Το βάρος ενός φινάλε: όταν το Hawkins γίνεται κληρονομιά
Ως λάτρης των τηλεοπτικών σειρών που έχει περάσει αρκετές νύχτες αναλύοντας γιατί ένα βλέμμα της Eleven λέει περισσότερα από τρεις σελίδες διαλόγου, έχω μια αδυναμία στο Stranger Things. Όχι επειδή είναι «νοσταλγικό» — αυτό είναι το εύκολο κέρδος.
Το αγαπώ γιατί, ειδικά στην πρώτη σεζόν, κατάφερε κάτι σπάνιο: έστησε μηχανισμό αγωνίας πάνω σε χαρακτήρες που έμοιαζαν να αναπνέουν.
Η σκηνοθεσία δεν φοβόταν τη σιωπή, το μοντάζ ήξερε πότε να κόψει, και η μυθολογία υπηρετούσε τα παιδιά, όχι το αντίστροφο.
Γι’ αυτό και το φινάλε, όποια μορφή κι αν πάρει, είναι πάντα επικίνδυνο.
Στα χαρτιά, η πέμπτη σεζόν — ως τελική πράξη — πρέπει να είναι συνισταμένη: να κλείσει τόξα χαρακτήρων, να αποδώσει την κλίμακα της απειλής, να τιμήσει την εσωτερική λογική του Upside Down, και να μην προδώσει τον συναισθηματικό πυρήνα που έκανε το κοινό να επενδύσει εξαρχής.
Στην εκδοχή της Σεζόν 5 που έχει συζητηθεί και περιγραφεί εκτενώς από θεατές και κριτικές, η αίσθηση που μένει δεν είναι «τελευταίο κεφάλαιο».
Είναι κάτι σαν να βλέπεις μια μπάντα που κάποτε έπαιζε σε υπόγεια με ιδρώτα και αλήθεια, και τώρα γεμίζει στάδια με λέιζερ — αλλά ξεχνάει τη μελωδία.
Δεν με ενδιαφέρει να κάνω “hate-watch” ανάλυση. Με ενδιαφέρει η τεχνική αποδόμηση: πού ακριβώς χαλάει η μηχανή.
Η υπόσχεση της Σεζόν 4 και το «reset» της αποκάλυψης
Το μεγαλύτερο αφηγηματικό συμβόλαιο της Σεζόν 4 ήταν ξεκάθαρο: το Upside Down αιμορραγεί μέσα στο Hawkins.
Η πόλη δεν απειλείται πια θεωρητικά· ραγίζει κυριολεκτικά στα δύο. Η λογική συνέχεια — σε επίπεδο δραματουργίας, σκηνογραφίας και stakes — θα ήταν να ανοίξει η νέα σεζόν σε ένα ημι-κατεστραμμένο, μεταποκαλυπτικό περιβάλλον.
Όχι επειδή «θα έδειχνε ωραίο», αλλά επειδή η ιστορία το κέρδισε.
Στην περιγραφόμενη Σεζόν 5, αυτό το κεκτημένο μοιάζει να αναιρείται με μια κίνηση που θυμίζει τον πιο επικίνδυνο πειρασμό της σύγχρονης τηλεόρασης: το δημιουργικό reset.
Αντί η κλιμάκωση να γίνει μόνιμη κατάσταση, μετατρέπεται σε προσωρινό “event” που μαζεύεται — σχεδόν σαν να φοβήθηκε η σειρά το ίδιο της το τέλος.
Τεχνικά, αυτό δεν είναι απλώς «σεναριακή επιλογή». Είναι αλλαγή είδους. Από coming-of-age horror με υπόγεια απειλή, πας σε franchise-fantasy που διαχειρίζεται ρήγματα σαν διοικητικό πρόβλημα.
Κι όταν σβήνεις την ίδια την πληγή που άνοιξες στο τέλος της προηγούμενης σεζόν, δημιουργείς το χειρότερο είδος ασυνέπειας: όχι plot hole, αλλά συναισθηματικό hole.
Ο θεατής δεν θυμώνει επειδή “δεν βγήκε όπως το ήθελε”. Θυμώνει επειδή του αλλάζεις τους κανόνες ενώ παίζει ήδη το παιχνίδι.
Σενάριο: φουσκωμένα ιστορίες και η ψευδαίσθηση της πολυπλοκότητας
Μια τελική σεζόν συχνά πέφτει στην παγίδα του «να τα χωρέσουμε όλα». Όμως η πολυπλοκότητα δεν μετριέται σε αριθμό από υποπλοκές.
Μετριέται σε καθαρότητα στόχων, σε σύγκρουση που προκύπτει οργανικά και σε επιλογές που έχουν κόστος.
Στην επίμαχη εκδοχή της Σεζόν 5, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν πολλά. Είναι ότι πολλά από αυτά δεν έχουν δραματική λειτουργία.
Βλέπουμε χαρακτήρες να μπαίνουν και να βγαίνουν από νέες περιοχές (Upside Down, Abyss και άλλες παραλλαγές “eldritch” τοπίων) χωρίς κάθε μετάβαση να σημαίνει κάτι για την ψυχολογία ή το δίλημμα τους.
Ένα καλό rule of thumb στη γραφή για τηλεόραση είναι το εξής: κάθε σκηνή είτε αλλάζει την κατάσταση (plot), είτε βαθαίνει την επιθυμία/φόβο (character), ιδανικά και τα δύο.
Αν μια σκηνή είναι απλώς “παραπάνω lore” ή “παραπάνω θέαμα”, έχεις φθορά.
Και η φθορά, σε μια σεζόν που πρέπει να αποδώσει κάθαρση, είναι θανατηφόρα.
Ακόμα κι αν δεν το παραδέχεται ο θεατής, το σώμα του το ξέρει: αρχίζει να κοιτάει το κινητό στα σημεία που παλιά κρατούσε την ανάσα του.
Ρυθμός και διάρκεια: όταν τα “jumbo episodes” κρύβουν έλλειψη μοντάζ
Δεν έχω κανένα πρόβλημα με μεγάλα επεισόδια, αρκεί να είναι μεγάλα επειδή έχουν — όχι επειδή δεν κόπηκαν.
Η σύγχρονη τηλεόραση του streaming, ειδικά σε blockbusters του Netflix, έχει μια ύπουλη τάση: να αντιμετωπίζει τη διάρκεια ως απόδειξη αξίας.
Όμως η διάρκεια είναι εργαλείο. Και το μοντάζ δεν είναι διακοσμητικό· είναι συγγραφή με άλλα μέσα.
Στην περιγραφόμενη Σεζόν 5, η αίσθηση είναι ότι ο ρυθμός χάνει τη γραμμή πίεσης. Υπάρχουν επεισόδια που λειτουργούν σαν προθάλαμος για μια κορύφωση που είτε αργεί είτε τελικά δεν ανταμείβει.
Και το πιο παράξενο: ακόμη κι όταν το διακύβευμα είναι «τέλος του κόσμου», η σκηνοθεσία δεν φροντίζει να το θυμίζει οπτικά και ρυθμικά.
Σε μια κλασική δομή αγωνίας, χρειάζεσαι χρονόμετρο: ένα σημάδι κατάρρευσης, έναν ορίζοντα που χειροτερεύει, μια ατμόσφαιρα που πυκνώνει.
Αντί γι’ αυτό, ο χρόνος μοιάζει να τεντώνεται σαν λάστιχο, χωρίς να σπάει ποτέ.
Και το release strategy τύπου “Volume 1 / Volume 2” (όταν μοιράζεις την ένταση άνισα) είναι σαν να σερβίρεις όλο το ορεκτικό με την πρώτη, και μετά να ζητάς από τον θεατή να περιμένει για το κυρίως πιάτο που… έχει ήδη κρυώσει.
Stakes χωρίς κόστος: τραυματισμοί-λάστιχο και αποδράσεις-θαύματα
Δεν χρειάζεται να πεθάνουν όλοι για να νιώσω ότι κινδυνεύουν.
Χρειάζεται όμως συνέπεια. Το Stranger Things πάντα έπαιζε σε ένα υβρίδιο: family adventure με horror νότες. Άρα, ναι, είχε προστατευτικό δίχτυ.
Αλλά στην πέμπτη σεζόν — όπως έχει παρουσιαστεί — το δίχτυ γίνεται στρώμα μνήμης με ελατήρια.
Χαρακτήρες επιβιώνουν από καταστάσεις που, με βάση τη γλώσσα της ίδιας της σειράς, θα έπρεπε να αφήνουν μόνιμα σημάδια: βαριά τραύματα που “θεραπεύονται” γρήγορα, διαφυγές που έρχονται χωρίς τίμημα, μάχες με κολοσσιαίες οντότητες όπου η φυσική μοιάζει προαιρετική.
Αυτό δεν είναι απλώς ρεαλισμός vs φαντασία.
Είναι κανόνες κόσμου. Ακόμα και σε υπερφυσικό σύμπαν, οι κανόνες πρέπει να μένουν σταθεροί, αλλιώς η αγωνία πεθαίνει.
Κι όταν η σειρά ζητά από μένα να επενδύσω συναισθηματικά σε πόνο (π.χ. η κατάσταση της Max ή οι επιπτώσεις προηγούμενων γεγονότων), αλλά μετά τον ακυρώνει με ιατρικά θαύματα ή σεναριακές “διευκολύνσεις”, τότε το δράμα γίνεται διακοσμητικό.
Σαν ψεύτικο αίμα που δεν λερώνει ποτέ.
Exposition overload: όταν η σειρά μιλάει αντί να δείχνει
Το Stranger Things είχε πάντα έναν χαριτωμένο τρόπο να κάνει exposition: οι ήρωες, παιδιά που σκέφτονται με όρους D&D, χαρτογραφούν το άγνωστο με μεταφορές.
Αυτό δούλεψε γιατί ήταν οργανικό: χαρακτήρας + πληροφορία μαζί.
Στη Σεζόν 5, όπως έχει αποδοθεί, το exposition γίνεται αυτοσκοπός.
Οι χαρακτήρες μοιάζει να στήνουν διαλέξεις, να βγάζουν αντικείμενα από συρτάρια για να εξηγήσουν κάτι που ήδη καταλάβαμε, να επαναλαμβάνουν την ίδια ιδέα με διαφορετικό prop.
Το αποτέλεσμα είναι διπλή ζημιά:
- Χάνεται η ένταση, επειδή η πληροφορία αντικαθιστά την πράξη.
- Υποτιμάται ο θεατής, επειδή του ξαναλες αυτό που είδε.
Η βέλτιστη πρακτική εδώ είναι απλή αλλά σκληρή: το exposition πρέπει να κερδίζεται με σύγκρουση.
Αν δεν υπάρχει αντίσταση, αν δεν υπάρχει κάποιος που να χάνει κάτι όσο μιλάμε, τότε δεν είναι σκηνή — είναι εγχειρίδιο χρήσης.
Ακόμη και σε ευαίσθητες σκηνές εξομολόγησης (όπως μια πιθανή σκηνή coming-out), το ζήτημα δεν είναι το θέμα.
Είναι η εκτέλεση: η διάρκεια, το υπογράμμισμα, η ανάγκη για twist που ακυρώνει τη βαρύτητα.
Μερικές φορές η πιο επαγγελματική επιλογή είναι η πιο λιτή: μια καθαρή δήλωση, μια σιωπή, μια αντίδραση που γράφεται στο πρόσωπο, όχι στο κείμενο.
Ερμηνείες και σκηνοθεσία ηθοποιών: όταν το καστ δείχνει κουρασμένο
Το καστ του Stranger Things είναι από τα δυνατά του χαρτιά: σύνολο με χημεία, ικανότητα να ισορροπεί χιούμορ και τρόμο, και μια Winona Ryder/David Harbour που κρατάνε πάντα ένα επίπεδο “παλιάς σχολής” αξιοπιστίας.
Στη Σεζόν 5, όμως, η αίσθηση που μεταφέρεται είναι ότι οι ηθοποιοί παίζουν σε διαφορετικές σειρές. Αυτό συνήθως δεν είναι δικό τους φταίξιμο.
Είναι αποτέλεσμα τριών πραγμάτων:
- Ασάφεια τόνου στη σκηνοθεσία (τι ακριβώς είναι η σκηνή; δράμα; περιπέτεια; σαρκασμός;).
- Υπερφόρτωση με VFX που μετατρέπει το παίξιμο σε “reaction acting” μπροστά σε πράσινες επιφάνειες.
- Κείμενο που εξηγεί αντί να υπονοεί, άρα αφαιρεί χώρο για υποκριτική.
Και ναι, θα το πω: όταν ακόμη και η περούκα ή το styling τραβάει την προσοχή, κάτι έχει πάει λάθος στην ιεράρχηση παραγωγής.
Είναι λεπτομέρεια, αλλά στην τηλεόραση υψηλού budget οι λεπτομέρειες είναι αόρατες μόνο όταν δουλεύουν.
Will vs Eleven: μετατόπιση εστίασης και ρήξη με τον θεματικό κορμό
Η μεγαλύτερη αφηγηματική απόφαση που συζητιέται είναι η μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Eleven προς τον Will.
Θεωρητικά, αυτό θα μπορούσε να είναι πανέξυπνο: ο Will είναι το αρχικό “τραύμα” της σειράς, ο πρώτος κρίκος με το Upside Down, το παιδί που κουβαλάει το στίγμα.
Όμως η σειρά έχτισε τέσσερις σεζόν πάνω στην Eleven ως συναισθηματική ραχοκοκαλιά: κακοποίηση, ταυτότητα, δύναμη ως κατάρα, οικογένεια ως επιλογή.
Αν στην τελική πράξη την κάνεις σχεδόν δευτερεύουσα (ή την αφήνεις σε αμφίσημη μοίρα), πρέπει να έχεις δραματουργικό επιχείρημα πολύ ισχυρό.
Όχι απλώς «ώρα να δώσουμε χώρο και σε άλλον».
Η βέλτιστη πρακτική σε ensemble φινάλε είναι να συγχωνεύσεις τόξα, όχι να τα ανταλλάξεις σαν βάρδιες.
Αν ο Will παίρνει το spotlight, αυτό οφείλει να κουμπώσει με την Eleven, να την καθρεφτίσει, να της δώσει την τελευταία της δοκιμασία.
Αλλιώς νιώθω σαν να άλλαξε ο πρωταγωνιστής στο τελευταίο δεκάλεπτο μιας ταινίας — όχι επειδή βγήκε από το θέμα, αλλά επειδή το θέμα ξεχάστηκε.
Vecna: από “τελικός αντίπαλος” σε δαπανηρό… καπνογόνο
Ο Vecna στη Σεζόν 4 ήταν αποτελεσματικός γιατί είχε τελετουργία, αισθητική, και έναν τρόπο να κάνει τον φόβο προσωπικό.
Στη Σεζόν 5, όπως περιγράφεται, χάνει το πιο κρίσιμο στοιχείο ενός κακού: την ικανότητα.
Ένας villain δεν είναι τρομακτικός επειδή είναι δυνατός. Είναι τρομακτικός επειδή είναι συνεπής, στρατηγικός, και γιατί το σχέδιό του φαίνεται να προχωρά ακόμη κι όταν οι ήρωες ανασαίνουν.
Αν ο Vecna σκορπάει τυχαίους θανάτους χωρίς να πλησιάζει τον στόχο του, τότε λειτουργεί σαν noise.
Και όταν, επιπλέον, η σειρά τον βαραίνει με backstory/διαλέξεις/“θα φτιάξω την ανθρωπότητα” ρητορική, αφαιρεί το μυστήριο που έκανε το τέρας να δουλεύει.
Εδώ υπάρχει μια λεπτή ισορροπία στη μυθολογία:
- Όσο εξηγείς, τόσο μειώνεις τον τρόμο.
- Όσο αφήνεις κενά, τόσο αυξάνεις την αίσθηση απειλής.
Δεν λέω να μην έχει κίνητρο. Λέω να μην μοιάζει με villain που κάνει TED Talk πριν χάσει από ένα σχετικά απλό χτύπημα.
Η ασυμμετρία ανάμεσα στην “αθανασία” του σε κάποιες σκηνές και στην ευκολία της ήττας του αλλού, είναι καθαρό σύμπτωμα σεναριακής εξυπηρέτησης: ο κακός είναι τόσο δυνατός όσο χρειάζεται για να γεμίσει χρόνο, και τόσο αδύναμος όσο χρειάζεται για να κλείσει το επεισόδιο.
World-building και production design: τα νέα βασίλεια δεν αρκούν από μόνα τους
Θα είμαι δίκαιος: η φιλοδοξία να ανοίξει ο χάρτης (Upside Down, Abyss, “νέες ζώνες” τρόμου) είναι θεμιτή σε τελική σεζόν.
Και τεχνικά, ένα kaiju-sized Mind Flayer μπορεί να είναι επίτευγμα VFX, αν ενταχθεί σωστά στη mise-en-scène, με σωστό φωτισμό, υλικότητα, και αλληλεπίδραση με το περιβάλλον.
Αλλά υπάρχει μια παγίδα που ξέρει κάθε καλός showrunner: ο κόσμος δεν είναι περιβάλλον — είναι σύστημα αιτιών και συνεπειών.
Αν οι νέοι χώροι μοιάζουν με “επίπεδα” videogame, αν η υφή τους δεν αφηγείται ιστορία, αν η γεωγραφία τους δεν είναι κατανοητή, τότε ο θεατής δεν νιώθει ότι οι ήρωες διασχίζουν κόλαση.
Νιώθει ότι αλλάζουν σκηνικό.
Και όταν κάποιες εικόνες δίνουν την αίσθηση πρόχειρης ψηφιακής επιφάνειας (σαν screensaver, όχι σαν οργανικό μέρος του σύμπαντος), η εντύπωση δεν είναι ότι «δεν είχαν budget».
Είναι ότι το budget πήγε λάθος: σε κλίμακα αντί για λεπτομέρεια, σε ποσότητα αντί για “δέσιμο” με τους ηθοποιούς και τα πρακτικά στοιχεία.
Η καλύτερη πρακτική σήμερα, ειδικά σε VFX-heavy παραγωγές, είναι το υβρίδιο: πρακτικά sets όπου γίνεται, real props για επαφή, LED volumes/προβλέψεις φωτισμού, και VFX που έρχονται να ολοκληρώσουν, όχι να αντικαταστήσουν.
Γιατί αλλιώς το μάτι πιάνει την απάτη — και μαζί της φεύγει η αγωνία.
Φωτογραφία, ήχος και μουσική: όταν το ύφος κινδυνεύει να γίνει καλλυντικό
Το Stranger Things έχτισε αναγνωρίσιμο ύφος: neon-σκοτάδι, synth υφή, μίξη 80s αναφοράς με σύγχρονη κινηματογραφική καθαρότητα.
Η μουσική (diegetic και non-diegetic) είχε λειτουργία: “Running Up That Hill” δεν ήταν απλώς needle drop, ήταν δραματουργικός μηχανισμός.
Σε μια τελική σεζόν, το ύφος πρέπει να σφίξει, όχι να φανεί σαν demo reel.
Αν ο ήχος γίνεται απλώς βόμβος και κρότος για να νιώθουμε “μεγάλο”, αν η εικόνα χάνει την αντίθεση και τη στοχευμένη χρωματική αφήγηση, τότε το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: βλέπεις περισσότερα, αλλά νιώθεις λιγότερα.
Και υπάρχει κι ένα τεχνικό ζήτημα που λίγοι λένε φωναχτά: όσο αυξάνεις την κλίμακα, τόσο περισσότερο χρειάζεσαι καθαρό blocking και ευανάγνωστη δράση.
Αν οι μάχες γίνονται μέσα σε ψηφιακή ομίχλη, χωρίς καθαρή χωροθέτηση, τότε δεν βλέπω σκηνή δράσης — βλέπω “κατάσταση”. Η δράση θέλει γεωγραφία. Αλλιώς είναι απλώς θόρυβος με υπότιτλους.
Επίλογος, spinoffs και η αίσθηση «η σειρά δεν τελείωσε πραγματικά»
Δεν έχω πρόβλημα με ανοιχτές πόρτες. Έχω πρόβλημα με πόρτες που αφήνονται ανοιχτές επειδή το σπίτι σχεδιάζεται για επέκταση, όχι για κατοίκηση.
Η περιγραφή της Σεζόν 5 μιλά για πολλά αναπάντητα νήματα και έναν επίλογο υπερβολικά μεγάλο — τόσο μεγάλο που σχεδόν σου ζητά να τον χειροκροτήσεις επειδή… επιμένει.
Ένας μακρύς επίλογος μπορεί να είναι υπέροχος όταν κλείνει θεματικά. Όταν, όμως, συνυπάρχει με εκκρεμότητες που μοιάζουν “υλικό για spinoff”, τότε η εμπειρία παθαίνει κάτι ύπουλο: μοιάζει ανολοκλήρωτη.
Ειδικά σε μια σειρά που ξεκίνησε ως αυτοτελής ιστορία μιας μικρής πόλης, η εμμονή με το franchise μπορεί να σκοτώσει το συναίσθημα.
Γιατί το συναίσθημα θέλει τελεία. Η βιομηχανία θέλει άνω τελεία.
Πίνακας τεχνικής αξιολόγησης
Παρακάτω συνοψίζω τις βασικές παραμέτρους που κοιτάω ως κριτικός (δραματουργία/παραγωγή), με σύντομη τεχνική αιτιολόγηση.
| Παράμετρος | Τι εξετάζω τεχνικά | Αποτίμηση | Σχόλιο |
|---|---|---|---|
| Δομή σεναρίου | Καθαροί στόχοι, αιτιότητα, payoff setup | Χαμηλή | Πολλά νήματα χωρίς λειτουργία, αίσθηση “φουσκώματος” |
| Ρυθμός/Μοντάζ | Οικονομία σκηνών, ένταση, χρονόμετρο | Χαμηλή | Jumbo διάρκεια χωρίς αντίστοιχη κλιμάκωση |
| Stakes/Συνέπεια | Κανόνες κόσμου, κόστος επιλογών | Χαμηλή | Τραυματισμοί/διαφυγές με “θαύματα”, μειώνεται η αγωνία |
| Χαρακτήρες | Αψίδες, agency, συναισθηματική λογική | Μέτρια προς χαμηλή | Μετατόπιση εστίασης χωρίς ισχυρή θεματική συγκόλληση |
| Villain (Vecna) | Ικανότητα, απειλή, μυστήριο/κίνητρο | Χαμηλή | Υπερεξήγηση + αναποτελεσματικότητα, άνισες “δυνάμεις” |
| Ερμηνείες | Σκηνοθεσία ηθοποιών, τόνος, χημεία | Μέτρια | Στιγμές λάμψης, αλλά γενική κόπωση/ασυντονισμός |
| Production Design | Υλικότητα, γεωγραφία χώρων, λεπτομέρεια | Μέτρια | Μεγάλες ιδέες, όχι πάντα πειστικό “δέσιμο” |
| VFX/Δράση | Ενσωμάτωση, φωτισμός, αναγνωσιμότητα δράσης | Μέτρια | Εντυπωσιακή κλίμακα, αλλά συχνά χωρίς δραματουργική υπηρεσία |
| Ήχος/Μουσική | Μίξη, θεματική χρήση, δυναμικές | Μέτρια | Λιγότερο “αφηγηματική” χρήση σε σχέση με παλιότερα |
| Φινάλε/Κάθαρση | Θεματικό κλείσιμο, αίσθηση τελείας | Χαμηλή | Μακρύς επίλογος + εκκρεμότητες που μυρίζουν spinoff |
Τι θα ήθελα ως “best practice” φινάλε (και γιατί)
Αν είχα να προτείνω διορθωτικές κινήσεις — όχι θεωρητικά, αλλά με βάση το πώς δουλεύει αποτελεσματικά η τηλεοπτική αφήγηση σήμερα — θα ήταν αυτές:
- Μόνιμη συνέπεια του cliffhanger της Σεζόν 4
Αν άνοιξε η γη, ζούμε με την πληγή. Αλλιώς, μην την ανοίγεις. - Λιγότερο lore, περισσότερη σύγκρουση
Κάθε εξήγηση να περνά μέσα από ρίσκο. Όχι σε πίνακες και props. - Ένα κεντρικό δραματικό δίλημμα ανά χαρακτήρα
Στο φινάλε δεν χρειάζομαι “περιπέτειες”. Χρειάζομαι επιλογές που πονάνε. - Ο Vecna να είναι είτε μυστήριο είτε στρατηγός — όχι φλύαρος και αναποτελεσματικός
Η απειλή μετριέται στο αποτέλεσμα, όχι στις δηλώσεις. - VFX ως υποστήριξη, όχι ως υποκατάστατο
Όταν η ψηφιακή κλίμακα τρώει την ανθρώπινη κλίμακα, η σειρά χάνει την ψυχή της.
Συμπέρασμα: ένα φινάλε που μοιάζει να κοιτάει προς τα έξω αντί προς τα μέσα
Η τραγωδία με τη Σεζόν 5, όπως έχει παρουσιαστεί σε αυτή την εκδοχή, δεν είναι ότι «δεν έχει καλές στιγμές».
Το Stranger Things σχεδόν από ένστικτο ξέρει να πετυχαίνει μεμονωμένες κορυφές: ένα βλέμμα, ένα μουσικό cue, μια εικόνα που σε τσιμπάει στο κέντρο της νοσταλγίας και του φόβου.
Η τραγωδία είναι ότι το σύνολο μοιάζει να ξεχνά γιατί αγαπήσαμε τη σειρά: επειδή, κάτω από τα τέρατα, υπήρχαν παιδιά που μεγάλωναν, άνθρωποι που κουβαλούσαν ενοχές, και μια πόλη που έμοιαζε αληθινή πριν γίνει πεδίο μάχης.
Όταν το φινάλε γίνεται άσκηση κλίμακας, όταν τα stakes ακυρώνονται από ευκολίες, όταν οι εξηγήσεις πνίγουν το μυστήριο και οι εκκρεμότητες μοιάζουν επένδυση για το μέλλον αντί για λύση του παρόντος, τότε δεν βλέπω απλώς μια «αδύναμη σεζόν».
Βλέπω μια σειρά που απομακρύνεται από τον εαυτό της.
Και ξέρετε τι είναι το πιο ειρωνικό; Δεν χρειαζόταν να “πάει πιο μεγάλο”. Χρειαζόταν να πάει πιο βαθιά.
