9 κινηματογραφικά αριστουργήματα που αξίζουν την προσοχή σας

9 κινηματογραφικά αριστουργήματα που αξίζουν την προσοχή σας

Δημιούργησα μία μικρή λίστα με 9 κινηματογραφικά αριστουργήματα που αξίζουν την προσοχή σας, και σίγουρα δεν θα χάσετε το χρόνο σας αν τα παρακολουθήσετε. Ελπίζω να συμπίπτουν τα γούστα μας και να συμφωνήσετε με τις επιλογές που σας παραθέτω παρακάτω.

Ταξίδι στην άγρια φύση (Into The Wild) του Σον Πεν

Στην τέταρτη δουλειά του ως σκηνοθέτης, ο Σον Πεν μοιάζει μόνος εναντίον όλων. Οσο παρακολουθεί κανείς το πεισμωμένο ταξίδι δρόμου του ήρωά του (και αληθινού προσώπου, τις περιπέτειες του οποίου κατέγραψε στο ομώνυμο βιβλίο του ο Τζον Κρακάουερ), μπορεί να διακρίνει το χέρι του Πεν να κρατάει την πυξίδα. Να χαρτογραφεί μία κινηματογραφική πορεία που γυρνάει την πλάτη της στο σήμερα και μας επιστρέφει στη συναισθηματική φόρτιση των ταινιών των 70s, όπου ένας (αντι)ήρωας πήγαινε κόντρα στο ρεύμα, έβγαινε οικειοθελώς εκτός συστήματος κι εκεί, στο περιθώριό του, επιχειρούσε να επιβιώσει. Και, πάντα (καθώς μιλάμε για τον σκοτεινό ρεαλισμό των 70s), πλήρωνε το τίμημα.

Το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο του Πεν είναι ηχηρό, αλλά όχι όσο το ουμανιστικό του απόσταγμα. Η επιστροφή στη φύση, η απόρριψη των υλικών αγαθών, η ανακούφιση της απόλυτης μοναξιάς και η αναμέτρηση με τον καθαρόαιμο τρόμο (της απόλυτης μοναξιάς), μοιράζουν το χρόνο τους με το ίδιο το ταξίδι, κάνοντας τον τελικό προορισμό να μοιάζει μάταιος. Η συναισθηματική ωρίμανση του ήρωα ( ο Εμίλ Χιρς σε μία θαραλλέα ερμηνεία) έχει ολοκληρωθεί πολύ πριν αναμετρηθεί με τον εαυτό του. Κι αυτό, είναι μία παραδοχή για τον Πεν: το πάλαι ποτέ κακό παιδί συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν μικροί θρίαμβοι που ανατινάζουν το σύστημα από μέσα. Αλλωστε… τα «Σκοτεινά Ποτάμια» να φοβάστε.

Κους-Κους Με Φρέσκο Ψάρι (La Graine Et Le Mulet) του Αμπντελατίφ Κεσίς

Για πολλούς, ο Ανγκ Λι και το κατασκοπικό, ερωτικό του δράμα στέρησαν αδικαιολόγητα τον Χρυσό Λέοντα του πρόσφατου Φεστιβάλ Βενετίας από τον Αμπντελατίφ Κεσίς, ο οποίος αρκέστηκε στο Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής και στο Βραβείο της διεθνούς ένωσης κριτικών. Η συναισθηματική λαίλαπα, όμως, που εξαπολύει ο Τυνήσιος σκηνοθέτης εναντίον του ανύποπτου κοινού δεν χρειάζεται στην πραγματικότητα φεστιβαλικές περγαμηνές για να κατακτήσει τους θεατές που θα προσπεράσουν τον αρχικό σκόπελο της μεγάλης του διάρκειας.

Με κινηματογράφηση που κυριολεκτικά προκαλεί ταραχή, ο Κεσίς καταγράφει τις προσπάθειες ενός φτωχού, Αραβα μετανάστη να ξεπεράσει τη γαλλική γραφειοκρατία και να ανοίξει ένα πλωτό εστιατόριο με βάση τη σπεσιαλιτέ του τίτλου, που με τη μεθοδικότητα μάγισσας ετοιμάζει η πρώην γυναίκα του. Το ανεπιτήδευτο πορτρέτο του πρωταγωνιστή και της πολυπληθούς οικογένειάς του ξεχειλίζει από ακατέργαστη ενέργεια και από τις εκρηκτικές ερμηνείες ενός στην πλειοψηφία του ερασιτεχνικού καστ, αιχμαλωτίζοντας τον παλμό μιας ολόκληρης κοινότητας, τον τρόμο και την αγωνία μιας πραγματικότητας που σπάνια βρίσκει τη θέση που της αξίζει μπροστά από την κάμερα.

Οδηγώντας τις λαβυρινθώδεις οικογενειακές σχέσεις των χαρακτήρων του σε ένα σκηνοθετικό κρεσέντο, ο Κεσίς προσφέρει ένα φινάλε οδυνηρό και λυτρωτικό, αλλά δίχως οριστικό τερματισμό. Οπως ακριβώς και η αληθινή ζωή.

Ι m Not Τhere του Τοντ Χέινς

Χωρίς να έχει παρακολουθήσει κάποιος το «Ι’m not there», μπορεί εύκολα να κατηγορήσει τον Τοντ Χέινς για μεγαλομανία. Οχι επειδή απλά δεν επέλεξε να δημιουργήσει μια τυπική βιογραφία. Ούτε επειδή πολλοί μπορεί να στοιβάξουν το έργο του κάτω από την αμφιλεγόμενη ετικέτα «σπονδυλωτό». Αλλά επειδή ο ίδιος ο Ντίλαν «δεν είναι εκεί», απουσιάζει.

Ο Χέινς γαντζώνεται από 7 «γωνίες» της προσωπικότητάς του και αντλεί από αυτές φανταστικούς ή μη χαρακτήρες που κινούνται σε παράλληλους κόσμους. Αν προσθέσει κανείς και ένα καστ τόσο αναπάντεχο, ώστε να περιλαμβάνει την Κέιτ Μπλάνσετ σε ρόλο αρσενικού ροκ σταρ και έχουμε την πιο διφορούμενη, ίσως, ταινία του 2008. Κι αυτό επειδή κάποιος μπορεί κάλλιστα να τη βρει φλύαρη και επιδειξιομανή. Ή, αντίθετα, να τη βρει γοητευτικά υπόκωφη και εύστοχη -συνετή ως αποτέλεσμα ενδελεχούς τριβής με το έργο και τη ζωή του μουσικού. Κανείς, ωστόσο, δεν φαίνεται διατεθειμένος να την προσπεράσει.

Εξιλέωση (Αtonement) του Τζο Ράιτ

Δύο χρόνια πριν, ο 35χρονος Λονδρέζος σκηνοθέτης είχε αποσπάσει κολακευτικά σχόλια, αλλά και διαμαρτυρίες για την ιδιότροπα μοντέρνα κινηματογραφική μεταφορά που επιφύλαξε στο «Περηφάνια & Προκατάληψη» της Τζέιν Οστιν. Φέτος καταπιάστηκε με την «Εξιλέωση» του Ιαν ΜακΓιούαν – ένα μυθιστόρημα πολύ πιο κοντινό στο ανατρεπτικό, τολμηρό γούστο του και σκαρφίστηκε μια μεταμοντέρνα, «σκανταλιάρικη» ταινία εποχής που έχει ήδη προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις στα φεστιβάλ Βενετίας, Τορόντο και Αθηνών, συμπεριλαμβάνεται στη λίστα του National Board of Review με τις 10 καλύτερες ταινίας του 2007 και θεωρείται ένα από τα φαβορί για τα επόμενα Οσκαρ.

Γιατί εκτός της ορμητικής παρουσίας του χαρισματικού Τζέιμς ΜάκΑβοϊ και μιας από τις εύστοχες ερμηνείες της Κίρα Νάιτλι, διαθέτει όλα τα στοιχεία (υποβλητική μουσική, εικονοκλαστική σκηνοθεσία, τέλεια αναπαράσταση εποχής, τραγικούς έρωτες) που εν δυνάμει χρίζουν μια ταινία κλασική, αλλά με συνεχείς, απρόοπτους και θρασείς πειραματισμούς: χρήση μιας γραφομηχανής ως μουσικό όργανο, μνημειώδες μονοπλάνο, μη δηλωμένο πάντρεμα της πραγματικότητας με τη φαντασία και ένα τεράστιο, αιφνίδιο άλμα στο χρόνο.

Sweeney Todd: The Demon Barber Of Fleet Street του Τιμ Μπάρτον

Αν νομίζατε ότι μιούζικαλ σημαίνει γέλιο και χαρά, ο Τιμ Μπάρτον μοιάζει φέτος απόλυτα αποφασισμένος να ανατρέψει τις όποιες ρόδινες προσδοκίες. Οσων τουλάχιστον δεν γνωρίζουν ακόμη τι εστί «Sweeney Τodd». Η προέλευση του χαρακτήρα- ενός παρανοϊκού κουρέα που σφαγιάζει εκδικητικά και ανενδοίαστα τους υπεύθυνους για τη φυλάκισή του ενώ η πιστή συνεργός του τους μετατρέπει σε λαχταριστές κρεατόπιτες- χάνεται στα βάθη του 19ου αιώνα και στις αλλεπάλληλες εμφανίσεις του σε κάθε είδους λογοτεχνικές πηγές και θεατρικές εκδοχές. Εχοντας ήδη κερδίσει με το… ξυράφι του το χαρακτηρισμό «Ακατάλληλο», το «Sweeney Todd: The Demon Barber Of Fleet Street» υπόσχεται να πνίξει σε λίμνες αίματος τις πιο «αθώες» πρόσφατες δημιουργίες του goth freak Τιμ Μπάρτον.

Τόσο σκοτεινό θεωρείται το μιούζικαλ του Στίβεν Σόντχαϊμ, στο οποίο βασίζεται η ταινία, ώστε οι πολυάριθμοι θαυμαστές του χαρακτήρισαν τον Μπάρτον πολύ light για να καταφέρει να τα βγάλει πέρα με το over the top γκραν γκινιόλ υλικό του! Σε οποιαδήποτε περίπτωση η άρνηση του Μπάρτον να βάλει νερό στο κρασί του αποτελεί ακόμη μια μικρή νίκη ενάντια στις εμπορικές επιταγές του Χόλιγουντ. Με το τρέιλερ να ανοίγει την όρεξη όσο κανένα άλλο για τη νέα σεζόν, περιμένουμε τον Τζόνι Ντεπ να διαπρέπει, εκτός από μακελάρης, και ως αοιδός. Για τρίτη φορά μετά το «Cry Βaby» και τη «Νεκρή Νύφη».

Τhere Will Be Blood του Πολ Τόμας Αντερσον

Το «Τhere Will Be Βlood» έρχεται σε μία εποχή που η συζήτηση για το μέλλον των πάλαι ποτέ ανεξάρτητων τέκνων της βιομηχανίας, εξέχον μέλος των οποίων υπήρξε από την εποχή του «Ηard Εight» ο Πολ Τόμας Αντερσον, περιστρέφεται γύρω από τετελεσμένους χρόνους. Το πρώτο σενάριο του Αντερσον βασισμένο σε δανεική πηγή (το μυθιστόρημα «Οil!» του Απτον Σίνκλερ) και πολυαναμενόμενο σχέδιο τον φέρνει στην επικαιρότητα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά το αμφιλεγόμενο «Ρunch – Drunk Love», δεν έρχεται όμως για να δώσει απαντήσεις.

Σκηνοθετημένο με το θράσος ενός κάτι παραπάνω από ταλαντούχου δημιουργού, αφηγείται την άνοδο και την πτώση του πρώτου πετρελαιοπαραγωγού της Αμερικής σαν αυτή να ήταν η μοναδική και τελευταία ιστορία που έπρεπε να κινηματογραφηθεί σε αυτόν τον κόσμο. Επικό, μελοδραματικό και με διαστάσεις που δικαιολογημένα κάνουν την παγκόσμια κριτική να το παραλληλίζει με τον «Πολίτη Κέιν» του Ορσον Γουέλς και τον «Γίγα» του Τζορτζ Στίβενς, δηλώνει σαφώς τη διάθεση του σκηνοθέτη να επανεξετάσει (ακυρώσει;) την παράδοση του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου.

Υπογράφοντας την πιο φιλόδοξη ταινία του από την εποχή της «Μανόλια» και με όχημα μία ερμηνεία bigger than life από τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Αντερσον προσκρούει με θόρυβο πάνω στον πανύψηλο τοίχο που ο ίδιος υψώνει, προκειμένου να διατηρήσει από τη μία μεριά το κλασικό της ιστορίας του και από την άλλη το μεταμοντέρνο της αφήγησης του.

Με το «Τhere Will Be Βlood», ο σκηνοθέτης θέτει ακόμη περισσότερα ερωτήματα για το μέλλον της γενιάς του. Που ολοφάνερα συνεχίζει να παίρνει ριψοκίνδυνα ρίσκα διακινδυνεύοντας την επιβίωση της, όταν γύρω της το ίδιο το αμερικανικό σινεμά μοιάζει να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου.

Juno του Τζέισον Ράιτμαν

Η 16χρονη Τζούνο κάνει έρωτα για πρώτη φορά με τον καλύτερό της φίλο και μένει έγκυος. Απορρίπτοντας μια ενοχική έκτρωση «στα γρήγορα», η ιδέα του να δώσει το μωρό για υιοθεσία σ’ ένα καλλιεργημένο, επιτυχημένο, άτεκνο ζευγάρι, μοιάζει ιδανική επιλογή. Μόνο που το σχέδιο θα πάει μοιραία -και τόσο ανθρώπινα- στραβά. Το επόμενο βήμα από τον σκηνοθέτη του «Τhank You For Smoking» σε γεμίζει πληρότητα και ευτυχία από το πρώτο πλάνο και δε σε προδίδει ως το τελευταίο.

Μεγαλύτερο πλεονέκτημα το σενάριο της Ντιάμπλο Κόντι: πυκνή αμερικανική γραφή που ταυτόχρονα αναπτύσσει χαρακτήρες, πυροδοτεί όλη τη συναισθηματική κλίμακα από το γέλιο στο δάκρυ και τροφοδοτεί τη χρονιά με αξέχαστες ατάκες. Αεροστεγώς τυλιγμένη από υπέροχους δευτεραγωνιστές, η Ελεν Πέιτζ του «Ηard Candy» ως Τζούνο, με το πικάντικο, ερωτεύσιμο πρόσωπο, ενσωματώνει τον κυνισμό στην αθωότητα -ακριβώς με το ρυθμό που συμβαίνει στη ζωή- και ντύνει το σύνθετο, απαιτητικό κείμενο με ροή και φυσικότητα.

Με ένα σάουντρακ έτοιμο για άμεσο pre-order, η ταινία εκπροσωπεί ένα από τα σπάνια και τόσο επιθυμητά δείγματα αμερικανικής κινηματογραφικής οξυδέρκειας. Και συγκεντρώνει όλα τα γνωρίσματα της εφηβείας που περιγράφει: την απορία, τη μαγεία, την ανυπομονησία, τη σκανταλιά, το χτυποκάρδι και την απόλαυση των μικρών μυστικών.

Funny Games του Μίκαελ Χάνεκε

Το 1997 ο Μίκαελ Χάνεκε βρέθηκε με τα «Παράξενα Παιχνίδια» του στην πρώτη γραμμή των πιο ασυμβίβαστων δημιουργών του ευρωπαϊκού σινεμά, μια θέση που περίτρανα κατέχει μέχρι σήμερα, έχοντας σκορπίσει αλλεπάλληλες επιθέσεις στη συνείδηση του κοινού.

Ποιος ο λόγος λοιπόν να σταθεί ο ίδιος πίσω από την κάμερα για να σκηνοθετήσει σχεδόν σκηνή προς σκηνή το αγγλόφωνο ριμέικ της εγκεφαλικής σπουδής του πάνω στην ψυχοπαθολογία της βίας και του θεάματος; Τότε, ο αδικοχαμένος Ούλριχ Μούε («Οι Ζωές Των Αλλων») και η -σύζυγός του και στην αληθινή ζωή- Σούζαν Λόταρ βρίσκονταν χωρίς περιθώριο διαφυγής όμηροι δύο νεαρών δίχως εμφανή κίνητρα για την ψυχολογική και σωματική βαρβαρότητα που ασκούν.

Τώρα τη θέση τους παίρνουν ο Τιμ Ροθ και η Ναόμι Γουότς, και ο Χάνεκε μοιάζει να μας κλείνει πονηρά το μάτι. Αν το αμερικανικό κοινό, με την αποστροφή που το διακρίνει απέναντι στους υπότιτλους, νόμιζε ότι θα γλίτωνε από τον πιο βίαιο ψυχολογικό πόλεμο που γνώρισε το σινεμά τα τελευταία χρόνια είναι πολύ γελασμένο, φαίνεται να λέει ο σαδιστής Αυστριακός. Το θέμα είναι αν οι υπόλοιποι θα βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα αφόρητο dj vu.

No Country For Old Μen των Τζόελ και Ιθαν Κοέν

Η πλούσια λεία από ένα μακάβριο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ο επιπόλαιος περαστικός που βιάζεται να την οικειοποιηθεί. Ο παράφρων δολοφόνος που ακολουθεί τα ίχνη του σαν φάντασμα. Ο κουρασμένος σερίφης που δυσκολεύεται να κατανοήσει γιατί ακόμη και οι έννοιες της βίας και της παρανομίας έχουν χάσει πλέον την καθαρότητά τους. Ο θάνατος που συνοδεύει τα βήματα όλων. Και η αδηφάγος τεξανή γη που φαίνεται να διψά συνεχώς για αίμα.

Μετά από δυο μέτριες στιγμές καριέρας, όσοι βιάστηκαν να προδιαγράψουν το δημιουργικό μέλλον των δυο αδελφών ως δυσοίωνο, καλό θα ήταν να αναθεωρήσουν. Το ομότιτλο μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθι στο οποίο στηρίζεται η νέα τους ταινία έδινε κάθε περιθώριο για ένα πεσιμιστικό, βίαιο και απομυθοποιητικό νεο-γουέστερν.

Ο Τζόελ και ο Ιθαν Κοέν κρατούν αυτούσιο τον πεσιμισμό, υπερτονίζουν τη βία, προσθέτουν σφήνες μαύρου χιούμορ, αναθέτουν στον Χαβιέ Μπαρδέμ να ενσαρκώσει μια από τις πιο αλησμόνητες φιγούρες κακού που έχουμε δει στο σινεμά και προικίζουν τα πάντα με μια διογκούμενη όσο και εξόχως φιλοσοφημένη αίσθηση φαταλισμού.

Ανάμεσα σε αγέρωχες αρσενικές φιγούρες, απόκοσμους φορείς του κακού, στωικά απομεινάρια του παρελθόντος, τη μυρωδιά του χαμού και την αναπόφευκτη αυγή μιας εποχής όπου τίποτα πλέον δεν μοιάζει λογικό και τίποτα έντιμο, το «Νo Country For Old Μen» ψάχνει και βρίσκει τον δρόμο προς εκείνη την κατεύθυνση που μπορεί να μετατρέψει ένα φιλμ σε αδιαφιλονίκητο classic.

Προηγούμενο άρθροΑργά ναι, πρόχειρα όχι
Επόμενο άρθρο10 φιλμ που ανέλπιστα συγκλονίζουν
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας