Αγία Τριάδα. Όταν μπλέκεις με κοπρόσκυλα

Αγία Τριάδα. Όταν μπλέκεις με κοπρόσκυλα

Άρθρο του Γιάννη Παπαδόπουλου. Μια ιστορία από τα παλιά.

Γιάννης, Χρήστος και Αντώνης – 3 κολλητάρια από την Α’ δημοτικού. Ήμασταν από το ίδιο χωριό αλλά δεν ήμασταν γείτονες. Ούτε ίδιοι μαθητές ήμασταν. Εγώ (Γιάννης) ήμουν του α΄ ο Χρήστος του β΄ και ο Αντώνης ο κουμπούρας της παρέας του γ΄. Κολλήσαμε όμως από την αρχή και γίναμε αχώριστοι . Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο στις πλάκες που κάναμε στην τάξη. Καθόμασταν μαζί εναλλάξ στο δημοτικό και μετά βόλτες με τα ποδήλατα και μπάλα. Μπάλα μέχρι να βραδιάσει μέχρι που δε βλέπαμε τη μύτη μας στα χωράφια του χωριού…

Έτσι πέρασε το δημοτικό, εγώ σημαιοφόρος την 25η Μαρτίου, ο Χρήστος το πιο χάι τυπάκι του δημοτικού και ο Αντώνης ο πιο χαβαλέ πλακατζής. Στο γυμνάσιο μείναμε στο χωριό μιας και υπήρχε γυμνάσιο και δε χρειαζόταν να πας στην κοντινή πόλη. Απόγευμα πηγαίναμε γιατί το πρωί στο ίδιο κτήριο στεγαζόταν το δημοτικό.

Εκεί συνεχίσαμε πάλι να είμαστε αχώριστοι, ο Χρήστος ήταν ο όμορφος της παρέας που μας έβαζε σε όλα τα πάρτη που έκαναν όλα τα κορίτσια του χωριού και των γύρω χωριών. Ο Αντώνης περνούσε τις τάξεις με τα χίλια ζόρια αλλά με τις πλάκες του και τις ατάκες του ξεκαρδιζόταν ακόμα και οι καθηγητές. Εσύ θα γίνεις ηθοποιός του έλεγαν. Εγώ πάλι συνέχισα να είμαι καλός μαθητής και κάτι ενδιάμεσο από αυτούς του 2.

Και έτσι έφτασε η ώρα του λυκείου. Η απόφαση μου να πάω τεχνικό λύκειο, παρά την αντίθετη άποψη των γονέων μου, είχε να κάνει αποκλειστικά για να μη χαλάσει η «Αγία Τριάδα» όπως μας έλεγαν δάσκαλοι και μαθητές. Το λύκειο ήταν στην κοντινή πόλη, επιτέλους μακριά από τα μάτια των συγχωριανών μας μπορούσαμε να κάνουμε κοπάνες με την ησυχία μας.

Εκεί προστέθηκε και ένα άλλο μέλος στην παρέα, ο Αλέξης ο γάβρος. Όλοι ήμασταν γάβροι αλλά αυτός ήταν ο πιο φανατικός από όλους. Ο Αλέξης ήταν και αυτό παιδί σαν και εμένα, χαβαλές χωρίς όμως ακρότητες και καλός μαθητής. Δεν ήταν ποτέ η ψυχή της παρέας όπως ο Αντώνης ούτε ο πιο δημοφιλής στα κορίτσια όπως ο Χρήστος αλλά κόλλησε με ένα περίεργο τρόπο στην παρέα. Η αιτία μάλλον ήμουν εγώ γιατί καθίσαμε στα μέσα της πρώτης χρονιάς στο ίδιο θρανίο μιας και οι άλλοι 2 είχαν καθίσει από την αρχή μαζί.

Οπότε η «αγία Τριάδα» έγινε τετράδα και συνεχίσαμε να περνάμε τέλεια. Στο λύκειο όμως τα βρήκαμε λίγο σκούρα και περνάγαμε απαρατήρητοι μιας και υπήρχαν και πιο καλύτεροι μαθητές και πιο όμορφοι και πιο χαβαλέδες. Στη Δευτέρα λυκείου μπήκε και ένα άλλο είδος διασκέδασης στην παρέα και έμελε να είναι και το καθοριστικό – «το γήπεδο». Ο Αλέξης μας είχε ζαλίσει να πάμε στο γήπεδο να δούμε την ομαδάρα όπως έλεγε. Εμείς δεν ψηνόμασταν και ιδιαίτερα αλλά με τα πολλά μας έπεισε.

Αρχίσαμε στη μέση της Β’ λυκείου να πηγαίνουμε με το πούλμαν του τοπικού συνδέσμου σε κάποιους εντός έδρας αγώνες. Είχε την πλάκα του, πηγαίναμε και Αθήνα είχε και χαβαλέ σαν σχολική εκδρομή ήταν στην αρχή. Μετά αρχίσαμε να πηγαίνουμε και στα εκτός έδρας. Εκεί τα πράγματα ήταν πιο ζόρικα… Αρχίσαμε να βλέπουμε άλλου είδους «παιδιά» και πάντα υπήρχε μια περίεργη μυρωδιά στο πούλμαν. Όταν ρώτησα σαν χωριατόπαιδο, ο Αλέξης μου είπε χαμηλόφωνα «μαύρο είναι βρε, μη ρωτάς όμως πολλά».
Τελικά και ρωτήσαμε και μια μέρα κάναμε κιόλας κέρασμα από ένα τεράστιο «παιδί» με μακριά μαλλιά. Να πω την αλήθεια δεν μου άρεσε καθόλου – κάπνιζα camel τότε και αυτό το τσιγάρο δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που κάπνιζα. Το μόνο που έχει μείνει είναι ότι γελάγαμε συνεχώς σε όλη τη διαδρομή.

Όταν πηγαίναμε Θεσσαλονίκη το πούλμαν μύριζε διαφορετικά, όπως όταν η μάνα μου έφτιαχνε γαλακτομπούρεκο. Ωραία μυρωδιά αλλά δεν είχα καταλάβει από πού ερχόταν . Όταν ρώτησα μου είπαν να σκάσω και θα καταλάβω σε λίγο. Και όντως στα Τέμπη σταματάει το πούλμαν και μπαίνουν μέσα μπάτσοι με σκυλιά και αρχίζουν να φωνάζουν «Βρωμοαθηναίοι, που έχετε ρε πρεζάκια τα ναρκωτικά;» και άφησαν τα σκυλιά τα οποία τα είχαν παίξει χωρίς να βρουν τίποτε. Οι «μάγκες» καίγανε βανίλιες για να χάσουν τη μυρωδιά τα σκυλιά – προχωρημένα πράγματα.

Συνεχίσαμε έτσι, πλέον όμως όλοι κάναμε «τσιγάρο» κανονικά – το είχαμε συνηθίσει μας άρεσε και είχαμε ανέβει και στα μάτια των υπολοίπων. Δεν κολλάγαμε πουθενά, πρώτοι τρέχαμε στο ξύλο με τους βάζελους, τα χανούμια και τους μπάτσους – δεν καταλαβαίναμε ούτε τις γκλοπιές που τρώγαμε στην τούμπα.

Ήμασταν οι πρώτες μούρες πια στο τοπικό σύνδεσμο και στο σχολείο που λέγαμε τα κατορθώματα μας, μας κοιτούσαν όλοι με ανοιχτό το στόμα και θαυμασμό. Τελικά είχαμε καταφέρει να είμαστε οι πιο δημοφιλείς του σχολείου – ότι δεν κατάφερα εγώ και ο Αλέξης με το διάβασμα, ο Χρήστος με την εμφάνιση και ο Αντώνης με το χαβαλέ. Έτσι όλοι περιμένανε τη Δευτέρα να τους πούμε τα κατορθώματα μας από το γήπεδο της Κυριακής – και όλα αυτά με τη βοήθεια φυσικά που παίρναμε από τα τσιγαριλίκια.

Η Δευτέρα τελείωσε με τους βαθμούς να έχουν πιάσει πάτο και τις απουσίες όριο. Η Τρίτη λυκείου ξεκίνησε εκεί που σταμάτησε η Δευτέρα με τη διαφορά ότι ο Χρήστος και ο Αντώνης είχαν μείνει και σταματήσει το σχολείο και είχαν πιάσει δουλειά. Αυτό μας χάλασε αρκετά αλλά συνεχίσαμε να βρισκόμασταν πια στο γήπεδο και Τετάρτες. Εκτός από τα τσιγαριλίκια παίρναμε και κάτι χάπια που ήταν ακόμα πιο δυνατά αλλά και πιο ακριβά . Δυσκολευόμασταν να τα πάρουμε και ευτυχώς που δούλευαν και άλλοι γιατί το χαρτζιλίκι δεν έφτανε με τίποτε. Σε ένα αγώνα με τα «σκουλήκια» μας την είχαν πέσει οι μπάτσοι και έπιασαν εμένα και τον Αντώνη. Μας πήγαν μέσα – ακόμα θυμάμαι την μπουνιά που έφαγα από ένα τεράστιο μπάτσο στο στομάχι. Έκανα ένα λεπτό να αναπνεύσω. Ευτυχώς όμως μας άφησαν γιατί ήμασταν ανήλικοι. Αυτό ήταν ακόμα πιο συνταραχτικό για τους συμμαθητές μου και όταν τους έδειχνα το σημάδι στο στομάχι από τη μπουνιά σχεδόν έπεφταν και με προσκυνούσαν.

Εν τω μεταξύ οι γονείς μου με έβαλαν σε περιορισμό λόγω βαθμών και απουσιών του πρώτου τριμήνου και μου έκοψαν και το χαρτζιλίκι – οπότε έχασα 2 με 3 μήνες γήπεδο και στρώθηκα στο διάβασμα. Τον Αλέξη τον έβλεπα στο σχολείο και μου έλεγε και τα νέα από τον Αντώνη και το Χρήστο που τους έβλεπε στο γήπεδο μιας και έμεναν και δούλευαν Αθήνα πλέον και τους είχα χάσει.

Ήταν ίσως η πρώτη φορά που χανόμασταν για τόσο καιρό. Είχα σταματήσει τα τσιγαριλίκια και τα χάπια μιας και δεν είχα μία. Ο Αλέξης στα μέσα της χρονιάς έμεινε από απουσίες και μου έλεγε ότι το έχουν πρήξει οι γονείς του και θα φύγει να μείνει μαζί με τα άλλα παιδιά στην Αθήνα. Οι προσπάθειες μου να τον μεταπείσω δεν πέτυχαν οπότε τον έχασα και αυτόν.

Βρέθηκα λοιπόν μόνος μου στο σχολείο και σχεδόν σε «κατ’ οίκον περιορισμό» αφού οι γονείς μου με πηγαινοφέρνανε σχολείο και δεν με άφηναν να πάω πουθενά. Δεν μου είχαν πει τίποτε, αλλά μάλλον τους είχε σφυρίζει κάποιος συγγενής ασφαλίτης την περιπέτεια μου με την αστυνομία. Η χρονιά τελείωσε περνώντας την τάξη και ΤΕΙ Ηλεκτρολογίας στην πόλη. Εντωμεταξύ είχα γνωρίσει και την Ράνια, ένα κορίτσι ζάχαρη και θα ήμασταν και μαζί στο ΤΕΙ. Οι γονείς μου ήταν ευχαριστημένοι και θα με άφηναν σαν δώρο να πάω στο τελικό κυπέλου στο ΟΑΚΑ.

Το γήπεδο δεν με ξετρέλαινε όπως είχα πει από την αρχή αλλά θα πήγαινα για να δω τα παιδιά. Φτάνοντας είχα δώσει ραντεβού έξω από τη θύρα 17. Όταν έφτασα ήταν σαν να είχα μπει στη ζώνη του λυκόφωτος. Τα παιδιά που είδα δεν είχαν καμιά σχέση με τους φίλους που άφησα πριν 5 μήνες. Ήταν αδυνατισμένοι χλωμοί τρέμανε και είχαν κόκκινα μάτια σα να είχαν να κοιμηθούν μέρες. Τα χέρια τους ήταν γεμάτα σημάδια από τις ενέσεις έπαιρναν ηρωίνη πια. Ούτε διάθεση είχαν για χαβαλέ και ο αγώνας πέρασε σχεδόν χωρίς να πούμε κουβέντα. Πια οι δρόμοι μας είχαν αλλάξει και το έβλεπα και εγώ και εκείνοι.

Ήταν η τελευταία φορά που βρεθήκαμε και οι τρεις μαζί «ζωντανοί». Δέκα χρόνια μετά στο νεκροταφείο του χωριού βλέποντας το άψυχο σώμα του Χρήστου και τη μητέρα του να κλαίει, ήταν και ο Αλέξης εκεί. Μιλήσαμε, είναι λέει σε απεξάρτηση. Έπαιρνε άσπρη μαζί με τον Χρήστο και τον Αντώνη. Το Χρήστο τον έφαγε ο Μπιλ ο Αλβανός, μου είπε, που έβγαλε καθαρή σκόνη για να ξεπαστρέψει τους κακοπληρωτές. Ο Χρήστος το ήξερε αλλά την πήρε. Είχε βαρεθεί, ήθελε να γυρίσει στο χωριό. Του είχα λείψει, το τελευταίο καιρό του έλεγε για τα παιδικά μας χρόνια και για την «Αγία Τριάδα».

Ο Αντώνης είναι φυλακή, μου είπε. Ένοπλη ληστεία σε τράπεζα. Τον πυροβόλησε ένας αστυνομικός και τον χτύπησε στον ώμο. Έχει φάει 16 χρόνια γιατί οι μπάτσοι λένε ότι ο Αντώνης πυροβόλησε πρώτος. Δεν το πίστεψα, ο Αντώνης έκλεινε τα αυτιά του όταν πετάγαμε φωτοβολίδες την ανάσταση.

Ο Αλέξης έφυγε και δεν τον ξαναείδα. Ο Αντώνης βγήκε μετά από 6 χρόνια και ξαναμπήκε για εμπόριο ναρκωτικών, ούτε αυτόν τον ξαναείδα… Το Σάββατο ο γιος μου, μου ζήτησε να πάει στο γήπεδο με το πούλμαν του συνδέσμου. Τον πήρα και πήγαμε μαζί με το αυτοκίνητο. Πήγα μετά από 20 χρόνια ξανά στο γήπεδο…

Προηγούμενο άρθροΖυρίχη… η καλύτερη πόλη για να ζεις
Επόμενο άρθροClarks Desert Boots: Στα βήματα της Ιστορίας
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας