημόσιας παρουσίασης, ήταν ιδιωτική έρευνα.

Η ίδια η δημιουργία παρέμενε για τον Βαλσαμάκη μια ιδιωτική υπόθεση: Το ολιγομελές προσωπικό που εργάζονταν στο γραφείο του έκφραζε μόνο το δικό του όραμα, δεν προοριζόταν για την εξαγωγή ταλέντων αρχιτεκτονικής, όσο σκληρό και αν ακούγεται.

Μάλιστα ο Βαλσαμάκης διατηρούσε και στα μετέπειτα στάδια την ιδιωτικότητα του δημιουργήματος του, τόσο στις πινακίδες, όσο και στις φωτογραφίες των ολοκληρωμένων κτιρίων. δηλαδή έλειπε πάντα το όνομα του από τις πινακίδες που βρίσκονταν έξω από τα γιαπιά του. Εν ολίγοις αυτή η ανεξήγητη επιδίωξη της ανωνυμίας ήταν η αντίδραση στο star system των αρχιτεκτόνων.

Οι φωτογραφίες των έργων του ήταν για εκείνον μια αποκλειστική ματιά – δεν ήθελε ποτέ μπλέκεται στα πόδια του κάποιος φωτογράφος – προτιμούσε να τραβάει ο ίδιος τις φωτογραφίες, διότι ήθελε να ελέγχει απόλυτα την εικόνα, και κατά συνέπεια την «εγκεκριμένη λήψη». Έτσι ολοκληρώνονταν το έργο του Βαλσαμάκη.

Μάλιστα κάποτε είχε εξομολογηθεί σε ένα φίλο του, πως υπήρξε ένα σπίτι που δεν είχε φωτογραφηθεί από τον ίδιο, το οποίο αρχικά όταν αντίκρισε την φωτογραφία δεν αναγνώρισε το κτίριο του –και αμέσως του μπήκε η ιδέα στο μυαλό πως ενδέχεται κάποιος να τον «είχε αντιγράψει» είχε πει σκεπτικός…

Για πολλούς αρχιτέκτονες που παρακολουθούσαν την πορεία του Νίκου βαλσαμάκη, εκείνα τα χρόνια, έλεγαν χαρακτηριστικά πως το έργο του έκρυβε πολλές εκπλήξεις, ακόμη κι αν είχες δει τα κτίρια του για πολλοστή φορά, ένιωθες κάθε φορά πως συναντούσες κάτι καινούργιο.

Να σημειωθεί εδώ, πως ο Βαλσαμάκης ήταν ανέκαθεν ανοικτός σε εναλλακτικές προτάσεις και λύσεις, δοκίμαζε το μοντέρνο, αλλά και το κλασικό, και παράλληλα συνέχιζε να είναι πλήρως ενημερωμένος για το τι συμβαίνει διεθνώς, μετατρέποντας ένα τμήμα του γραφείου του σε βιβλιοθήκη.

Ωστόσο επειδή είχε μαζευτεί τόσο πολύ χαρτούρα στο γραφείο από τα πάμπολλα σκίτσα του, ήταν αφορμή να μείνουν πολλά εξ αυτών στην αφάνεια, δηλαδή «ως μη γενόμενα».

Επίσης να σημειωθεί και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό. Αυτό που δεν είχε γίνει αντιληπτό είναι ότι ο Βαλσαμάκης αντί να μείνει στο εύκολο δίπολο του «κλασικού ή του μοντέρνου», είχε αρχίσει να εξετάζει (και αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο) όλες τις ενδιάμεσες θέσεις ανάμεσα σε αυτά τα άκρα.

Όλοι οι πιθανοί συγκερασμοί ανάμεσα σε εκείνο που είναι μοντέρνο (αλλά κινδυνεύει να είναι σκληρό, δύσπεπτο, μοδάτο ή και άδειο) και σε εκείνο που είναι κλασικό (αλλά κινδυνεύει να είναι βαρυφορτωμένο, γραφικό ή διακοσμητικό) έγιναν το ζητούμενο για τον Βαλσαμάκη.

Πράγματι, οι αδρές λιθοδομές υπήρχαν στις υπερμοντέρνες κατοικίες του από το ’60, όπως οι μεγάλες τζαμαρίες διατηρήθηκαν στα μεταγενέστερα σπίτια του με στέγες. Επίσης δεν είχε γίνει αντιληπτό ότι το πάθος του Βαλσαμάκη να δοκιμάζει πράγματα και να εξερευνά ξεπερνούσε τις δύο μεγάλες φοβίες της ελληνικής αρχιτεκτονικής:

Η πρώτη είναι εκείνη του τοπικισμού, ότι δηλαδή η αρχιτεκτονική στην Ελλάδα με κάποιον μαγικό τρόπο αναπτύχθηκε «αυτόνομα» με βάση την παράδοσή της, και ότι από εκεί και πέρα θα πρέπει «να κλείσουμε τα μάτια μας» για το τι γίνεται διεθνώς στην αρχιτεκτονική. Μάλιστα πέρα από την ξενοφοβία αυτή υπάρχει και η δεύτερη φοβία, ότι η «αληθινή» αρχιτεκτονική είναι μία, μη επιτρέποντας αλλαγές στο έργο ενός αρχιτέκτονα.

Η δεύτερη αυτή άποψη, παραβλέποντας την πολυμορφία του έργου ενός Λε Κορμπιζιέ ή ενός Φρανκ Λόιντ Ράιτ, οδήγησε άλλους ταλαντούχους αρχιτέκτονες της χώρας μας σε μια επανάληψη και αποδυνάμωνε τελικά το ασφυκτικά παγιωμένο έργο τους στο όνομα μιας «συνέπειας».

Ο ίδιος είχε αναφέρει πως ο λόγος που ήταν συνεχώς ανανεωμένος πνευματικά και του γεννιούνταν καινούργιες ιδέες, οφειλόταν στα άπειρα ταξίδια που έκανε συχνά, αφού τον βοηθούσαν να αλλάζει παραστάσεις μέσα στο μυαλό του, και να μην είναι μονόχνωτος εις βάρος του έργου του.