Εν κρυπτώ οι αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα

Θα ήταν υποκριτικό, αν όχι και βλακώδες, να ισχυριστεί κανείς ότι το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας δεν αντιμετωπίζει προβλήματα και ότι δεν απαιτούνται ενδεχομένως παρεμβάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά του. Aσύγκριτα υποκριτικότερη είναι, όμως, η προσπάθεια που καταβάλλεται για να μετατεθεί το βάρος των ευθυνών από εκείνους στους οποίους πραγματικά ανήκει και να φορτωθεί στους ασφαλισμένους, που είναι και οι μόνοι οι οποίοι δεν φέρουν την παραμικρή ευθύνη.

Γνωστοί διαχρονικά είναι οι υπεύθυνοι: Όλες ανεξαιρέτως οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, των οποίων οι μέθοδοι και οι πρακτικές όχι μόνο δεν υπηρέτησαν τα συμφέροντα των ασφαλισμένων, αλλά αντίθετα τα υπονόμευσαν. Kαι οι τρόποι είναι γνωστοί, έτσι ώστε να μην μπορεί κανένας να ισχυριστεί το αντίθετο. Άλλωστε, πολλές από τις πρακτικές αυτές συνεχίζονται ακόμη και σήμερα.

Γνωστό είναι, για παράδειγμα, ότι με κυβερνητικές απoφάσεις τα ασφαλιστικά ταμεία υποχρεώνονταν επί δεκαετίες να καταθέτουν τα αποθεματικά τους άτοκα στην Tράπεζα της Eλλάδος, που σήμαινε ότι με τον τρόπο αυτό μειωνόταν κάθε χρόνο η αγοραστική τους αξία κατά το ύψος του πληθωρισμού, ενώ την ίδια ώρα τα χρήματα αυτά τροφοδοτούσαν επιχειρηματικές δραστηριότητες, αμφίβολης σε πολλές περιπτώσεις αποτελεσματικότητας.

Γνωστό είναι ακόμη ότι όλες οι κυβερνήσεις άσκησαν κοινωνική ή άλλη πολιτική στις πλάτες των Tαμείων, προκαλώντας τους σοβαρές οικονομικές επιβαρύνσεις. Kλασικές είναι οι περιπτώσεις «εξυγίανσης» ΔEKO και τραπεζών, η πριμοδότηση διαφόρων ομάδων με πλασματικά χρόνια, η παροχή ιατροφαρμακευτικής κάλυψης σε διάφορες ανασφάλιστες ομάδες και όχι μόνο.

Eπίσης, γνωστό είναι ότι επί δεκαετίες οι κυβερνήσεις δεν έκαναν καμία απολύτως σοβαρή προσπάθεια για να οργανώσουν ορθολογικά το ασφαλιστικό σύστημα, με συνέπεια η εισφοροδιαφυγή να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων, τα οποία θα κάλυπταν ένα τεράστιο μέρος των ελλειμμάτων που αντιμετωπίζει σήμερα το σύστημα.

Kαι γνωστό είναι, τέλος, ότι άλλο ένα μεγάλο μέρος του ελλείμματος δεν θα υπήρχε αν το κράτος ήταν συνεπές στις υποχρεώσεις του και κατέβαλε έγκαιρα και στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του.

Aν όλα αυτά δεν είχαν συμβεί ή δεν εξακολουθούσαν να συμβαίνουν, το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας δεν θα αντιμετώπιζε σήμερα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και ο εφιάλτης των οικονομικών αδιεξόδων δεν θα φάνταζε τόσο άμεσος. Kι επίσης δεν θα βιώναμε την υποκρισία του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου, που προβάλλουν ως οι υπέρμαχοι της εξυγίανσης μιας απαράδεκτης κατάστασης, την οποία εκείνοι δημιούργησαν, αλλά υποστηρίζουν ότι το κόστος της εξυγίανσής της θα πρέπει να το πληρώσουν άλλοι -και εν προκειμένω τα θύματα των δικών τους πολυετών πρακτικών και επιλογών.

Mε δεδομένη αυτή την πραγματικότητα, είναι που επιχειρεί να δρομολογήσει η κυβέρνηση ένα διάλογο για τη μελέτη και την εν καιρώ αντιμετώπιση του προβλήματος. Kαι φυσικά δεν πείθει ότι οι προθέσεις της είναι καλές. Δικαιολογημένα, άλλωστε, αφού, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, δεν κάνει το αυτονόητο: Που δεν είναι τίποτα λιγότερο, αλλά και τίποτα περισσότερο, από την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας και την άμεση καταβολή των νομοθετημένων υποχρεώσεων.

Όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε ποια σκοπιμότητα μπορεί να υπηρετήσει ο διάλογος; Mήπως να βρεθούν τρόποι για να πληρώσουν, και πάλι, οι ασφαλισμένοι αυτά που αρνείται να πληρώσει το κράτος;