Μέτρα εξορθολογισμού των κυρώσεων για την παραβατική συμπεριφορά

Είναι γνωστό ότι ένα μεγάλο μέρος των ποσών που έχει βεβαιώσει η φορολογική διοίκηση προέρχεται από την επιβολή, από το φορολογικό έλεγχο, εξοντωτικών ποσών προστίμων φόρων και προσαυξήσεων, που καθιστούν αδύνατη την είσπραξή τους με αποτέλεσμα να γιγαντώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Οι κυρώσεις που προβλέπονται από την εν ισχύ νομοθεσία, σε πολλές περιπτώσεις επιβάλλονται «ελαφρά τη καρδία», με αποτέλεσμα ο φορολογούμενος του οποίου αμφισβητείται η παραβατική συμπεριφορά και δεν έχει διαγνωστεί οριστικά με τελεσίδικη δικαστική κρίση, συνεχίζει να αντιμετωπίζει μια πληθώρα προβλημάτων για πολλά ακόμα χρόνια διότι εκτός των άλλων παρατηρείται δραματική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα η έκδοση οριστικών αποφάσεων για τις παραβάσεις και την επιβολή πρόσθετων φόρων και προστίμων να απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα.

Κατά συνέπεια επειδή δεν έχουν ληφθεί ουσιαστικά μέτρα εξορθολογισμού των κυρώσεων, τα υπέρογκα βεβαιωμένα ποσά εξακολουθούν να μην εισπράττονται άρα τα ληξιπρόθεσμα χρέη συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να διογκώνονται.

Υπάρχουν λύσεις; Ναι, ειδικά όταν κατά τον καταλογισμό των διοικητικών και των λοιπών κυρώσεων τηρείται στοιχειωδώς η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας της επιβαλλόμενης ποινής σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και όταν οι διοικητικές κυρώσεις (πρόστιμα) και οι υπέρογκες προσαυξήσεις δεν οδηγούν στην πλήρη οικονομική καταστροφή των φορολογουμένων φυσικών και νομικών προσώπων, θα είναι ουσιαστικά επιτεύξιμη η είσπραξή τους.

Ουσιαστικά λοιπόν πρέπει να μεταβληθεί ριζικά το υφιστάμενο ποινολόγιο ως προς την άκαμπτη τυπικότητα και το επαχθές αρκετών παραβάσεων και κυρώσεων η επιβολή των οποίων κινείται στα όρια της συνταγματικότητας και δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, αλλά επίσης πρέπει να μεταβληθεί ριζικά και προς το ευμενέστερο το σύστημα επιβολής πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων σε όλα τα φορολογικά αντικείμενα, με δραστική μείωση των ποσοστών αυτών και επιβολή τους ανάλογα προς τη βαρύτητα της παράβασης και το βαθμό ευθύνης του φορολογούμενου.

Εκτός των ανωτέρω απαιτούνται ουσιαστικά μέτρα καταπολέμησης της παραβατικής συμπεριφοράς, όπως:

α) Η μη υποβολή και η ανακριβής υποβολή δηλώσεων για οποιοδήποτε φορολογικό αντικείμενο, ιδίως η μη υποβολή περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. και των παρακρατούμενων, πρέπει να εντοπίζεται άμεσα από τις ελεγκτικές αρχές και να έχει ως συνέπεια την άμεση έναρξη μερικού φορολογικού ελέγχου, οπότε και η συστηματική υπεξαίρεση των απαραίτητων αυτών φορολογικών εσόδων να καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής. Επισημαίνεται ότι ο άμεσος εντοπισμός της παραβατικής συμπεριφοράς, ειδικά στο Φ.Π.Α., οδηγεί στον έγκαιρο τερματισμό της υπεξαίρεσης του δημοσίου χρήματος.

β) Οι προληπτικοί έλεγχοι για την εξακρίβωση της εφαρμογής των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας να γίνονται εκτεταμένα και συστηματικά, ιδίως δε αν καταλαμβάνουν τομείς και επαγγελματικούς κλάδους οι οποίοι κατά γενική ομολογία πρωτοστατούν στην παραβατική συμπεριφορά, τότε είναι πιθανό να αρχίζει να δημιουργείται η πεποίθηση ότι η υπεξαίρεση του δημόσιου χρήματος δεν θα παραμένει ατιμώρητη. Επισημαίνεται ότι πρέπει να επανεξετασθούν και οι διοικητικές κυρώσεις στην μη έκδοση φορολογικών στοιχείων διότι όπως ισχύουν, μετά τις αλλαγές του περασμένου Οκτωβρίου, ευνοούν την παραβατική συμπεριφορά.

γ) Οι πλήρεις – τακτικοί φορολογικοί έλεγχοι να γίνονται στοχευμένα και μέσα σε σύντομο από την διαπίστωση παραβατικής συμπεριφοράς χρονικό διάστημα και όχι στα όρια του χρόνου της παραγραφής, ή ακόμη χειρότερα, σε χρόνο κατά τον οποίο με ειδική νομοθετική διάταξη έχει παραταθεί ο χρόνος παραγραφής.