Η Αγκόλα είναι κράτος της νοτιοδυτικής Αφρικής, το οποίο για αιώνες βρισκόταν κάτω από πορτογαλική κατοχή. Το αποικιακό καθεστώς έπαψε να ισχύει οριστικά το 1975, οπότε η χώρα μετατράπηκε σε ανεξάρτητο κράτος με το όνομα “Δημοκρατία της Αγκόλα” και εισήλθε σε μια νέα περίοδο προβλημάτων και ταραχών.
Η εμφύλια διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα στις δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις του τόπου, αμέσως μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας αποτέλεσε το μεγαλύτερο εμπόδιο για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας.
Η πορεία αυτή είχε όλες τις προοπτικές να επιτύχει μέσω της αύξησης της εγχώριας παραγωγής και της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, οι οποίοι στην περίπτωση της Αγκόλα παρουσιάζονται ιδιαίτερα πλούσιοι. Επιπρόσθετα η εμφύλια σύρραξη επιβάρυνε τους πληθυσμούς της χώρας με οξύτατα προβλήματα, όπως η ανέχεια, η πείνα, η παιδική θνησιμότητα, ο αναλφαβητισμός, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η αδυναμία μόρφωσης κ.τ.λ.
Σήμερα ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται στην Αγκόλα με μεγαλύτερη σφοδρότητα και λύσσα από ποτέ. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο αντίπαλες δυνάμεις έχουν διακοπεί τελείως και δε διαφαίνεται πουθενά έστω και η παραμικρή προοπτική τερματισμού του εμφύλιου σπαραγμού, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ειρηνική συνύπαρξη των δύο αντίπαλων μερίδων.
Η εθνική ενότητα και ομοιογένεια έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα λόγω του μακροχρόνιου διχασμού και η χώρα βυθίζεται όλο και περισσότερο στο πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο. Μόνη ελπίδα αποτελεί η παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας και των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία όμως συναντούν αξεπέραστα προβλήματα και τρομερή αδιαλλαξία στις μεσολαβητικές τους προσπάθειες.
Η Αγκόλα έχει συνολική έκταση 1.246.700 τ. χλμ. και αποτελεί την 7η σε έκταση χώρα της Αφρικανικής ηπείρου, της οποίας καλύπτει περίπου το 4,1% του συνολικού εδάφους.
Στην έκταση αυτή συμπεριλαμβάνονται και τα 7.270 τ. χλμ. της αποσπασμένης επαρχίας Καμπίντα, η οποία βρίσκεται 31 χλμ. βορειότερα από την Αγκόλα, μεταξύ της Δημοκρατίας του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ) (Democratic Republic of Congo)) και του Κονγκό (Republic of Congo) και βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό.
Συγκριτικά με την Ελλάδα η έκταση της Αγκόλα είναι περίπου 9,4 φορές μεγαλύτερη. Ο πληθυσμός της χώρας φτάνει τους 10.593.171 κατοίκους (εκτίμηση 2002) και κατατάσσει τη χώρα στη 19η θέση από πλευράς πληθυσμού μεταξύ των κρατών της Αφρικής. Ο πληθυσμός αυτός μεταφράζεται σε μέση πυκνότητα 9 κατοίκων ανά τ. χλμ., αριθμός που φανερώνει ότι η Αγκόλα αποτελεί μια από τις πιο αραιοκατοικημένες χώρες του κόσμου.
Η Αγκόλα αποτελεί τμήμα της Νοτιοδυτικής Αφρικής και δυτικά βρέχεται εξολοκλήρου από τον Ατλαντικό ωκεανό. Στα βόρεια και βορειοανατολικά η χώρα συνορεύει με τη Δημοκρατία του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ), στα ανατολικά με τη Ζάμπια και στα νότια με τη Δημοκρατία της Ναμίμπια. Η επαρχία της Καμπίντα, που αναφέρθηκε παραπάνω, αποτελεί επίσης έδαφος της Αγκόλα, χωρίς βέβαια να ενώνεται εδαφικά με τη χώρα.
Η Καμπίντα βρίσκεται σε απόσταση 31 χλμ. από τα βόρεια σύνορα της Αγκόλα με τη Δημοκρατία του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ) και συνορεύει βόρεια με το Κονγκό και ανατολικά και νότια με τη Δημοκρατία του Κονγκό, ενώ δυτικά βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό. Η Καμπίντα αποτελεί ουσιαστικά μια εμβόλιμη, μακρόστενη λωρίδα εδάφους, η οποία περικλείεται από τα δύο κράτη με τα οποία συνορεύει.
Γεωγραφία της Αγκόλα
Μορφολογία εδάφους
Το ανάγλυφο του χάρτη της Αγκόλα χωρίζεται σε τρεις κλιμακωτές, επιμέρους ζώνες, οι οποίες διακρίνονται μεταξύ τους με βάση το υψόμετρο. Η πρώτη από τις παραπάνω ζώνες ξεκινά από τις δυτικές ακτές του Ατλαντικού και χαρακτηρίζεται από χαμηλές, πεδινές εκτάσεις με υψόμετρο το οποίο δεν ξεπερνά αυτό της θάλασσας. Η ζώνη αυτή εκτείνεται προς το εσωτερικό της χώρας σε πλάτος που κυμαίνεται από 50 έως 160 χλμ.
Συγκεκριμένα, καταλαμβάνει μεγαλύτερες εκτάσεις στο βορρά και αρχίζει να υψώνεται προς το κέντρο μόνο των βορειοανατολικών συνόρων με τη Δημοκρατία του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ). Αντίθετα στο νότο συρρικνώνεται αισθητά, οπότε και περιορίζεται σε μία παράκτια λωρίδα γης, η οποία ξεκινά από τα παράλια και εκτείνεται για μερικά μόνο χιλιόμετρα προς το εσωτερικό της χώρας.
Σε δύο μάλιστα σημεία, λίγο νότια της πόλης Μπενγκουέλα και στο νοτιοδυτικό σημείο τομής των συνόρων με τη Ναμίμπια, η πεδινή λωρίδα γης κυριολεκτικά εξαφανίζεται. Η ζώνη πεδινής γης, η οποία εκτείνεται παράλληλα προς τις ακτές, είναι και η μόνη επίπεδη έκταση που παρουσιάζει το ανάγλυφο του χάρτη της Αγκόλα.
Το γεγονός αυτό επιφέρει αρνητικές συνέπειες στη ζωή των πληθυσμών που κατοικούν στη ζώνη αυτή. Όντας στις παρυφές των υψιπέδων και των οροπεδίων, η πεδινή περιοχή δέχεται το σύνολο σχεδόν των υδάτων, τα οποία κατεβαίνουν από τα ορεινά για να χυθούν στη θάλασσα. Τα νερά αυτά σχηματίζουν στην πορεία τους πολλά μικρά, λιμνάζοντα έλη και επιβαρύνουν την περιοχή με αρκετή υγρασία. Η υγρασία αυτή κάνει το κλίμα ιδιαίτερα βαρύ και ανθυγιεινό, δυσχεραίνοντας σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσης.
Προχωρώντας προς την ενδοχώρα τα εδάφη βαθμιαία υψώνονται και σχηματίζουν τις δύο άλλες επιμέρους εδαφικές ζώνες. Αυτές είναι μία ενδιάμεση μεταβατική ζώνη που χαρακτηρίζεται από υψίπεδα με χαμηλό ή μέτριο υψόμετρο και η ζώνη που χαρακτηρίζεται από το μεγάλο οροπέδιο, το “κεντρικό οροπέδιο”, το υψόμετρο του οποίου κυμαίνεται από τα 1.100 έως τα 1.500 μέτρα.
Η ενδιάμεση ζώνη εκτείνεται γύρω από τις παρυφές του κεντρικού οροπεδίου, ενώ στα δυτικά αποτελεί τη συνέχεια της παράκτιας επίπεδης ζώνης γης. Η ζώνη αυτή περιλαμβάνει ως επί το πλείστον χαμηλά υψίπεδα, αναβαθμίδες εδάφους και κοφτές κορυφές που συνοδεύονται από μικρούς γκρεμούς και χάσματα.
Τα χαμηλά υψίπεδα κάνουν περισσότερο αισθητή την παρουσία τους στα βόρεια της χώρας, όπου η μεταβατική αυτή ζώνη εδάφους εκτείνεται σε πλάτος μέχρι και 150 χλμ.. αντίθετα όσο κινούμαστε προς την κεντρική Αγκόλα, τα υψίπεδα καταλαμβάνουν όλο και μικρότερες εκτάσεις και περιορίζονται στα 30 περίπου χλμ. πλάτος.
Η ενδιάμεση αυτή υψομετρική ζώνη δίνει τη θέση της στη ζώνη του κεντρικού οροπεδίου. Το κεντρικό οροπέδιο καταλαμβάνει τα 2/3 σχεδόν της επιφάνειας της χώρας και αποτελεί τμήμα του ευρύτερου και αχανούς οροπεδίου που διαμορφώνει το ανάγλυφο ολόκληρης της Κεντροανατολικής και Νότιας Αφρικής. Το τεράστιο αυτό οροπέδιο ξεκινά από την κοίτη του ποταμού Κόνγκο και εκτείνεται ανατολικά μέχρι τις ακτές του Ινδικού ωκεανού και νότια μέχρι τα παράλια της Νότιας Αφρικής.
Όπως αναφέραμε, το τμήμα του γιγαντιαίου αφρικανικού οροπεδίου που περικλείεται από τα όρια της Αγκόλα (“κεντρικό οροπέδιο”), έχει μέσο υψόμετρο 1.100-1.500 μέτρα. Πολλές φορές το υψόμετρο αυτό αυξάνει κατά τόπους, σχηματίζοντας ψηλότερα, αλλά αρκετά μικρότερα, οροπέδια και κορυφές, κυρίως στα κεντρικά της χώρας. Αυτά είναι: στο κέντρο της χώρας το οροπέδιο Μπενγκουέλα και στα νότια το οροπέδιο Χουμπάτα.
Το υψόμετρο και των δύο αγγίζει τα 2.300 περίπου μέτρα. Η ψηλότερη όμως κορυφή όλης της χώρας βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του κεντρικού οροπεδίου που είναι γνωστό με το όνομα “Πλανάλτο ντε Μπιέ” (οροπέδιο του Μπιέ).
Το οροπέδιο του Μπιέ βρίσκεται βόρεια της πόλης Χουάμπο, στο κέντρο της χώρας, και το υψόμετρό του κυμαίνεται μεταξύ 1.220 και 1.830 μέτρων, σε πολλά όμως σημεία υψώνεται και στα 2.300 μέτρα. Το οροπέδιο Μπιέ φτάνει στο μέγιστο υψόμετρό του στο βορειοδυτικό του σημείο, στην κορυφή Μοκό (2.620 μέτρα), η οποία αποτελεί και το υψηλότερο σημείο όλης της Αγκόλα. Στις παρυφές της κορυφής Μοκό είναι χτισμένη και η πόλη Χουάμπο.
Η δεύτερη ψηλότερη κορυφή της χώρας έχει υψόμετρο 1.885 μέτρα και βρίσκεται στο Χιέσο, στα τριπλά ανατολικά σύνορα με τη Δημοκρατία του Κονγκό και τη Ζάμπια. Σε όλη την υπόλοιπη χώρα το μόνο υψηλό σημείο που ξεπερνά τα 1.500 μέτρα βρίσκεται στα νοτιοανατολικά σύνορα με τη Ζάμπια και τη Ναμίμπια.
Τέλος, στο ανάγλυφο της χώρας περιλαμβάνεται και η έρημος Μοσαμέντες, η οποία βρίσκεται κοντά στα νοτιοδυτικά σύνορα με τη Ναμίμπια. Η έρημος αυτή ξεκινά σχεδόν από τα νότια παράλια και εκτείνεται προς την ενδοχώρα, φτάνοντας μέχρι την περιοχή της Σέλα (Σιέρα ντι Σέλα).
Ο γεωλογικός χάρτης της Αγκόλα παρουσιάζει ομοίως ποικιλία. Στην παράκτια ζώνη υπάρχει άφθονος γρανίτης και ασβεστολιθικά πετρώματα, ενώ όσο προχωρούμε προς τις νότιες ακτές, οι αμμώδεις εκτάσεις αυξάνονται, σχηματίζοντας την έρημο Μοσαμέντες.
Στο “κεντρικό οροπέδιο” εναλλάσσονται κρυσταλλογενή και αμμώδη πετρώματα, τα οποία κατεβαίνουν συχνά με τη μορφή λόφων μέχρι τις ακτές, ενώ κατά μήκος των μεγάλων ποταμών συναντά κανείς σχιστολιθικά και ψαμμιτικά πετρώματα, που οφείλονται στη μακραίωνη απόθεση και διάβρωση του νερού. Τα παραποτάμια εδάφη, στα οποία σχηματίζεται άφθονη λάσπη, είναι επίσης αρκετά εύφορα. Τέλος κοιτάσματα διαμαντιών υπάρχουν στην επαρχία Λουάντα, ενώ πετρέλαιο έχει ανακαλυφθεί στην επαρχία Καμπίντα και κατά μήκος του ποταμού Κουάνζα.
Υδρογραφία
Σε μια χώρα όπου το ανάγλυφο παρουσιάζει εντυπωσιακή κλιμάκωση, όπως είναι η Αγκόλα, είναι λογικό τα νερά των βροχών να ακολουθούν μια κατηφορική πορεία από τα ορεινά προς τη θάλασσα. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι το ποσοστό των βροχοπτώσεων είναι ιδιαίτερα χαμηλό για τα δεδομένα της Αγκόλα.
Έτσι ενώ θα περίμενε κανείς ότι σε μια χώρα που χαρακτηρίζεται από τροπικές κλιματολογικές συνθήκες και βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό, να παρουσιάζει μεγάλη συχνότητα βροχοπτώσεων, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο.
Παρ` όλα αυτά τα υψίπεδα και τα οροπέδια που υπάρχουν στα ορεινά με την πάροδο του χρόνου και τη διάβρωση που έχει συμβεί έχουν σχηματίσει μεγάλες φυσικές δεξαμενές οι οποίες συγκεντρώνουν τα σύνολο σχεδόν των ομβρίων υδάτων τα οποία διοχετεύουν προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Οι φυσικές αυτές δεξαμενές αποτελούν τις λεγόμενες λεκάνες απορροής, οι οποίες μοιραία οδηγούν τα νερά της βροχής προς τα πεδινά μέσα από συγκεκριμένες διαδρομές.
Στην πορεία τους προς τη θάλασσα του Ατλαντικού, τα συγκεντρωμένα όμβρια ύδατα συναντούν το ρεύμα μεγάλων ή μικρότερων ποταμών, οι οποίοι οδεύουν και αυτοί προς τον ωκεανό. Οι δύο μεγαλύτεροι ποταμοί στους οποίους καταλήγουν τα συγκεντρωμένα όμβρια ύδατα των υψιπέδων της Αγκόλα είναι ο ποταμός Κόνγκο στο βορρά και ο ποταμός Ζαμβέζης στα νοτιοανατολικά. Ο Κόνγκο πηγάζει από τη Δημοκρατία του Κονγκό και εκβάλλει στον Ατλαντικό στα σύνορα της Αγκόλα με τη Δημοκρατία του Κονγκό. Τα νερά από τα ορεινά διοχετεύονται από τις λεκάνες απορροής στην κοίτη του Κόνγκο μέσω των πολλών παραποτάμων της χώρας.
Ο Ζαμβέζης τέμνει την ανατολική Αγκόλα από βορρά προς νότο, στην ορθογώνια έκταση γης που σχηματίζεται από τα τριπλά σύνορα της χώρας με τη Δημοκρατία του Κονγκό και τη Ζάμπια. Ο Ζαμβέζης ακολουθώντας αντίθετη πορεία από τον Κόνγκο πηγάζει από τη Ζάμπια και δέχεται τα νερά των βροχοπτώσεων από τα ανατολικά των υψιπέδων της Αγκόλα, εισέρχεται πάλι στη Ζάμπια, ακολουθεί τη συνοριακή γραμμή Ζάμπια-Ζιμπάμπουε, εισέρχεται στη Μοζαμβίκη και χύνεται στον Ινδικό ωκεανό.
Από τους ποταμούς που πηγάζουν από τα εδάφη της Αγκόλα και εκβάλλουν στη θάλασσα, ο μεγαλύτερος είναι ο ποταμός Κουάνζα. Με μήκος περίπου 1.000 χλμ., ο Κουάνζα πηγάζει από την καρδιά του “κεντρικού οροπεδίου” (13° 37΄ νότιο πλάτος) και αρχικά η κοίτη του ακολουθεί πορεία προς τα βόρεια.
Μεταξύ όμως των 11° και 10° νότιο πλάτος, ο ποταμός διαγράφει μία στροφή προς τα δυτικά και κατευθύνεται προς τον Ατλαντικό ωκεανό, στον οποίο εκβάλλει λίγο νοτιότερα της πρωτεύουσας της χώρας, Λουάντα. Ο δεύτερος μεγάλος ποταμός της χώρας είναι ο Κουνένε, με συνολικό μήκος σχεδόν 950 χλμ. Ο Κουνένε πηγάζει, όπως και ο Κουάνζα, από τα υψίπεδα του “κεντρικού οροπεδίου” (14° 26΄ νότιο πλάτος) αλλά ακολουθεί πορεία σταθερά προς τα νοτιοδυτικά.
Περνώντας από τα όρια των εθνικών πάρκων Μπικουάρι και Μούπα, ο Κουνένε κλίνει περισσότερο προς τα δυτικά και στις 17° 22΄ νότιο πλάτος ευθυγραμμίζεται με τη συνοριακή γραμμή Αγκόλα-Ναμίμπια και εκβάλλει στον Ατλαντικό ωκεανό στο σημείο τομής των εθνικών πάρκων Αϊόνα (Αγκόλα) και Ακτής των Σκελετών (Ναμίμπια). Στον ποταμό Κόνγκο χύνει τα νερά του ο ποταμός Κουάνγκο, ενώ στον ποταμό Ζαμβέζη χύνεται ο ποταμός Λινιάντι.
Τέλος οι ποταμοί Οκαβάνγκο ή Κουμπάγκο και Κουίτο πηγάζουν από τα ανατολικά του “κεντρικού οροπεδίου”, κατευθύνονται προς τα νοτιοανατολικά και αφού ενώνονται στα σύνορα της Αγκόλα με τη Ναμίμπια, εκβάλλουν στο Τέλμα του Οκαβάνγκο που βρίσκεται στα εδάφη της Μποτσουάνα. Εκτός από τους παραπάνω ποταμούς, υπάρχουν και αρκετοί παραπόταμοι, οι οποίοι στην πορεία τους συναντούν τα μεγάλα ποτάμια και ενώνονται μ` αυτά.
Παρά την ύπαρξη αρκετών και μεγάλων ποταμών, η Αγκόλα δεν έχει να επιδείξει καμία μεγάλη και αξιόλογη λίμνη, παρά μόνο μερικά, περιορισμένης έκτασης, έλη κυρίως, στην πεδινή παράκτια ζώνη.
Η εκμετάλλευση του υδάτινου παράγοντα της χώρας, προς όφελος της γεωργίας και της παραγωγής ενέργειας, κρίνεται σήμερα ικανοποιητική, αν λάβει κανείς υπόψη του και τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στην Αγκόλα. Τα μεγάλα ποτάμια και οι παραπόταμοί τους συμβάλλουν αρκετά στην αρδευτική διαδικασία, ενώ οι λιγοστοί καταρράκτες που σχηματίζονται αξιοποιούνται για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας.
Κλίμα
Το κλίμα της Αγκόλα είναι κατά κανόνα τροπικό με όλα τα χαρακτηριστικά που το κλίμα αυτό παρουσιάζει. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτά είναι η περίοδος ξηρασίας, η οποία διαρκεί συνήθως από το Σεπτέμβριο μέχρι τον Απρίλιο και χαρακτηρίζεται από ανομβρία.
Οι βροχές εμφανίζονται την υπόλοιπη περίοδο του χρόνου. Το ψυχρό “Ρεύμα Μπενγκουέλα” στον Ατλαντικό, το οποίο ξεκινά από τις ακτές της Αγκόλα και εκτείνεται μέχρι το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, συγκρατεί τις θερμοκρασίες στα παράλια και μειώνει την απορρόφηση των σωματιδίων νερού από την ατμόσφαιρα, μειώνοντας κατά συνέπεια και τις βροχοπτώσεις στην παράκτια ζώνη.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι το μεγάλο παράδοξο που παρουσιάζει το κατά τα άλλα τροπικό κλίμα της Αγκόλα είναι η έλλειψη βροχοπτώσεων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Το ποσοστό βροχών στις ακτές του Ατλαντικού παρουσιάζεται ιδιαίτερα φτωχό για τα τροπικά δεδομένα και είναι μικρότερο από τις χώρες της ευρύτερης περιοχής.
Έτσι, η ετήσια βροχόπτωση στην παράκτια περιοχή της Λουάντα είναι 338 mm, νοτιότερα στο Λόμπιτο είναι 353 mm, ενώ στην επαρχία Ναμίμπε, στα νοτιοδυτικά σύνορα με τη Ναμίμπια (απ` όπου ξεκινούν και οι έρημοι Μοσαμέντες και Ναμίμπ), η ετήσια βροχόπτωση μειώνεται στα 51 mm.
Αντίθετα, στο “κεντρικό οροπέδιο”, που συγκεντρώνει περισσότερες βροχές, η ετήσια βροχόπτωση αυξάνεται στα 1.500 mm στα βόρεια υψίπεδα, ενώ όσο κινούμαστε προς τα νότια του οροπεδίου η ετήσια βροχόπτωση περιορίζεται στα 750 mm.
Η αύξηση των βροχοπτώσεων στο οροπέδιο έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων νερού στις λεκάνες απορροής. Οι ποσότητες αυτές διοχετεύονται στους μεγάλους ποταμούς της χώρας. Το μεγαλύτερο πάντως ποσοστό ετήσιων βροχοπτώσεων το εμφανίζει η επαρχία Καμπίντα, στην οποία οι βροχές φτάνουν μέχρι και 1.800 mm.
Η μέση θερμοκρασία στην περιοχή της Λουάντα, στο μέσο της θερμής περιόδου Σεπτεμβρίου-Απριλίου, είναι περίπου 25° C, ενώ στο μέσο της λιγότερο θερμής περιόδου Μαΐου-Αυγούστου είναι 20,5° C. Καθώς κατευθυνόμαστε προς τα νότια και απομακρυνόμαστε από τον Ισημερινό, οι παραπάνω τιμές μειώνονται κατά 0,5° C.
Ανεβαίνοντας προς τα υψίπεδα του “κεντρικού οροπεδίου”, η μέση θερμοκρασία ελαττώνεται και στην πόλη Χουάμπο, στις παρυφές της κορυφής Μοκό, φτάνει μόλις στους 18°-19° C. Ιδιαίτερα συχνοί είναι και οι άνεμοι, οι οποίοι έρχονται συνήθως από τις δυτικές ατλαντικές ακτές.
Χλωρίδα και Πανίδα
Η πανίδα της Αγκόλα μεταβάλλεται και επηρεάζεται ανάλογα με το κλίμα. Έτσι, στα βόρεια εδάφη της χώρας και στην αποσπασμένη επαρχία Καμπίντα υπάρχουν πυκνά τροπικά δάση με πλούσια βλάστηση. Τα δάση αυτά παρέχουν στη χώρα μεγάλες ποσότητες ξυλείας. Όσο τα εδάφη απομακρύνονται από τον Ισημερινό, τα δάση χάνουν την τροπική τους μορφή και γίνονται λιγότερο πυκνά και περισσότερο άνυδρα.
Στην περιοχή αυτή αρχίζει να εμφανίζεται και η τυπική βλάστηση της σαβάνας, με εκτάσεις που καλύπτονται από ψηλά χόρτα, πυκνούς θάμνους και διάσπαρτα δέντρα. Στα νότια και τα ανατολικά της χώρας τα δέντρα σχεδόν εξαφανίζονται και η βλάστηση περιλαμβάνει μόνο χόρτα. Η φθίνουσα πορεία που ακολουθεί η χλωρίδα από βορρά προς νότο οφείλεται κατά κανόνα και στην ελάττωση των βροχοπτώσεων, οι οποίες στο νότο είναι ελάχιστες.
Η βλάστηση σχεδόν εξαφανίζεται στα νότια σύνορα με τη Ναμίμπια, όπου κάνει την εμφάνισή της και η έρημος (έρημος Μοσαμέντες στην Αγκόλα και έρημος Ναμίμπ στη Ναμίμπια). Στην παράκτια ζώνη, και κυρίως στο βορρά, συναντά κανείς φοινικόδεντρα, ενώ στα νότια παράλια το τοπίο αλλάζει καθώς η βλάστηση θυμίζει την αντίστοιχη της ερήμου. Λιγότερο συχνά είναι σήμερα τα καφεόδεντρα και τα καουτσουκόδεντρα, ενώ από τα δάση της Αγκόλα παράγεται και αξιόλογη ξυλεία μαόνι, η οποία είναι μοναδική και συνιστά ξεχωριστή ποικιλία.
Η πανίδα της χώρας επηρεάζεται ομοίως από το κλίμα και τη βλάστηση και περιλαμβάνει τα κυριότερα είδη θηλαστικών της Αφρικής. Αυτά ζουν ως επί το πλείστον στα τροπικά δάση του βορρά, αλλά πολλές φορές απαντούν και στη σαβάνα: ελέφαντες, ιπποπόταμοι, ρινόκεροι, γορίλες, καμηλοπαρδάλεις, ζέβρες, αντιλόπες, λιοντάρια, ύαινες, λεοπαρδάλεις. Στα τροπικά δάση απαντούν και πολλά είδη πουλιών. Πολλά είναι και τα είδη των ερπετών, κυρίως στις παραποτάμιες περιοχές, όπου συναντά κανείς και αρκετούς κροκόδειλους.
Ακόμα περισσότερα είναι τα είδη των εντόμων από τα οποία οι δηλητηριώδεις αράχνες, τα λευκά μυρμήγκια, οι μύγες, τα κουνούπια και οι πεταλούδες απαντούν σε ποικιλίες που είναι χαρακτηριστικές και μοναδικές της Αγκόλα. Η θάλασσα της Αγκόλα είναι πλούσια σε φάλαινες, σκυλόψαρα, αστακούς, γιγάντια αφρικανικά καλαμάρια κ.ά., ενώ υπάρχουν και όλα τα είδη των ψαριών του Ατλαντικού, όπως ο τόνος, η σαρδέλα, ο γαλέος, το σκουμπρί και ο ξιφίας.
Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει στην Αγκόλα μια προσπάθεια διάσωσης και ενίσχυσης της υπάρχουσας χλωρίδας και πανίδας με τη δημιουργία μεγάλων εθνικών φυσικών πάρκων. Το μεγαλύτερο από τα εθνικά πάρκα είναι το πάρκο της Αϊόνα (στα νοτιοδυτικά σύνορα με τη Ναμίμπια), ενώ ιδιαίτερα αξιόλογα είναι και τα εθνικά πάρκα Κισάμα, Καμέια, Μπικουάρι, Μούπα και Κανγκαντάλα.
Οικονομία της Αγκόλα
Η Αγκόλα αποτελεί σήμερα μια από τις πιο φτωχές χώρες του κόσμου, χωρίς καμία ορατή προοπτική για πρόοδο, ανάπτυξη και βελτίωση των συνθηκών ζωής. Αρχικά η μακροχρόνια εξάρτηση από τους Πορτογάλους αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα ανάσχεσης κάθε προσπάθειας των κατοίκων της χώρας να αναπτύξουν αυτόβουλη, παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η λήξη της πορτογαλικής κυριαρχίας το 1975 βρήκε την, ανεξάρτητη πλέον, Αγκόλα σε μια κατάσταση οικονομικής και παραγωγικής αποδιοργάνωσης. Αυτό συνέβη γιατί μετά την αποχώρηση των Πορτογάλων εξέλιπε τόσο το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και η τεχνογνωσία όσο και τα ξένα κεφάλαια, τα οποία θα στήριζαν την εκσυγχρονιστική προσπάθεια. Ο πολυετής εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε και διαρκεί μέχρι σήμερα βύθισε την Αγκόλα μέσα σε ένα πρωτοφανές οικονομικό αδιέξοδο, ενώ την ίδια στιγμή σε όλη τη χώρα τα πάντα έχουν σχεδόν ισοπεδωθεί και επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς έγκυρα για δείκτες εγχώριας παραγωγής, συμμετοχή των τομέων παραγωγής στο ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (Α.Ε.Π.), κατά κεφαλήν εισόδημα κ.τ.λ. Όσα στοιχεία υπάρχουν σήμερα για την οικονομία της Αγκόλα είναι ενδεικτικά μιας συνεχούς πτώσης σε όλους τους τομείς και πρέπει να γίνονται δεκτά λαμβάνοντας πάντα υπόψη ότι η κατάσταση στη χώρα επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα και ότι οι αριθμητικοί δείκτες σε όλους τους παραγωγικούς και καταναλωτικούς τομείς μεταβάλλονται συνεχώς προς το χειρότερο.
Το 2001 ο εθνικός προϋπολογισμός της Αγκόλα προέβλεπε έξοδα 2,5 δισεκατομμύρια και έσοδα 928 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ το 2001 το ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της χώρας ήταν 13,3 δισ. δολ. και το ετήσιο κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. ήταν περίπου 1.330 δολάρια. Επίσης το 1997 το συνολικό εργατικό δυναμικό της χώρας αριθμούσε 5.000.000 κατοίκους. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 85% αυτού του εργατικού δυναμικού ασχολούνταν με τη γεωργία.
Το επίσημο νόμισμα της Αγκόλα είναι σήμερα το κουάνζα (kwanza), το οποίο αντικατέστησε το 1977 το πορτογαλικό εσκούδο. Το κουάνζα διαιρείται σε 100 λβέι (lwei), ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι υποτιμήθηκε το 1991, χάνοντας μεγάλο μέρος από την αξία του. Άλλο χαρακτηριστικό του κουάνζα είναι ότι αποτελεί νόμισμα το οποίο δε μετατρέπεται από τις διεθνείς χρηματαγορές.
Η ισοτιμία του πάντως με τα ξένα νομίσματα μεταβάλλεται διαρκώς λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού της Αγκόλα, γι` αυτό και δεν μπορεί να δοθεί συγκεκριμένη τιμή. Ενδεικτικά πάντως πρέπει να αναφερθεί ότι το 2002 1 δολάριο Η.Π.Α. ισοδυναμούσε με 32,87 κουάνζα.
Τον Δεκέμβριο του 1999 η τιμή του κουάνζα επαναπροσδιορίστηκε, αφαιρώντας 6 μηδενικά από την έως τότε αξία του. Από τα παραπάνω εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς την τρομερά δυσμενή κατάσταση της οικονομίας της Αγκόλα. Όλες οι οικονομικές δραστηριότητες της χώρας διεκπεραιώνονται μέσω της “Εθνικής Τράπεζας της Αγκόλα”, η οποία ιδρύθηκε το 1975.
Την ίδια χρονιά όλες οι ιδιωτικές πορτογαλικές τράπεζες που λειτουργούσαν μέχρι τότε κρατικοποιήθηκαν και τέθηκαν κάτω από τη διεύθυνση του Δημοσίου. Μολονότι δε συνέβη το ίδιο και με τις υπόλοιπες ξένες τράπεζες, αυτές άρχισαν να κλείνουν και να αποσύρονται σταδιακά από τη χώρα.
Γεωργία, Υλοτομία, Αλιεία, Κτηνοτροφία
Η Αγκόλα είναι μια χώρα που θα μπορούσε να αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα στον τομέα της γεωργίας και κτηνοτροφίας, αν δεν είχε να αντιμετωπίσει τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που την ταλανίζει για χρόνια.
Τα ποσοστά αποδοτικότητας του πρωτογενούς τομέα παραγωγής και η συμμετοχή του στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν έχουν πέσει τρομακτικά τα τελευταία χρόνια και προβλέπεται να πέσουν ακόμα περισσότερο μέσα στα επόμενα. Σύμφωνα με εκτίμηση του 1996 ο πρωτογενής τομέας παραγωγής συμμετείχε στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε ποσοστό 7%, ποσοστό σημαντικά μικρό, αν σκεφτεί κανείς ότι την ίδια περίοδο ο πρωτογενής τομέας απασχολούσε το 85% του εργατικού δυναμικού της χώρας.
Σήμερα μόνο το 2% της συνολικής γης της Αγκόλα είναι καλλιεργήσιμο, ενώ από το ποσοστό αυτό μόνο το 1/5 καλλιεργείται συστηματικά, κυρίως στις πεδινές εκτάσεις του βορρά. Το κυριότερο προϊόν που καλλιεργείται σήμερα από τους αγρότες της Αγκόλα και εξάγεται στο εξωτερικό είναι ο καφές. Άλλα γεωργικά προϊόντα που παράγει η γη της Αγκόλα είναι η ταπιόκα, το ζαχαροκάλαμο, το καλαμπόκι, το κεχρί, το βαμβάκι, ο καπνός, οι μπανάνες, οι γλυκοπατάτες, το σιζάλ καθώς και όλα τα υποπροϊόντα της φοινικιάς.
Η κτηνοτροφία στην Αγκόλα ασκείται κυρίως στις νότιες περιοχές της χώρας. Οι βοσκότοποι το 1993 καταλάμβαναν το 23% της συνολικής έκτασης της χώρας. Στη χώρα εκτρέφονται βοοειδή, κατσίκες, χοίροι, πρόβατα, άλογα και πουλερικά. Οι αντίξοες συνθήκες ζωής και ο πόλεμος (που σε πολλές περιπτώσεις προκάλεσε ομαδικές σφαγές ζώων) όμως δεν επιτρέπουν τη συστηματική εκτροφή των ζώων αυτών, η οποία θα έδινε τη δυνατότητα εξαγωγής μεγάλων ποσοτήτων κρέατος.
Αντίθετα η όποια εκτροφή καλύπτει μόλις και μεταβίας τις εγχώριες ανάγκες, ενώ οι πολλές ασθένειες (κυρίως η ασθένεια που μεταδίδεται από τη μύγα τσε-τσε) μειώνουν συνεχώς τον αριθμό των κτηνών και στερούν από τους κατοίκους πολύτιμες ποσότητες βρώσιμου κρέατος.
Η υλοτομία της χώρας τροφοδοτείται κυρίως από τα τροπικά δάση της Καμπίντα και της βορειοδυτικής Αγκόλα. Οι ποσότητες της παραγόμενης ξυλείας παλαιότερα υπερκάλυπταν τις εσωτερικές ανάγκες της χώρας και εξάγονταν στο εξωτερικό. Σήμερα όμως οι παραγόμενες ποσότητες επαρκούν μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Μια από τις πιο φημισμένες ποικιλίες ξύλου, γνωστή σε όλον τον κόσμο, είναι αυτή του μαόνι της Αγκόλα.
Καθώς ο Ατλαντικός ωκεανός παρέχει στην Αγκόλα μεγάλες αλιευτικές δυνατότητες, η αλιεία αποτέλεσε από παλιά μια από τις κατεξοχήν παραδοσιακές δραστηριότητες της χώρας. Τον καιρό της πορτογαλικής κατοχής στην Αγκόλα είχε αναπτυχθεί αλιευτική βιομηχανία υψηλών προδιαγραφών. Ο εμφύλιος πόλεμος όμως στάθηκε καταστρεπτικός και γι` αυτή.
Σήμερα η αλιεία διεξάγεται με φιλότιμες προσπάθειες και αποφέρει σημαντικές ποσότητες αλιευμάτων, γεγονός που μαρτυρά ότι κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες η Αγκόλα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες αλιευτικές δυνάμεις του κόσμου, με πλούσια εξαγωγική δραστηριότητα στον τομέα αυτόν. Κυριότερα είδη ψαριών είναι το σκουμπρί, η σαρδέλα και ο μπακαλιάρος. Μεγάλα αλιευτικά λιμάνια της χώρας σήμερα, εκτός από την πρωτεύουσα Λουάντα, είναι το Λόμπιτο, η Μπενγκουέλα και η Ναμίμπε (πρώην Πόρτο Αλεσάντρε).
Ορυκτός πλούτος
Το υπέδαφος της Αγκόλα είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε πετρέλαιο. Τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου βρίσκονται στην επαρχία Καμπίντα και η εκμετάλλευσή τους γίνεται συστηματικά από τη δεκαετία του 1960. Η ετήσια παραγωγή ακατέργαστου πετρελαίου το 1995 έφτασε τα 32.212.000 τόνους.
Ένα μεγάλο μέρος του πετρελαίου αυτού εξάγεται στις χώρες της Δύσης, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι οι εξαγωγές πετρελαίου αποτελούν το 90% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Στην Αγκόλα υπάρχουν επίσης πλούσια κοιτάσματα διαμαντιών, σιδηρομεταλλεύματος, χρυσού, χαλκού, φωσφορικών αλάτων, ψευδαργύρου, βωξίτη, ουρανίου, καθώς και κοιτάσματα φυσικού αερίου και αλατιού.
Η διαδικασία εξόρυξης πολλών από τα παραπάνω ορυκτά έχει ανασταλεί σήμερα ολικά ή εν μέρει λόγω καταστροφής των φυσικών κοιτασμάτων από τη λαίλαπα του εμφύλιου πολέμου.
Βιομηχανία
Οι Πορτογάλοι άποικοι είχαν πετύχει να στελεχώσουν μια ισχυρή και ακμάζουσα εγχώρια βιομηχανία, η οποία είχε καταφέρει να παράγει σημαντικά βιομηχανικά προϊόντα και να προσφέρει εργασία σε χιλιάδες κατοίκους της χώρας. Φυσικά το εξειδικευμένο προσωπικό αποτελούνταν εξολοκλήρου από Πορτογάλους, ενώ οι ντόπιοι κάτοικοι χρησιμοποιούνταν μόνο ως φτηνά εργατικά χέρια.
Με την αποχώρηση των Πορτογάλων παρουσιάστηκε μια έντονη έλλειψη σε εξειδικευμένο προσωπικό, με αποτέλεσμα η βιομηχανία να συρρικνωθεί σημαντικά. Στη δεκαετία που διανύουμε, παρόλη την εμφύλια αναταραχή, ο δευτερογενής τομέας συμμετείχε στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε ποσοστό 69% (1996), απασχολώντας περίπου το 15% του εργατικού δυναμικού της χώρας.
Οι κυριότερες βιομηχανίες που λειτουργούν σήμερα ασχολούνται με την κατεργασία των προϊόντων που προέρχονται από τον πρωτογενή τομέα, δηλ. τρόφιμα και ποτά (π.χ. κρυσταλλική ζάχαρη, κρεατοσκευάσματα, ιχθυοσκευάσματα, αλεύρι, καφές, μπίρα κ.τ.λ.), καπνός, βαμβάκι κ.ά.
Σε μικρότερη κλίμακα παράγονται υφάσματα και τσιμέντο, ενώ ακόμα στη χώρα λειτουργούν και βιομηχανικές μονάδες επεξεργασίες των εγχώριων μεταλλευμάτων, όπως π.χ. διυλιστήρια πετρελαίου, μονάδες επεξεργασίας διαμαντιών, σιδηρομεταλλεύματος, χρυσού, βωξίτη, ουρανίου και φωσφορικών αλάτων.
Στον τομέα της παραγωγής ενέργειας η Αγκόλα οφείλει πολλά στην πληθώρα των ποταμών της, οι οποίοι αποτελούν σημαντικές πηγές υδροηλεκτρικής ενέργειας. Τα μεγάλα φράγματα και οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί που έχουν κατασκευαστεί σε ποταμούς όπως ο Κουάνζα, ο Ντάντε, ο Κατουμπέλα και ο Κουνένε συμβάλλουν στην παραγωγή του 75% σχεδόν της συνολικής ενέργειας της χώρας.
Το 1993 η συνολική παραγωγή ενέργειας της Αγκόλα ήταν 1.9 δισ. kwh, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων προέρχονταν από τις υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις της χώρας και οι υπόλοιπες από άλλες πηγές. Η ενεργειακή παραγωγή της Αγκόλα σήμερα υπερκαλύπτει τις τρέχουσες εγχώριες ανάγκες και παρέχει τη δυνατότητα στη χώρα να αποφεύγει την ιδιαίτερα δαπανηρή διαδικασία της εισαγωγής ενέργειας.
Εμπόριο
Ο τριτογενής τομέας της Αγκόλα, στον οποίο υπάγονται το εμπόριο, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι μεταφορές και επικοινωνίες κ.τ.λ., συμμετέχει στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν κατά 24% (1996), ποσοστό που αποτελεί χαρακτηριστικό τριτοκοσμικής χώρας με υδροκέφαλη οικονομία.
Η διαδικασία του εμπορίου στην Αγκόλα σήμερα έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από τον εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται στη χώρα και ο οποίος κάθε άλλο παρά πρόσφορες συνθήκες δημιουργεί για τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.
Παρόλα αυτά η Αγκόλα παρουσιάζει σήμερα ένα ιδιαίτερα θετικό εμπορικό ισοζύγιο, το οποίο στηρίζεται από το πλεόνασμα των εξαγωγών σε σχέση με τις εισαγωγές. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 2001 η Αγκόλα παρουσίασε ετήσιες εξαγωγές αξίας 7 δισ. δολ., ενώ την ίδια περίοδο οι ετήσιες εισαγωγές αξίας 2,7 δισ. δολ., οι εξαγωγές συνεπώς υπερκάλυψαν τις εισαγωγές.
Η πληθώρα των εξαγωγών έναντι των εισαγωγών σηματοδοτεί την πιεστική προσπάθεια της χώρας να αρκεστεί, θέλοντας και μη, στα εγχώρια αγαθά της και να πετύχει μια μορφή αυτάρκειας η οποία επιβάλλεται από την ανάγκη. Αν αναλογιστεί κανείς ότι τα παραγόμενα αγαθά της χώρας όχι μόνο καλύπτουν τις εσωτερικές της ανάγκες αλλά και ο μεγαλύτερος αριθμός απ αυτά εξάγεται στο εξωτερικό, γίνεται αντιληπτό ότι η οικονομία της Αγκόλα, με πραγματικά υποτυπώδεις συνθήκες, έχει πετύχει έναν παγκόσμιο άθλο.
Τα κυριότερα αγαθά που εισάγει σήμερα η Αγκόλα είναι προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, ηλεκτρικές συσκευές, βιομηχανικός και τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός, αυτοκίνητα, ατσάλι, υφάσματα και ενδύματα.
Οι χώρες από τις οποίες προέρχονται τα προϊόντα αυτά είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (κυρίως η Πορτογαλία λόγω της αποικιακής εξάρτησης, η Γαλλία και η Ισπανία), οι Η.Π.Α. και η Βραζιλία. Τα προϊόντα που κυρίως εξάγει η Αγκόλα είναι πετρέλαιο (καλύπτει περίπου το 90% των εξαγωγών), διαμάντια, ψάρια και γεωργικά προϊόντα, όπως καφές, σιζάλ, φοινικέλαιο καθώς και ξυλεία. Οι χώρες που δέχονται τα προϊόντα της Αγκόλα είναι κυρίως οι Η.Π.Α. (τα τελευταία χρόνια απορροφά περίπου το 40% των εξαγώγιμων προϊόντων της Αγκόλα), η Ευρωπαϊκή Ένωση (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία) και η Βραζιλία.
Εργασία και απασχόληση στην Αγκόλα
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η Αγκόλα είναι μια χώρα από τη φύση της αγροτική. Υπολογίζεται ότι το 1997 το εργατικό δυναμικό της χώρας αριθμούσε περίπου 5 εκατομμύρια άτομα. Περίπου το 85% αυτού του εργατικού δυναμικού ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης. Το υπόλοιπο 15% την ίδια περίοδο απασχολούνταν στις βιομηχανίες και τα εργοστάσια της χώρας, στον τριτογενή τομέα ή υποαπασχολούνταν περιστασιακά.
Ο πολυετής εμφύλιος πόλεμος έχει μεταβάλει αρκετά τους παραπάνω δείκτες, καθώς οι συνεχιζόμενες καταστροφές καλλιεργήσιμων εκτάσεων και οι μετακινήσεις των πληθυσμών προς ασφαλέστερες περιοχές έχουν μειώσει το ποσοστό των ασχολούμενων με τη γεωργία κατοίκων και έχουν αυξήσει αισθητά τον αριθμό των προσφύγων και κατά συνέπεια υποχρεωτικά ανέργων.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους εργαζόμενους στο δευτερογενή τομέα καθώς αρκετές βιομηχανίες αναστέλλουν τη λειτουργία τους λόγω του πολέμου ή της έλλειψης πόρων. Γενικά στη σημερινή Αγκόλα κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για οργανωμένη εργασία και απασχόληση, καθώς καθημερινό φαινόμενο αποτελούν η προσφυγιά, η μεγάλη ανεργία στις πόλεις, η εξαθλίωση και ο υποσιτισμός στην ύπαιθρο.
Ο πόλεμος έχει δημιουργήσει τις χειρότερες εργασιακές συνθήκες που γνώρισε η Αγκόλα τα τελευταία χρόνια, ενώ η εξεύρεση έστω και υποτυπώδους εργασίας για την εξασφάλιση της επιβίωσης αποτελεί μέγιστη πολυτέλεια.
Μεταφορές και τηλεπικοινωνιακό δίκτυο
Οι οδικές συγκοινωνίες στην Αγκόλα καλύπτονται από ένα οδικό δίκτυο συνολικού μήκους 76.626 χλμ., τα περισσότερα από τα οποία σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν από τους Πορτογάλους αποίκους (επίσημος υπολογισμός του 1997). Το 50% σχεδόν του δικτύου αυτού είναι σήμερα ασφαλτοστρωμένο, ενώ για το υπόλοιπο καταβάλλονται προσπάθειες να ασφαλτοστρωθεί και να επεκταθεί φτάνοντας μέχρι και τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Φυσικά και το οδικό δίκτυο έχει υποστεί σήμερα καταστροφές και δολιοφθορές από τις ανταρτικές δυνάμεις που μάχονται στη χώρα, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται ασφάλεια στα οδικά ταξίδια.
Οι συγκοινωνίες στην Αγκόλα εξυπηρετούνται και από σιδηροδρομικό δίκτυο συνολικού μήκους 2.771 χλμ. (επίσημος υπολογισμός του 2000). Η κεντρική σιδηροδρομική γραμμή της χώρας, η “Γραμμή Μπενγκουέλα”, αποτελεί την κυριότερη διέξοδο των προϊόντων της Ζάμπια και των νότιων επαρχιών της Δημοκρατίας του Κονγκό προς τα λιμάνια του Ατλαντικού (κυρίως το λιμάνι Λόμπιτο).
Η “Γραμμή Μπενγκουέλα” σήμερα λειτουργεί σε περιορισμένο βαθμό εξαιτίας της εμφύλιας διαμάχης, ενώ την περίοδο 1975-80 είχε ανασταλεί τελείως η λειτουργία της. Τα κυριότερα λιμάνια της Αγκόλα στον Ατλαντικό ωκεανό είναι το Λόμπιτο, η Λουάντα, η Καμπίντα και το Ναμίμπε (πρώην Πόρτο Αλεσάντρε). Σήμερα στην Αγκόλα υπάρχει ένα μόνο διεθνές αεροδρόμιο, που βρίσκεται στην πρωτεύουσα Λουάντα και παρουσιάζει μεγάλη κίνηση.
Άλλο σημαντικό αεροδρόμιο είναι αυτό του Χουάμπο. Ο εθνικός αερομεταφορέας της χώρας ονομάζεται επίσημα “Transportes Aereas de Angola” (TAAG) και διευθύνεται από το κράτος. Εκτός από την TAAG μερικές μόνο ξένες εταιρείες εξυπηρετούν αεροπορικά την Αγκόλα. Λόγω της έλλειψης επαρκούς και ασφαλούς οδικού δικτύου η TAAG έχει καταφέρει να οργανώσει και ένα αξιόλογο δίκτυο εσωτερικών δρομολογίων, συνδέοντας την πρωτεύουσα με τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας: το Χουάμπο, την Καμπίντα, τη Λουμπάνγκο, την Κουίτο κ.ά.
Ο τομέας των επικοινωνιών στην Αγκόλα παρουσιάζει σήμερα τρομερές ελλείψεις και αποτελεί ενισχυτικό παράδειγμα των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης που επικρατούν στη χώρα. Χαρακτηριστικό για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες είναι ότι το 1998 στην Αγκόλα υπήρχαν 72.000 τηλέφωνα, αριθμός που αντιστοιχούσε σε 1 τηλέφωνο ανά 100 περίπου κατοίκους. Στον τομέα των Μ.Μ.Ε., το 2000, στη χώρα υπήρχαν 815.000 ραδιόφωνα και 196.000 τηλεοράσεις.
Το 1990 στην Αγκόλα κυκλοφορούσαν 4 ημερήσιες εφημερίδες. Οι μεγαλύτερες και πιο έγκυρες είναι οι “Diario de Republica” και “O Jornal de Angola”, με έδρα τους την πρωτεύουσα. Η μέση ημερήσια κυκλοφορία όλων των εφημερίδων το 1990 αντιστοιχούσε σε 13 εφημερίδες ανά 1.000 κατοίκους. Από πλευράς ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών το 2000 στην Αγκόλα λειτουργούσαν 34 ραδιοσταθμοί και 6 τηλεοπτικά κανάλια. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σύνολο σχεδόν των εφημερίδων, των ραδιοσταθμών και των τηλεοπτικών καναλιών ανήκει στο κράτος και ελέγχεται απ` αυτό. Η παρουσία του κράτους στον τομέα των Μ.Μ.Ε. είναι καταλυτική, ενώ το όλο καθεστώς λειτουργίας τους αποτελεί κρατικό μονοπώλιο.
Τουρισμός
Μια χώρα στην οποία μαίνεται για χρόνια ο εμφύλιος πόλεμος και δρουν ανεξέλεγκτα ανταρτικές ομάδες, φυσικά δεν αποτελεί ενδεδειγμένο και ασφαλές τόπο διακοπών, ούτε προσφέρεται για επισκέψεις ξένων τουριστών. Μολονότι πάντως το 1992 επισκέφθηκαν την Αγκόλα 40.000 περίπου τουρίστες, η χώρα με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα δεν μπορεί να ελπίζει στο συνάλλαγμα από τον τουρισμό για να αυξήσει τα έσοδα και τους πόρους της ούτε μπορεί να εγγυηθεί ασφάλεια στους ξένους τουρίστες, οι οποίοι ενδεχομένως θα ήθελαν να την επισκεφθούν. Συνεπώς ο τουρισμός δεν παρουσιάζει καμία προοπτική εξέλιξης στη χώρα αν δε βελτιωθούν οι συνθήκες.
Οι κάτοικοι της Αγκόλα
Δημογραφικά στοιχεία
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ο πληθυσμός της Αγκόλα είναι 10.593.171 κάτοικοι (εκτ. 2002), αριθμός που αντιστοιχεί σε 9 κατοίκους ανά τ. χλμ. Η Αγκόλα σε πληθυσμό αποτελεί τη 19η κατά σειρά χώρα της Αφρικής, ενώ η κατανομή του πληθυσμού της την κατατάσσει ανάμεσα στις πιο αραιοκατοικημένες χώρες όλου του κόσμου.
Παρ` όλα αυτά η παραπάνω κατανομή δεν είναι αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας, καθώς το 70% σχεδόν του πληθυσμού της Αγκόλα είναι συγκεντρωμένο στο βορρά και στην παράκτια ζώνη. Το υπόλοιπο 30% είναι κατανεμημένο ανόμοια κυρίως στις πόλεις της υπόλοιπης επικράτειας ή αποτελείται από ομάδες πληθυσμών που ζουν στα υψίπεδα.
Γενικά το φαινόμενο της κατανομής του πληθυσμού συνδέεται οργανικά με τη διάκριση μεταξύ αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Το 1996 υπολογίστηκε ότι το 68,4% του πληθυσμού ασχολούνταν με τη γη και κατοικούσε στις πεδιάδες του βορρά και των παραλίων του Ατλαντικού, ενώ το υπόλοιπο 31,6% απασχολούνταν και ζούσε στις πόλεις.
Σήμερα κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με ακρίβεια για τόπους συγκέντρωσης των πληθυσμών της Αγκόλα, καθώς ο εμφύλιος πόλεμος με τις καταστροφές που προκαλεί υποχρεώνει τους κατοίκους να μετακινούνται συνεχώς ψάχνοντας καταφύγιο.
Ο μέσος όρος ζωής το 2002 ήταν 39 χρόνια (κατά φύλο: 38 χρόνια για τους άνδρες και 40 χρόνια για τις γυναίκες), δείκτες εξαιρετικά χαμηλοί και από τους χαμηλότερους σε όλο τον κόσμο. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί ότι το 2002 ο δείκτης ετήσιας γεννητικότητας ήταν 4,6% ενώ ο δείκτης ετήσιας θνησιμότητας άγγιζε το 2,4%. Για την ίδια περίοδο η βρεφική θνησιμότητα κυμαίνονταν στους 192 θανάτους ανά 1.000 γεννήσεις, ποσοστό σημαντικά υψηλό.
Από το συμψηφισμό των παραπάνω δεικτών προκύπτει ο δείκτης ετήσιας αύξησης του πληθυσμού, ο οποίος για το 2002 είχε διαμορφωθεί στο 2,18%.
Όλοι οι παραπάνω δείκτες στοιχειοθετούν την εικόνα μιας τυπικής τριτοκοσμικής χώρας, η οποία αντιμετωπίζει πληθώρα γεννήσεων αλλά και έκρηξη θανάτων (ιδίως βρεφικών) και στην οποία ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού σαφώς δεν επηρεάζεται από την υπογεννητικότητα αλλά από τις πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης και τον πόλεμο, δύο παράγοντες που στερούν από την Αγκόλα ένα ζωτικό κομμάτι του πληθυσμού της.
Άμεση απόρροια της παραπάνω δημογραφικής εικόνας αποτελεί ο χαμηλός μέσος όρος ζωής και η συσσώρευση των κατοίκων στις μικρές ηλικιακές κατηγορίες. Σύμφωνα με τις διεθνείς εκτιμήσεις ο πληθυσμός της Αγκόλα, με βάση το ρυθμό ανάπτυξης που ισχύει σήμερα και συνυπολογίζοντας τα ετήσια ποσοστά θνησιμότητας, αναμένεται το 2010 να φτάσει τα 14.982.000 κατοίκους και το 2020 τα 19.272.000 κατοίκους. Φυσικά αν ο εμφύλιος πόλεμος συνεχιστεί στη χώρα με την ίδια σφοδρότητα, η οποία πολλές φορές οδηγεί σε εκατόμβες θυμάτων, οι εκτιμήσεις αυτές μπορεί και να διαψευστούν.
Μετανάστευση (εσωτερική και εξωτερική)
Η εσωτερική μετανάστευση των κατοίκων της Αγκόλα καθορίζεται αποκλειστικά από τον εμφύλιο πόλεμο και τα κατά τόπους μέτωπά του. Οι συνεχείς εχθροπραξίες και δολιοφθορές των ανταρτικών ομάδων αναγκάζει τους πληθυσμούς σε συνεχείς μετακινήσεις προς τις λιγότερο ταραχώδεις περιοχές, μετατρέποντάς τους σε ένα ιδιότυπο είδος προσφύγων μέσα στην ίδια τους τη χώρα.
Ομοίως αρκετοί αγρότες μετά την καταστροφή των εδαφών και των καλλιεργειών τους από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις μετακινούνται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, αναζητώντας εργασία. Χαρακτηριστικό είναι ότι από το 1990 και μετά ο ρυθμός αύξησης των αστικών κέντρων κυμαίνεται στο 5,75 ετησίως, γεγονός που φανερώνει τις απαρχές προβλήματος αστυφιλίας στη χώρα.
Όσον αφορά την εξωτερική μετανάστευση ο σχετικός δείκτης το 1995 είχε διαμορφωθεί στους 5 μετανάστες/1.000 κατοίκους, δηλαδή ανά 1.000 κατοίκους η Αγκόλα δέχεται 5 ξένους μετανάστες παραπάνω απ` όσους χάνει, τιμή που την καθιστά την 3η κατά σειρά αφρικανική χώρα σε υποδοχή ξένων μεταναστών μετά την Γκάμπια και την Γκαμπόν.
Η τιμή αυτή αποτελεί ένα ενδιαφέρον παράδοξο αν αναλογιστεί κανείς ότι μια χώρα στην οποία ο εμφύλιος πόλεμος γνωρίζει τα τελευταία χρόνια δραματική αναζωπύρωση δεν αποτελεί ενδεδειγμένο καταφύγιο για ξένους μετανάστες. Παρ` όλα αυτά οι απελπισμένοι και αποδεκατισμένοι από τη φτώχεια και το λιμό αφρικανικοί πληθυσμοί (κυρίως από τις γειτονικές Ναμίμπια και Δημοκρατία του Κονγκό) συρρέουν στην κάπως πιο προηγμένη (λόγω της πολύχρονης αποικιοκρατίας) Αγκόλα, αποφασισμένοι να υποστούν τα δεινά του εμφυλίου προκειμένου να επιβιώσουν.
Φυσικά η Αγκόλα με τη δεδομένη κατάσταση που επικρατεί σήμερα αδυνατεί να παράσχει ασφαλές καταφύγιο και να συντηρήσει τους προσφυγικούς πληθυσμούς. Οι κάτοικοι της Αγκόλα αντίθετα, κυρίως αυτοί που έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από τις καταστροφές του εμφυλίου, εγκαταλείπουν τη χώρα με δική τους πρωτοβουλία ή κάτω από πίεση και καταφεύγουν σε ξένες χώρες όπως οι Η.Π.Α. και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύοντας το φαύλο κύκλο της μετανάστευσης.
Σύνθεση πληθυσμού
Ο πληθυσμός της Αγκόλα συγκροτείται από 90 και παραπάνω διαφορετικές ομάδες, οι περισσότερες από τις οποίες όμως έχουν κοινή μπαντουική καταγωγή (ανήκουν στην ευρύτερη φυλή των Μπαντού). Οι διαφορές μεταξύ των ομάδων αυτών συνίστανται κυρίως στη φυλή και στη γλώσσα και αποτελούν το βασικό παράγοντα του εθνικού διχασμού της χώρας, ο οποίος έχει οδηγήσει και σε έναν εμφύλιο πόλεμο χωρίς ορατό τέλος.
Άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο του φυλετικού μωσαϊκού της Αγκόλα είναι ότι παρά την ύπαρξη 90 και πλέον φυλετικών ομάδων, οι σημαντικότερες από αυτές είναι 5 και σ` αυτές ανήκουν τα 3/4 σχεδόν του σημερινού πληθυσμού της χώρας. Η επικρατούσα φυλετική ομάδα, που συγκεντρώνει και το μεγαλύτερο ποσοστό πληθυσμού, είναι οι Μπούντου ή Οβιμπούντου (Mbundu ή Ovimbundu), οι οποίοι αριθμούν σχεδόν το 37% του πληθυσμού και ζουν στα κεντρικά και νότια υψίπεδα.
Η δεύτερη, κατά σειρά πληθυσμού, φυλετική ομάδα είναι οι Κιμπούντου (Kimbundu), που αποτελούν το 25% περίπου του πληθυσμού και ζουν στη βόρεια και κεντρική παράκτια ζώνη. Οι άλλες μικρότερες φυλετικές ομάδες είναι οι Μπακόνγκο ή Κόνγκο (Bakongo ή Kongo) που συγκεντρώνουν το 13% του πληθυσμού και ζουν στα βορειοδυτικά σύνορα με τη Δημοκρατία του Κονγκό. Άλλες φυλές είναι οι Σοκούε (Chokwe) και οι Λούντα (Lunda), οι οποίοι ως επί το πλείστον κατοικούν στην ανατολική Αγκόλα, οι Νγκανγκουέλα (Nganguela) που ζουν κυρίως στα νοτιοανατολικά της χώρας, οι Νουανέκα-Χούμπε, οι Λουβάλε, οι Λουχάζι, οι Άμπο και οι Μπούντα.
Στη χώρα κατοικούν επιπλέον και μερικές φυλετικές ομάδες οι οποίες δεν έχουν μπαντουική προέλευση και αντιπροσωπεύουν το 22% περίπου του πληθυσμού. Οι κυριότερες από αυτές είναι η βουσμανική φυλή Σαν (San) και η φυλή των Κόι Κόι (Khoi Khoi). Οι ευρωπαϊκής καταγωγής κάτοικοι της χώρας αντιπροσωπεύουν σήμερα μόλις το 1% του συνολικού πληθυσμού, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι Πορτογάλοι.
Η κοινότητα των 400.000 σχεδόν Πορτογάλων που ζούσε στην Αγκόλα μέχρι το 1975 σήμερα έχει περιοριστεί μόλις στο 1/10, καθώς μετά την ανεξαρτητοποίηση οι περισσότεροι από αυτούς εγκατέλειψαν τη χώρα. Χαρακτηριστικό κομμάτι της κοινωνίας της χώρας είναι και οι κάτοικοι μιγαδικής καταγωγής, αποτέλεσμα των μακροχρόνιων επιμειξιών(2%).
Θρησκεία
Η κυρίαρχη θρησκεία στην Αγκόλα σήμερα είναι η χριστιανική ρωμαιοκαθολική, την οποία έφεραν στη χώρα οι Πορτογάλοι άποικοι και μέσω των ιεραποστόλων τους τη διέδωσαν σε όλη τη χώρα. Παρόλο που η ρωμαιοκαθολική θρησκεία επιβλήθηκε από τους αποικιοκράτες στους κατοίκους σχεδόν εκβιαστικά και παραμέρισε τη λατρεία πατροπαράδοτων τοπικών θρησκειών, μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας διατηρήθηκε κανονικά και σήμερα αποτελεί την κυρίαρχη θρησκευτική κοινότητα αντιπροσωπεύοντας το 65% περίπου του πληθυσμού. Ακολουθούν με μικρή απήχηση τα προτεσταντικά δόγματα, τα οποία αριθμούν το 20% σχεδόν του πληθυσμού.
Οι μη χριστιανοί κάτοικοι της χώρας υπολογίζονται γύρω στο 10% του πληθυσμού και διατηρούν τη λατρεία των αρχαίων τοπικών ανιμιστικών θρησκειών που συναντά κανείς σε ολόκληρη την Αφρική. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρξιστικού προσανατολισμού κυβέρνηση της Αγκόλα, παρεμπόδισε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80 και μετά την ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών δικαιωμάτων των πολιτών. Για κάποια χρόνια η λειτουργία των θρησκειών δοκιμάστηκε αλλά στις αρχές της δεκαετίας του90 η απαγόρευση ατόνησε και σχεδόν ξεχάστηκε. Την ίδια περίοδο θεσπίστηκε στη χώρα το δικαίωμα της ανεξιθρησκείας και αναγνωρίστηκε η ισότητα όλων των λατρευόμενων θρησκειών.
Γλώσσα
Η επίσημη γλώσσα της Αγκόλα είναι η πορτογαλική και χρησιμοποιείται στη δημόσια διοίκηση, στο εμπόριο, στην εκπαίδευση, στις διεθνείς σχέσεις κ.α. Η συντριπτική πλειοψηφία όμως των κατοίκων στην καθημερινή τους ζωή χρησιμοποιεί τις ντόπιες γλώσσες μπαντού. Οι γλώσσες αυτές είναι διαφορετικές για κάθε φυλετική ομάδα.
Η περισσότερο διαδομένη είναι η ουμπούντου (umbundu), η οποία χρησιμοποιείται από τους Οβιμπούντου. Άλλες διαδεδομένες γηγενείς γλώσσες είναι η κιμπούντου (kimbundu) που ομιλείται από τους Κιμπούντου, η κικόνγκο (kikongo) που ομιλείται από τους Μπακόνγκο ή Κόνγκο και η λουάντα (luanda) που ομιλείται από τους Σοκούε-Λούντα. Πλην των παραπάνω, στην Αγκόλα ομιλούνται ακόμα αναρίθμητες άλλες τοπικές διάλεκτοι και ιδιώματα, προϊόντα της φυλετικής και γλωσσικής πολυχρωμίας του πληθυσμού.
Πολιτειακή και κοινωνική οργάνωση
Πολίτευμα και συνταγματικοί θεσμοί
Η επίσημη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αγκόλα από την Πορτογαλία έγινε στις 11 Νοεμβρίου 1975. Το πρώτο σύνταγμα που θεσπίστηκε τότε (και αναθεωρήθηκε το 1978, το 1980, το 1991 και το 1992) καθόριζε ως επίσημο πολίτευμα της χώρας τη μεταβατικής μορφής δημοκρατία και έδινε στην Αγκόλα τον τίτλο της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας.
Στην ουσία όμως η δημοκρατία αυτή ήταν αυστηρά μονοκομματική καθώς όλη η εξουσία ασκούνταν από ένα και μοναδικό νόμιμο πολιτικό κόμμα, το “Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο της Αγκόλα-Κόμμα Εργασίας”, γνωστό ως MPLA (Movimento Popular de Libertac a o de Angola-Partido de Trabalho / MPLA-PdT).
Η διακήρυξη του συντάγματος επίσης καθόριζε ότι αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του και τις αρμοδιότητες του πρωθυπουργού. Κυρίαρχο νομοθετικό όργανο ορίστηκε η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση με τα 206 μέλη της. Η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση, όπως καθόριζε το σύνταγμα, προκύπτει από εθνικές εκλογές στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι πολίτες της χώρας άνω των 18 ετών.
Σύμφωνα λοιπόν με το σύνταγμα του 1975 το αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας ανατέθηκε στον αρχηγό του MPLA, απόφαση που επικυρώθηκε και από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση, η οποία όμως είχε στελεχωθεί εξολοκλήρου από μέλη του MPLA. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στο αντίπαλο, εκτός νόμου, κόμμα της “Εθνικής Ένωσης για την Ολοκληρωτική Ανεξαρτησία της Αγκόλα”, γνωστής ως UNITA (Unia o Nacional para a Independencia Total de Angola/UNITA). Η UNITA κατάγγειλε το MPLA για εξαπάτηση του λαού και δικτατορική πολιτική, ενώ ταυτόχρονα ομάδες ανταρτών της ξεκίνησαν τον εμφύλιο πόλεμο.
Η ανακωχή που επιτεύχθηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές το 1991 οδήγησε στην υπογραφή ειρηνευτικών συμφωνιών (με τη διαμεσολάβηση του Ο.Η.Ε.) μεταξύ του MPLA και της UNITA. Οι συμφωνίες αυτές πρόβλεπαν βασικά την αναθεώρηση του συντάγματος με τη νομιμοποίηση όλων των πολιτικών κομμάτων της χώρας, την προκήρυξη νέων πολυκομματικών βουλευτικών εκλογών για τη στελέχωση της νέας Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης (με 220 μέλη αυτή τη φορά), ενώ εισήγαγε επίσημα και το αξίωμα του πρωθυπουργού.
Για την τήρηση των συμφωνιών συστάθηκε κοινή επιτροπή από το MPLA και την UNITA, η οποία με τη συνδρομή των Ηνωμένων Εθνών θα έφερνε σε πέρας αδιάβλητες, έγκυρες αλλά κυρίως αναίμακτες εκλογές.
Οι εκλογές διεξήχθησαν τελικά το Σεπτέμβριο του 1992 κάτω από σχετικά ομαλές συνθήκες. Μεγάλος νικητής αναδείχθηκε το MPLA, το οποίο έλαβε το 49,6% των ψήφων και απέκτησε την πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση. Πρόεδρος της χώρας ανακηρύχθηκε ο Χοσέ Εντουάρντο Ντος Σάντος (Jose Eduardo Dos Santos), αρχηγός του MPLA και πρόεδρος της Αγκόλα από το 1979. Δυστυχώς ο ηγέτης της UNITA, Γιόνας Σαβίμπι (Jonas Savimbi) δεν αναγνώρισε το αποτέλεσμα των εκλογών, κατηγόρησε τους νικητές για νοθεία και εκφοβισμό των πολιτών, αρνήθηκε να αναλάβει το ρόλο της αντιπολίτευσης και κήρυξε πάλι τον πόλεμο στο MPLA.
Από τότε και μέχρι σήμερα ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα από πριν, τα μίση είναι οξυμένα, ενώ το θέμα του πολιτεύματος παραμένει θολό και μετέωρο. Κανένα σύνταγμα δεν τηρείται πλέον στη χώρα και παντού επικρατεί αναρχία και ο νόμος της ζούγκλας, ενώ όπως είναι φυσικό κάθε δημοκρατική κοινοβουλευτική διαδικασία έχει ανασταλεί.
Οι κυριότεροι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους σήμερα συμμετέχει η Αγκόλα (σε μερικούς απ` αυτούς έστω και τυπικά καθώς λόγω της έκρυθμης κατάστασης αδυνατεί να αποστέλλει μόνιμη αντιπροσωπεία) είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας, η INTERPOL , η INTELSAT κ.ά. Οι περισσότεροι από τους παραπάνω οργανισμούς και κυρίως ο Ο.Η.Ε. καταβάλλουν υπεράνθρωπες μεσολαβητικές προσπάθειες για να τερματιστεί ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος και να αποκατασταθεί η τάξη στη χώρα.
Υγεία και πρόνοια
Ο τομέας της υγείας και της πρόνοιας στην Αγκόλα έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από τον εμφύλιο πόλεμο. Οι υποτυπώδεις συνθήκες υγειονομικής κάλυψης και πρόνοιας του πληθυσμού που επικρατούσαν μετά την ανεξαρτητοποίηση έχουν γίνει με το πέρασμα των χρόνων τραγικές. Η υγειονομική περίθαλψη στην Αγκόλα είναι κατά το σύνταγμα δωρεάν, παρ` όλα αυτά η πρόσβαση σε γιατρούς, φάρμακα και νοσοκομειακές κλίνες σήμερα έχει γίνει τρομερά δύσκολη αν όχι ακατόρθωτη.
Το πρόβλημα είναι περισσότερο οξυμένο στις αγροτικές περιοχές όπου οι κάτοικοι είναι εκτεθειμένοι σε ένα πλήθος από ασθένειες και επιδημίες, οι οποίες κυριολεκτικά αποδεκατίζουν τους πληθυσμούς κατά χιλιάδες, κυρίως τα βρέφη και τα παιδιά.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ποσοστό της βρεφικής θνησιμότητας στην Αγκόλα το 2002 ήταν τραγικά υψηλό αγγίζοντας τους 191,66 θανάτους ανά 1.000 γεννήσεις. Η κατάσταση στα μεγάλα αστικά κέντρα είναι κάπως καλύτερη, παρόλο που και εκεί εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ζουν καθημερινά μέσα σε άθλιες συνθήκες υγιεινής σιτιζόμενοι υποτυπωδώς.
Οι στατιστικοί δείκτες πρόσβασης του πληθυσμού σε νοσοκομειακές κλίνες και γιατρούς είναι ενδεικτικοί των θλιβερών συνθηκών της δημόσιας υγείας και περίθαλψης. Η χαοτική κατάσταση την οποία έχει φέρει στη χώρα ο εμφύλιος πόλεμος έχει παραλύσει κάθε πρόγραμμα υγείας, ενώ η αδυναμία πρόσβασης σε πολλές περιοχές της χώρας όπου μαίνονται οι μάχες και η έλλειψη φαρμάκων έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού να πεθαίνει αβοήθητο κάθε μέρα.
Οι εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, που αναγκάστηκαν λόγω του πολέμου να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, ζουν σήμερα σε καταυλισμούς προσφύγων κάτω από άθλιες συνθήκες, ενώ οι νάρκες πλήττουν καθημερινά τους άμαχους κυρίως πληθυσμούς και ευθύνονται για χιλιάδες θανάτους, ακρωτηριασμούς και μόνιμες σωματικές βλάβες (την περίοδο 1991-1997 στην Αγκόλα έχασαν τη ζωή τους από τις νάρκες 40.000 άτομα, ενώ ο αριθμός των διάσπαρτων ναρκών που απειλεί τον πληθυσμό σήμερα είναι περίπου 3.500.000).
Σε μερικές περιοχές η κατάσταση έχει φτάσει σε τόσο απροχώρητο σημείο, ώστε οι νεκροί του πολέμου να παραμένουν κατά εκατοντάδες άταφοι αποτελώντας μόνιμη αιτία μολυσματικών ασθενειών και επιδημιών για τους ζωντανούς.
Οι σημαντικότερες ασθένειες που απειλούν σήμερα τους δοκιμαζόμενους κατοίκους της Αγκόλα είναι η μαλάρια, η χολέρα, η δυσεντερία, οι αναπνευστικές ασθένειες (λόγω των χημικών αερίων) αλλά και τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (όπως το AIDS) καθώς κάθε έννοια σεξουαλικής προφύλαξης είναι άγνωστη στη χώρα. Αν στις παραπάνω ασθένειες προστεθεί και ο υποσιτισμός, η έλλειψη του καθαρού νερού και η παντελής απουσία του ελέγχου των γεννήσεων, τότε έχουμε μπροστά μας την εικόνα μιας χώρας στην οποία ο πληθυσμός δίνει κάθε μέρα τον υπέρ πάντων αγώνα για να επιβιώσει.
Η κατάσταση πλέον είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί από το εσωτερικό, γι` αυτό και οι διεθνείς οργανισμοί (UNICEF, Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας) καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να συνδράμουν με την οργάνωση εκστρατειών υγείας και αποστολές γιατρών και φαρμάκων στη χώρα.
Εκπαίδευση
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει η Αγκόλα στον τομέα της εκπαίδευσης είναι φυσικά το πρόβλημα του αναλφαβητισμού των κατοίκων της. Το πρόβλημα αυτό, παρά το γεγονός ότι η πρώτη ανεξάρτητη κυβέρνηση είχε εκπονήσει προγράμματα επιμόρφωσης, έχει διακοπεί τελείως εξαιτίας του εμφύλιου πολέμου.
Το σύνταγμα στον τομέα της εθνικής παιδείας πρόβλεπε την υποχρεωτική και δωρεάν εκπαίδευση για όλα τα παιδιά από 7 έως 15 ετών σε δημόσια σχολεία, καθόριζε όμως ως επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης την πορτογαλική. Σήμερα κανείς δεν μπορεί να καθορίσει με ακρίβεια τον αριθμό των σχολείων που δεν έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους λόγω του πολέμου, καθώς και τον αριθμό των μαθητών που φοιτούν στα σχολεία αυτά. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι πολύ λίγα σχολεία λειτουργούν κανονικά σήμερα, κυρίως στις μεγάλες πόλεις.
Στις αγροτικές περιοχές που έχουν πληγεί περισσότερο από τη λαίλαπα του πολέμου θεωρείται σχεδόν απίθανο να υπάρχουν σχολεία σε λειτουργία, κυρίως και εξαιτίας της μεγάλης έλλειψης δασκάλων.
Το 1998 το ποσοστό των κατοίκων της χώρας που είχαν λάβει στοιχειώδη έστω μόρφωση ήταν γύρω στο 42%. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται σήμερα ότι έχει πέσει γύρω στο 30% και έχει σαφή πτωτική τάση καθώς οι θάνατοι έχουν αυξηθεί και τα παιδιά της κατάλληλης για μόρφωση ηλικίας αδυνατούν να την παρακολουθήσουν.
Το υπόλοιπο 70% περίπου του πληθυσμού χαρακτηρίζεται από παντελή σχεδόν έλλειψη μόρφωσης και αναλφαβητισμό. Στη χώρα λειτουργεί και ένα πανεπιστήμιο, το οποίο βρίσκεται στην πρωτεύουσα Λουάντα και ιδρύθηκε το 1963 από τους αποίκους εξυπηρετώντας καθαρά τις ανάγκες των Πορτογάλων κατοίκων για πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Το πανεπιστήμιο αυτό μετονομάστηκε το 1976 σε “Πανεπιστήμιο Αγκοστίνο Νέτο” προς τιμή του ηγέτη του MPLA και πρώτου προέδρου της ανεξάρτητης Αγκόλα. Στο πανεπιστήμιο αυτό στα μέσα του 1985 φοιτούσαν 4.500 περίπου φοιτητές.
Ένοπλες δυνάμεις
Η δημιουργία τακτικού στρατού στην ανεξάρτητη Αγκόλα οργανώθηκε και στηρίχτηκε κυρίως από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και την Κούβα, οι οποίες έσπευσαν αμέσως να συνδράμουν τη μαρξιστικού προσανατολισμού κυβέρνηση του MPLA και να εντάξουν την Αγκόλα στο μπλοκ των δικών τους χωρών. Η πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και η Κούβα παραχώρησαν στρατιωτικό εξοπλισμό αλλά και στελέχη στο στρατό της Αγκόλα για την καλύτερη οργάνωση και εκπαίδευσή του.
Το βασικό κορμό του υπό διαμόρφωση στρατού αποτέλεσε το ένοπλο τμήμα του MPLA, το οποίο λάμβανε ενεργό μέρος στον εμφύλιο πόλεμο. Ταυτόχρονα οι αντίπαλες ένοπλες δυνάμεις της UNITA στελέχωσαν το δικό τους ανταρτικό στρατό για να αντιμετωπίσουν τις κυβερνητικές δυνάμεις. Το 1990 ο στρατός ξηράς της χώρας αριθμούσε 91.500 άνδρες, το ναυτικό 1.500 άνδρες και η αεροπορία 7.000 άνδρες, χωρίς να γνωρίζει κανείς την πλήρη δύναμη των ανδρών της UNITA.
Σήμερα, μετά από χρόνια εχθροπραξιών, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ακρίβεια την αριθμητική δύναμη των αντίπαλων δυνάμεων καθώς οι απώλειές τους είναι καθημερινές, ενώ και οι δύο πλευρές ενισχύονται από μυστικούς εξοπλισμούς.
Διοικητική διαίρεση
Επαρχίες και περιφέρειες στην Αγκόλα
Η Αγκόλα διαιρείται σήμερα σε 18 διοικητικά διαμερίσματα-επαρχίες, τα οποία με τη σειρά τους διαιρούνται σε μικρότερες κοινότητες. Αυτή η βασικά απλή μορφή τοπικής αυτοδιοίκησης διοικείται από τον επαρχιακό επίτροπο, ο οποίος προΐσταται του Επαρχιακού Συμβουλίου και εκλέγεται από εκλογές που διενεργούνται στα όρια κάθε επαρχίας. Ο επαρχιακός επίτροπος λογοδοτεί απευθείας στον πρόεδρο της χώρας, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι τα περισσότερα Επαρχιακά Συμβούλια καθώς και οι επίτροποί τους ελέγχονται από το MPLA.
Πρωτεύουσα και Πόλεις
Πρωτεύουσα της Αγκόλα είναι η Λουάντα με πληθυσμό 1.460.000 (εκτίμηση 1998). Η Λουάντα βρίσκεται στις βόρειες ακτές του Ατλαντικού, λίγο πιο βόρεια από το σημείο όπου ο ποταμός Κουάνζα εκβάλλει στον ωκεανό. Η πόλη φημίζεται για το λιμάνι της, από το οποίο καθημερινά διοχετεύονται σε όλο τον κόσμο τα προϊόντα τόσο της ίδιας της χώρας όσο και ολόκληρης της κεντροδυτικής Αφρικής. Το λιμάνι της Λουάντα ήταν ένα από τα κυριότερα αφρικανικά λιμάνια απ` όπου τα πορτογαλικά πλοία μετέφεραν τα πλήθη των αφρικανών σκλάβων στην Αμερική και τη Βραζιλία.
Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι η Χουάμπο (203.000 κατ. το 1983), χτισμένη σε υψόμετρο 1.701 μ., στις παρυφές της κορυφής Μοκό του οροπεδίου Μπιέ. Η πόλη Χουάμπο χτίστηκε το 1912 από τους Πορτογάλους, οι οποίοι ήθελαν να δημιουργήσουν μια πόλη στα ευρωπαϊκά πρότυπα, χτισμένη εξολοκλήρου από την αρχή, γι` αυτό και της έδωσαν το όνομα “Νέα Λισσαβόνα” (Nova Lisboa).
Η ονομασία Χουάμπο υιοθετήθηκε μετά την ανεξαρτησία. Η πόλη σήμερα αποτελεί μεγάλο διαμετακομιστικό κέντρο στην καρδιά της χώρας, διαθέτει το μεγαλύτερο σιδηροδρομικό σταθμό της “Γραμμής Μπενγκουέλα” και διοχετεύει τα προϊόντα της κεντρικής Αγκόλα αλλά και των γειτονικών χωρών στο λιμάνι της Λουάντα.
Άλλες αξιόλογες πόλεις είναι η Μπενγκουέλα, στις ακτές του Ατλαντικού νοτίως της Λουάντα με πληθυσμό 155.000 κατ. (εκτίμηση 1983), το Λομπίτο, λιμάνι πολύ κοντά στην Μπενγκουέλα με πληθυσμό 150.000 κατ. (εκτίμηση 1983) και το Λουμπάνγκο στα νοτιοδυτικά της Αγκόλα με πληθυσμό 105.000 κατ. (εκτίμηση 1983).
Πολιτισμός στην Αγκόλα
Η μακραίωνη πορτογαλική κατοχή προσπάθησε να εκπολιτίσει τους ιθαγενείς πληθυσμούς της Αγκόλα επιβάλλοντας όμως τη δυτικότροπη κουλτούρα και την πολιτιστική ταυτότητα της Ευρώπης. Η επιβολή αυτή δεν υπήρξε πάντα ειρηνική, ενώ έβρισκε αντίθετους τους ντόπιους πληθυσμούς, οι οποίοι έβλεπαν στην πολιτιστική τους ταυτότητα το όπλο για να αμυνθούν στην ξένη κατάκτηση. Ομοίως έβλεπαν κάθε “φιλόδοξη” εκπολιτιστική προσπάθεια των κατακτητών ως προσπάθεια φίμωσης της ίδιας τους της έκφρασης.
Σήμερα όλη η πολιτιστική κίνηση της χώρας συντονίζεται από το Εθνικό Συμβούλιο Πολιτισμού. Παρ` όλα αυτά η μακραίωνη πορτογαλική εξάρτηση είναι φανερή κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου και με τις ευλογίες του MPLA παρουσιάζεται μια αποτυχημένη εικόνα μείξης ευρωπαϊκών και γηγενών πολιτιστικών στοιχείων.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η UNITA έχει κατηγορήσει ανοιχτά την κυβέρνηση του MPLA μεταξύ των άλλων και για δουλική στροφή προς το δυτικό πολιτισμό με παράλληλη υπονόμευση της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας της χώρας. Παρ` όλα αυτά ο λαός της περιφέρειας διατηρεί μεγάλο μέρος των εθνικών πολιτιστικών παραδόσεών του, κάτι το οποίο φαίνεται τόσο στη γλώσσα όσο και στη μουσική, στο τραγούδι, στο χορό και στη ζωγραφική.
Η συνολική έκφραση όλων των παραπάνω λαϊκών εκδηλώσεων είναι το καρναβάλι της Αγκόλα, μεγάλη γιορτή γλεντιού και χορού, το οποίο οργανωνόταν ανελλιπώς μέχρι πριν μερικά χρόνια και αποτελούσε μία από τις κυριότερες μορφές εκτόνωσης του πληθυσμού. Στο καρναβάλι της Αγκόλα μάλιστα οφείλει την προέλευσή του και το μεγάλο βραζιλιάνικο καρναβάλι του Ρίο ντε Τζανέιρο.
Οι χιλιάδες των σκλάβων που από την Αγκόλα βρέθηκαν στη Βραζιλία για να δουλέψουν στις φυτείες κουβάλησαν μαζί τους στο Νέο Κόσμο το έθιμο του καρναβαλιού, το οποίο βρήκε πολλούς οπαδούς και στη νέα χώρα και μέχρι σήμερα γιορτάζεται με λαμπρότητα.
Λογοτεχνία
Η λογοτεχνία της Αγκόλα δεν έχει να επιδείξει κάποιο σπουδαίο εκπρόσωπο ή έργο σήμερα, καθώς και οι συνθήκες δεν είναι πρόσφορες για ανεπηρέαστη λογοτεχνική δημιουργία. Τα λογοτεχνικά κείμενα που κάνουν συχνά την εμφάνισή τους είναι λίγα και είναι σαφώς στρατευμένα υποστηρίζοντας τη μία ή την άλλη παράταξη και κατηγορώντας ανοιχτά τους αντιπάλους της. Θετικό στοιχείο για τη λογοτεχνία της χώρας αποτελεί η εγκατάλειψη της πορτογαλικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της λογοτεχνίας και η συγγραφή των όποιων λογοτεχνικών έργων στις αυθεντικές γλώσσες του τόπου.
Ως προς το ύφος και την τεχνοτροπία, η λογοτεχνία της Αγκόλα έχει επηρεαστεί από την ευρύτερη αφρικανική λογοτεχνία του 20ού αιώνα, η οποία ευνοεί το ρεαλιστικό και νατουραλιστικό μυθιστόρημα. Πάντως κρίνοντας από τη σημερινή κατάσταση της χώρας, είναι υπερβολή να περιμένει κανείς την εμφάνιση του μεγάλου έργου ή του μεγάλου λογοτέχνη.
Καλές τέχνες
Η έκρυθμη πολιτική κατάσταση στην Αγκόλα και ο πολυετής εμφύλιος πόλεμος καθιστά απαγορευτική οποιαδήποτε προοπτική για καλλιέργεια των καλών τεχνών. Σε μια χώρα όπου ο πληθυσμός αποδεκατίζεται καθημερινά από τις εχθροπραξίες, τις νάρκες, τον υποσιτισμό και τις ασθένειες η ενασχόληση με τον πολιτισμό και η καλλιέργεια του πνεύματος φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου πολυτέλεια. Μόνο στη Λουάντα υπάρχουν κάποια λίγα πολιτιστικά ιδρύματα, απόρροια της πορτογαλικής αποικιοκρατίας, η διατήρηση και ενίσχυση των οποίων οπωσδήποτε δεν αποτελεί πρώτη μέριμνα της κυβέρνησης. Στην περιφέρεια μόνο, όπως αναφέρθηκε, ο πληθυσμός καταβάλλει μια φιλότιμη προσπάθεια να διασώσει τη λαϊκή μουσική, το λαϊκό χορό, την παραδοσιακή ζωγραφική και γλυπτική, κάθε προσπάθεια όμως περιορίζεται σε ατομικό ή τοπικό επίπεδο.
Μνημεία – Αξιοθέατα
Τα μνημεία και τα αξιοθέατα της χώρας, όσα έχουν διασωθεί από τη λαίλαπα του πολέμου, βρίσκονται σήμερα κυρίως στις μεγάλες πόλεις. Στην πρωτεύουσα Λουάντα υπάρχει το φρούριο του Σάιο Μιγκέλ (Syo Miguel), το οποίο χτίστηκε από τους Πορτογάλους αποίκους το 17ο αιώνα για να προστατέψει την πόλη από τις επιθέσεις των ληστών. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το κάστρο της Μπενγκουέλα, το οποίο χτίστηκε και αυτό από τους Πορτογάλους για τους ίδιους λόγους.
Επίσης στη Λουάντα βρίσκονται σήμερα η Εθνική Βιβλιοθήκη της Αγκόλα, το Μουσείο της Αγκόλα, το οποίο συγκεντρώνει εκθέματα από την πρωτόγονη αφρικανική ζωή αλλά και από τη μακραίωνη αποικιοκρατική περίοδο της χώρας. Αυξημένο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το Μουσείο Δουλείας στη Λουάντα, το οποίο καταγράφει με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο το χρονικό της ντροπής που οργανώθηκε από τους Πορτογάλους αποίκους.
Ιστορία
Μέχρι τον 20ό αιώνα
Η Αγκόλα, σύμφωνα με τις εγκυρότερες θεωρίες, κατοικήθηκε για πρώτη φορά από μπαντουικές φυλές οι οποίες έφτασαν στα εδάφη της χώρας αρκετά χρόνια μετά την έλευση του Χριστού. Οι φυλές αυτές εδραιώθηκαν κυρίως στα βόρεια αλλά και στα παράλια της χώρας και δημιούργησαν τα δικά τους τοπικά βασίλεια, τα οποία όμως ήρθαν αρκετές φορές αντιμέτωπα για την απόκτηση της τοπικής κυριαρχίας. Κατά κανόνα πάντως η συνύπαρξή τους υπήρξε σε γενικές γραμμές ειρηνική.
Το 1483 με την άφιξη των Πορτογάλων στη χώρα ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της Αγκόλα. Οι Πορτογάλοι ενδιαφέρονταν για την ανακάλυψη νέων χωρών με πλούσιες πλουτοπαραγωγικές πηγές και κοιτάσματα πολύτιμων λίθων, έτσι η Αγκόλα αποτέλεσε ιδανική περίπτωση γι` αυτούς. Φτάνοντας στη χώρα οι Πορτογάλοι ήρθαν πρώτα σε επαφή με το βασίλειο των Κόνγκο, το οποίο βρισκόταν σε περίοδο σχετικής ακμής. Το 1491 οι Πορτογάλοι συμμάχησαν με τους Κόνγκο και έπεισαν το βασιλιά (Manikongo) τους Νζίνγκα Νκούβου (Nzinga Nkuwu) να ασπαστεί το χριστιανισμό.
Η επιρροή των Πορτογάλων στους Κόνγκο συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του επόμενου βασιλιά, Αφόνσο Α΄. Μετά την εδραίωσή τους στη χώρα οι Πορτογάλοι έστησαν την επιχείρηση του εμπορίου σκλάβων, το οποίο κράτησε για δύο σχεδόν αιώνες και είχε ως αποτέλεσμα πολλοί από τους κατοίκους της ενδοχώρας της Αγκόλα να μεταφερθούν με καράβια, κάτω από άθλιες συνθήκες, στην επίσης πορτογαλική τότε Βραζιλία. Την ίδια περίοδο η κυριαρχία των Κόνγκο τερματίστηκε με την υποταγή τους στην πολεμοχαρή νομαδική φυλή των Γιάγκα (Jaga), οι οποίοι επέδραμαν από τα ανατολικά της χώρας.
Με το πέρασμα των χρόνων οι Πορτογάλοι εγκαταστάθηκαν στα βόρεια παράλια και σταθεροποιήθηκαν στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η Λουάντα αλλά και σε περιοχές νοτίως αυτής. Το 1575 χτίστηκε στην, προνομιούχο για τους Πορτογάλους, περιοχή αυτή η πρωτεύουσα Λουάντα. Οι αποικιοκράτες έλεγχαν πλέον μια σημαντική περιοχή στα παράλια και άρχισαν να κάνουν λόγο για αναγνώριση της πορτογαλικής κυριαρχίας και επίσημη ανακήρυξη της περιοχής αυτής σε αποικία.
Οι ιθαγενείς πληθυσμοί αντέδρασαν στην απαίτηση αυτή και οι Πορτογάλοι οργάνωσαν ένα νέο κύμα επιδρομών, καταστροφών και συγκέντρωσης σκλάβων. Κατά τα χρόνια της εσωτερικής αναταραχής η περιοχή που ελεγχόταν από τους Πορτογάλους (και μαζί και η Λουάντα) έπεσε στα χέρια των Ολλανδών αποικιοκρατών αλλά τελικά επιστράφηκε στους Πορτογάλους. Την ίδια περίοδο (17ος αιώνας) η κυριαρχία των Γιάγκα εξανεμίζεται και οι αποικιοκράτες μένουν οι απόλυτοι κυρίαρχοι στο παιχνίδι της εξουσίας.
Παρ` όλη όμως την τελική επικράτηση των αποικιοκρατών η αριθμητική τους δύναμη δεν τους επέτρεπε να δημιουργήσουν ανεξάρτητη αποικία και να υπερασπιστούν μόνοι τους τα συμφέροντά τους στη χώρα. Απαρτίζοντας μια κοινότητα περίπου 2.000 ατόμων οι κατακτητές έμειναν προσκολλημένοι περισσότερο στο επικερδές εμπόριο σκλάβων παραμελώντας τις υπόλοιπες δραστηριότητες, οι οποίες θα επέτρεπαν την εξέλιξη της υπό διαμόρφωση αποικίας σε αυτάρκη και οικονομικά ισχυρή δύναμη.
Το ιδιόμορφο αυτό καθεστώς κτήσης, που περιοριζόταν κυρίως στα βόρεια παράλια της χώρας, συνεχίστηκε μέχρι το 19ο αιώνα, οπότε και παράκμασε τελείως το δουλεμπόριο. Ο τερματισμός του δουλεμπορίου βρήκε εκατομμύρια ιθαγενείς κατοίκους της Αγκόλα σκλάβους στις φυτείες της ελεγχόμενης από τους Πορτογάλους Βραζιλίας. Ταυτόχρονα ώθησε τους αποικιοκράτες στην αναζήτηση άλλων επικερδών τρόπων εκμετάλλευσης της χώρας αλλά και των κατοίκων της.
Έτσι στα μέσα του 19ου αιώνα οι Πορτογάλοι ξεκινούν τις εκκαθαρίσεις στο εσωτερικό της χώρας, υποτάσσουν κάθε αντίσταση των ιθαγενών πληθυσμών, συμμαχούν με ντόπιες φυλές που απέβλεπαν σε μερίδιο κατά τη διανομή της εξουσίας στο νέο αποικιακό καθεστώς και εδραιώνουν την κυριαρχία τους σε όλη την Αγκόλα.
Στη συνέχεια διαμόρφωσαν το μοντέλο διοίκησης της χώρας στα πρότυπα των μεγάλων αποικιοκρατικών δυνάμεων (κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας), διαίρεσαν τη χώρα σε επαρχίες, στις οποίες διόρισαν Ευρωπαίους διοικητές και εφάρμοσαν το πορτογαλικό σύστημα διοίκησης.
Το τέλος του 19ου αιώνα βρίσκει τους Πορτογάλους να έχουν την απόλυτη κυριαρχία και εξουσία στην Αγκόλα, η οποία ονομάστηκε και επίσημα “πορτογαλική αποικία”. Την ίδια εποχή (1885) με το Συνέδριο του Βερολίνου οι κοσμοκράτειρες ευρωπαϊκές δυνάμεις διαμόρφωσαν οριστικά τα σύνορα των αφρικανικών τους αποικιών και αναγνώρισαν αμοιβαία την κυριαρχία τους σ` αυτές.
Ο 20ός αιώνας
Ο καθορισμός των επίσημων συνόρων της Αγκόλα από το Συνέδριο του Βερολίνου αλλά και από επόμενες συνθήκες, εγκαινίασε για τη χώρα μια περίοδο εκμετάλλευσης και καταπίεσης σε όλους τους τομείς της οικονομίας και της διοίκησης, μια περίοδο η οποία κράτησε για έναν περίπου αιώνα.
Με την έναρξη του 20ού αιώνα οι Πορτογάλοι είχαν αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο στο 100% των εδαφών της Αγκόλα. Το 1926 η άνοδος στην πορτογαλική εξουσία του δικτάτορα Σαλαζάρ συνοδεύτηκε από παραπλανητικές εξαγγελίες για παραχώρηση δικαιωμάτων και ελευθεριών στους υπό κατοχή ιθαγενείς πληθυσμούς. Παρ` όλα αυτά ελάχιστες πραγματικές αλλαγές έγιναν προς όφελος των ντόπιων κατοίκων, ενώ το καθεστώς της σκληρής εκμετάλλευσης άλλαξε τυπικά μόνο μορφή.
Οι όποιες αλλαγές αποφασίστηκαν κάτω από την πίεση της λαϊκής αγανάκτησης, ενώ τα κυριαρχικά συμφέροντα των αποικιοκρατών παρέμειναν ακλόνητα και η ρατσιστική συμπεριφορά του καθεστώτος συνεχίστηκε σε αμείωτο βαθμό. Ταυτόχρονα ο ίδιος ο Σαλαζάρ έδωσε κίνητρα στους Πορτογάλους για να μεταναστεύσουν στην Αγκόλα και να τονώσουν την εκεί αδύναμη πορτογαλική κοινότητα.
Κάτω από τη συνεχώς αυξανόμενη λαϊκή οργή η κυβέρνηση της Πορτογαλίας προχώρησε το 1951 σε μια κίνηση-“πυροτέχνημα” προκειμένου να περισώσει ό,τι μπορούσε από το κλονισμένο της κύρος. Συγκεκριμένα μετέτρεψε το καθεστώς κτήσης στην Αγκόλα από αποικία σε πορτογαλική επαρχία και αναγνώρισε την ισοτιμία των ιθαγενών κατοίκων με τους Ευρωπαίους.
Ταυτόχρονα παραχωρήθηκε σε όλους τους ιθαγενείς κατοίκους η πορτογαλική υπηκοότητα. Τα χρόνια που ακολούθησαν η συσσωρευμένη λαϊκή αγανάκτηση συσπειρώνεται και ξεσπά με την εμφάνιση εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Το κίνημα αυτό άρχισε να ενισχύεται ραγδαία για να καταλήξει τελικά το 1961 στον ένοπλο αντάρτικο αγώνα ως το μόνο μέσο το οποίο θα μπορούσε να απαλλάξει μια για πάντα τους καταπιεζόμενους πληθυσμούς από την πορτογαλική εξάρτηση.
Το εθνικιστικό κίνημα για την απελευθέρωση της Αγκόλα εκφράστηκε μέσα από τρία αντίπαλα κόμματα, τα οποία πολέμησαν το καθένα ξεχωριστά τον Πορτογάλο κατακτητή αποβλέποντας στην κατάκτηση της εξουσίας μετά την απελευθέρωση. Τ
α τρία αυτά κόμματα που πολέμησαν τους αποικιοκράτες από τρία διαφορετικά μέτωπα ήταν: το δεξιό “Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Αγκόλα” (Frente Nacional de Libertac a o de Angola), γνωστό ως FNLA, το μαρξιστικό-λενινιστικό “Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο της Αγκόλα-Κόμμα Εργασίας” (Movimento Popular de Libertac a o de Angola – Partido de Trabalho) γνωστό ως MPLA και η φανατικά αντικομουνιστική “Εθνική Ένωση για την Ολοκληρωτική Ανεξαρτησία της Αγκόλα” (Unia o Nacional para a Independencia Total de Angola) γνωστή ως UNITA.
Παρά την αυξανόμενη ανταρτική δράση των ένοπλων τμημάτων των παραπάνω κομμάτων και οργανώσεων, καμία από αυτές δεν μπόρεσε να φέρει την τελική λύση από μόνη της αλλά οδήγησαν στην ένοπλη επανάσταση του λαού της Αγκόλα τον Απρίλιο του 1974.
Οι αποικιοκράτες Πορτογάλοι ως ύστατη λύση πρότειναν διάλογο και ριζική συνταγματική αναδιάρθρωση που θα συνοδεύονταν από την παραχώρηση πλήρους ελευθερίας στους κατοίκους. Ήταν όμως ήδη πολύ αργά για τους Πορτογάλους.
Η αποικιοκρατική κυβέρνηση έδωσε τη θέση της σε μια άλλη περισσότερο διαλλακτική, η οποία το μόνο έργο που είχε ήταν να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες για την πλήρη μετάβαση της χώρας προς την ανεξαρτησία και την ελευθερία εφαρμόζοντας έτσι τα άρθρα της Συνθήκης Ανεξαρτησίας του Αλβόρ που υπέγραψαν οι δύο πλευρές το Δεκέμβριο του 1974 στο Αλγκάβρε της Πορτογαλίας.
Οι Πορτογάλοι υπήκοοι υποχρεώθηκαν έμμεσα να εγκαταλείψουν κατά χιλιάδες τη χώρα, καθώς κρίθηκαν ανεπιθύμητοι, ενώ τίποτα δεν μπορούσε πλέον να αποτρέψει την ανεξαρτητοποίηση.
Πράγματι, αφού κανονίστηκαν και οι τελευταίες λεπτομέρειες, η Αγκόλα απέκτησε την πολυπόθητη ανεξαρτησία της στις 11 Νοεμβρίου 1975. Μετά από πέντε σχεδόν αιώνες ανελεύθερου βίου και ξένης καταπίεσης η χώρα ζούσε για πρώτη φορά στην ιστορία της στιγμές ελευθερίας και ευτυχίας.
Οι στιγμές αυτές δεν έμελλε να διαρκέσουν πολύ, καθώς την ίδια στιγμή η χώρα έμπαινε σε μια νέα περίοδο εμφύλιας διαμάχης και αιματοκυλίσματος. Η αδελφοκτόνος διαμάχη ξεκίνησε όταν στην ελεύθερη και ανεξάρτητη πια Αγκόλα δημιουργήθηκαν δύο διαφορετικές επαναστατικές κυβερνήσεις, μία από το MPLA στη Λουάντα και η άλλη από το συνασπισμό FNLA-UNITA στο Χουάμπο, που ελέγχονταν από τις δύο οργανώσεις.
Οι δύο αυτές αυθαίρετες κυβερνήσεις ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ τους καθώς και οι δύο υποστήριζαν ότι αποτελούν τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας και είναι αποδεκτοί από την πλειοψηφία του λαού. Η σύγκρουση αυτή οδήγησε σε εμφύλιο πόλεμο τον Ιούλιο του 1975. Τότε οι Κόνγκο (που επιστρατεύτηκαν από το FNLA) και οι Μπούντου (που συντάχθηκαν με την UNITA) κινήθηκαν κατά των υπόλοιπων φυλών που στην πλειοψηφία τους ελέγχονταν από το MPLA.
Δυστυχώς στον εμφύλιο πόλεμο ενεπλάκησαν και ξένες δυνάμεις, καθεμιά για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα. Ο δεξιός συνασπισμός FNLA-UNITA δέχτηκε τη συνδρομή ένοπλων τμημάτων του στρατού της ρατσιστικής Νότιας Αφρικής. To κομουνιστικό MPLA υπό την απειλή του κινδύνου να χάσει την αριθμητική ισορροπία των δυνάμεων και να ηττηθεί στράφηκε προς την πρώην Σοβιετική Ένωση και την κομουνιστική Κούβα και ζήτησε επειγόντως βοήθεια σε εξοπλισμό και δυνάμεις.
Οι δύο κομουνιστικές χώρες θεώρησαν χρέος τους να βοηθήσουν τους απειλούμενους ομοϊδεάτες αδελφούς της Αγκόλα και έσπευσαν να στείλουν στρατεύματα στη διχοτομημένη χώρα.
Ο ξένος δάκτυλος έφερε μια νέα δραματική τροπή στον πόλεμο. Τα δύο αντίπαλα μέτωπα αλληλοκατηγορούνταν για εθνική μειοδοσία, υποταγή στα ξένα συμφέροντα και εξαπάτηση του λαού της χώρας. Νικητής σε πρώτη φάση αναδείχτηκε το MPLA, το οποίο με τη βοήθεια της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και της Κούβας σημείωσε μια σειρά από καθοριστικές νίκες.
Έτσι το Μάρτιο του 1976 οι Νοτιοαφρικανοί εγκαταλείπουν ηττημένοι τη χώρα και το MPLA προχωρεί στη συγκρότηση κυβέρνησης με πρώτο πρόεδρο της χώρας τον αρχηγό του Αγκοστίνο Νέτο (Agostino Νeto). Παράλληλα η UNITA και κάθε άλλο αντίπαλο κόμμα ή σχηματισμός κηρύχθηκαν εκτός νόμου.
Η κυβέρνηση του MPLA και ο Νέτο αναγνωρίστηκαν από όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου ως οι νόμιμοι εκφραστές του λαού της Αγκόλα. Η μαζική αυτή διεθνής αναγνώριση θεωρήθηκε ως ένα σημείο, από τη διεθνή κοινότητα, επιβεβλημένη για να δοθεί ένα τέλος στο χάος και στο αιματοκύλισμα που επικρατούσε στη χώρα.
Προκειμένου να υπάρχει διαρκές κενό εξουσίας και ο εμφύλιος πόλεμος να διαιωνίζεται μέχρις ότου να αποδεκατιστούν τελείως οι ιθαγενείς πληθυσμοί, κρίθηκε ωφελιμότερο να υπάρχει μια νόμιμη κυβέρνηση, έστω και αν αυτή δεν εξέφραζε το σύνολο των επαναστατημένων κατοίκων.
Η τελική νίκη και αναγνώριση του MPLA και του αρχηγού του οδήγησε τους αντιπάλους του σε όξυνση της κρίσης. Η UNITA που έμεινε μόνη στον αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας (καθώς το FNLA δεν μπόρεσε να ανασυνταχθεί μετά την τελική ήττα και διαλύθηκε, ενώ πολλά από τα στελέχη του μεταπήδησαν στην UNITA) κήρυξε ανένδοτο αγώνα κατά των μαρξιστών-λενινιστών του MPLA, την ίδια στιγμή που ο αρχηγός της Γιόνας Σαβίμπι (Jonas Savimbi) δήλωνε πως σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να τερματίσει τον αγώνα κατά των κομμουνιστών και των ξένων υποστηρικτών τους χωρίς να δικαιωθεί.
Στο μεταξύ στο αντίπαλο στρατόπεδο του MPLA τον Αγκοστίνο Νέτο, μετά το θάνατό του το 1979, διαδέχτηκε ο Χοσέ Εντουάρντο Ντος Σάντος (Jose Eduardo dos Santos), ο οποίος ζήτησε την παραμονή Σοβιετικών και Κουβανών στη χώρα όσο συνεχιζόταν ο ανταρτοπόλεμος της UNITA.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η εμφύλια διαμάχη συνεχίστηκε με μεγαλύτερη ένταση και από τις δύο πλευρές, ενώ οι νίκες στα μέτωπα των μαχών υπήρξαν μοιρασμένες. Τα μοναδικά αθώα θύματα του πολέμου υπήρξαν οι εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι, οι οποίοι έχαναν καθημερινά τη ζωή τους από τις εχθροπραξίες, τις νάρκες και τις ασθένειες.
Η UNITA, βοηθούμενη από τους Νοτιοαφρικανούς που επέδραμαν συχνά στην Αγκόλα και επιτίθονταν απροειδοποίητα στις δυνάμεις του MPLA, κατόρθωσε να σταθεροποιήσει την κυριαρχία της στα εδάφη νότια του “κεντρικού οροπεδίου”. Παρ` όλα αυτά εξακολουθούσε να παραμένει εκτός νόμου και να υφίσταται διώξεις από το επίσημο κράτος.
Η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα έκρινε επιβεβλημένη την παρέμβαση των Ηνωμένων Εθνών και για πρώτη φορά το 1988 οι αντίπαλες δυνάμεις κάθισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μαζί με τους ξένους υποστηρικτές τους (Σοβ. Ένωση, Κούβα, Νότια Αφρική) και κατέληξαν στη διατύπωση μιας συνθήκης, η οποία κυρίως πρόβλεπε την αποχώρηση των ξένων δυνάμεων από τη χώρα.
Πράγματι τα τελευταία κουβανικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την Αγκόλα το Μάιο του 1991 και τα δύο αντίπαλα μέτωπα, αφού υπέγραψαν ανακωχή, συμφώνησαν στη διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων, από τις οποίες θα προέκυπτε νόμιμη κυβέρνηση και πρόεδρος στην Αγκόλα.
Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν κάτω από γενικά ομαλές συνθήκες, από τις οποίες όμως δεν έλειψαν κάποια θερμά επεισόδια. Οι δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών αποτέλεσαν τον εγγυητή της ομαλότητας και της νομιμότητας των πρώτων αυτών εκλογών, οι οποίες έγιναν το Σεπτέμβριο του 1992.
Το αποτέλεσμα των εκλογών ανέδειξε κυρίαρχο κόμμα το MPLA, το οποίο στο μεταξύ είχε αφαιρέσει από το καταστατικό του τον τίτλο “μαρξιστικό-λενινιστικό” και υιοθέτησε πλέον το σοσιαλιστικό προσανατολισμό. Το MPLA κέρδισε 129 από τις 220 έδρες της νεοσύστατης Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης, ενώ η UNITA μόλις 70.
Ο Ντος Σάντος ανακηρύχτηκε αμέσως πρόεδρος της χώρας και κάλεσε την UNITA να καταλάβει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Σαβίμπι αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα των εκλογών, κατηγόρησε το MPLA για νοθεία και εκφοβισμό των πολιτών που συμμετείχαν στην εκλογική διαδικασία και ξανάρχισε τον αντάρτικο αγώνα με μεγαλύτερη σφοδρότητα από πριν. Κάθε ειρηνευτική διαδικασία που είχε μεσολαβήσει αποδείχτηκε ανεπαρκής καθώς τα μίση οξύνθηκαν πάλι και ο πόλεμος ξέσπασε με μεγαλύτερη ένταση.
Το MPLA προέβαλε τη νομιμότητα της εκλογής του και κατηγόρησε την UNITA για αθέτηση της συμφωνίας ειρήνευσης. Η νέα φάση του εμφύλιου πολέμου προκάλεσε νέες εκατόμβες θυμάτων και ξανάφερε στη χώρα το χάος και το αδιέξοδο. Η αποτυχία κάθε ειρηνευτικής μεσολαβητικής διαδικασίας απομάκρυνε κάθε προσπάθεια προσέγγισης των δύο αντίπαλων μερών και προέβαλε τον πόλεμο ως το μόνο μέσο για την επίλυση των διαφορών.
Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Αγκόλα περιγράφεται με μία λέξη ως εξής: χάος. Παρόλο που η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου Ντος Σάντος και του διορισμένου από τον πρόεδρο πρωθυπουργού Φερνάντο Φράνκα Βαν Ντούνεμ, σε ολόκληρη τη χώρα μαίνεται με σφοδρότητα ο εμφύλιος πόλεμος.
Οι αποτυχημένες μεσολαβητικές προσπάθειες του 1992 απέδειξαν την αδυναμία και τη δυσπιστία των δύο μερών να συζητήσουν για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης, ενώ καθημερινά όλο και περισσότεροι άνθρωποι, κυρίως άμαχοι, χάνουν τη ζωή τους. Κανείς πλέον δεν μπορεί να μιλά στην Αγκόλα για κρατική οργάνωση, παιδεία, οικονομία, υγεία και περίθαλψη. Παντού επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας και η χώρα καθημερινά διχοτομείται ακόμα πιο πολύ.
Οι ηγέτες των δύο αντίπαλων μετώπων έχουν οδηγήσει την κατάσταση στα άκρα και κανείς δεν μπορεί να διαβλέψει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα στην κρίση, καθώς η UNITA ελέγχει τις περιοχές με τα περισσότερα αδαμαντωρυχεία και η κυβέρνηση Ντε Σάντος εκμεταλλεύεται τις πετρελαιοπηγές. Μόνο ο Ο.Η.Ε. προσπαθεί ακόμα να εκτονώσει την κατάσταση χωρίς όμως μόνιμο αποτέλεσμα. Μετά από μικρές και σύντομες παύσεις ο πόλεμος συνεχίζεται με μεγαλύτερη λύσσα και μανία βυθίζοντας την Αγκόλα πιο βαθιά στο αδιέξοδο.
