- Είδος: Βιογραφία, δράμα, sports
- Σκηνοθεσία: Michael Mann
- Παίζουν: Will Smith, Giancarlo Esposito, Jamie Foxx, Jada Pinkett Smith, Jon Voight
- Ημερομηνία κυκλοφορίας: 25 Δεκεμβρίου 2001
- Διάρκεια: 165 λεπτά
- Παραγωγή: Columbia Pictures
- Προϋπολογισμός: 107 με 118 εκατομμύρια δολάρια
- Ακαθάριστα έσοδα: 87,7 εκατομμύρια δολάρια
Muhammad Ali… ένα όνομα συνώνυμο ενός αθλήματος χαρακτηρισμένο από πολλούς βάρβαρο -όπου οι εκφράσεις “αθλητικό πνεύμα” και “ευγενής άμιλλα” φαντάζουν αντίθετες και ξένες- ένα παράδειγμα προς μίμηση και προς αποφυγή… Αυτά όμως για εκείνους που δεν ξέρουν τη ζωή του Ali ούτε την προσωπικότητα του παρά μόνο βασίζονται στην εικόνα του πάνω στο ring, στην θεά του “πιο μεγάλου”, του “πολύ κακού” -όπως έλεγε ο ίδιος ότι είναι-, στη θεά ενός σύγχρονου Ηρακλή… Σαν ημίθεος λοιπόν, πέραν της θεϊκής αθλητικής του υπόστασης έχει να δείξει την ανθρώπινη του πλευρά μέσω της γεμάτης πάθη, ίντριγκες, έρωτες και μίση ζωής του… μιας ζωής την οποία βλέπουμε να ξετυλίγεται στη ταινία αυτή.
Μεταφερόμαστε λοιπόν στο 1964 όπου ένα 22χρονο αγόρι ο Cassius Clay μέλος μιας μικροαστικής οικογένειας και μιας κοινωνίας στην οποία είναι αντίθετος ξεκινάει μεγαλειωδώς την καριέρα του στην πυγμαχία με την απόκτηση του τίτλου του Πρωταθλητή Βαρέων Βαρών κατατροπώνοντας πάνω στο ring τον Sonny Listen. Αυτό στάθηκε η αρχή μιας μεγάλης καριέρας το πρώτο μεγάλο βήμα προς την δόξα… δεν άργησε να γίνει παγκοσμίως γνωστός σαν τον πυγμάχο που “ταλαντεύεται σαν πεταλούδα, κεντρίζει σαν μέλισσα”…
Δεν είναι μόνο οι αθλητικές του επιδώσεις που τον κάνουν ήρωα στα μάτια του κόσμου αλλά η ικανότητα του να σαγηνεύει. Πρωταθλητής στο ring και στις λέξεις γοήτευσε τους πάντες! Το κοινό, τους δημοσιογράφους, τις γυναίκες, τους ίδιους του τους αντίπαλους με τη δυνατή προσωπικότητα του, τον τρόπο που υποστήριζε τα ιδανικά του, ακόμα και με την αλαζονεία του!
Γνώριζε την ικανότητα του να μαγεύει στο ring και στα media, ήξερε ότι ήταν αήττητος… ήξερε επίσης ότι η φιλία του με τον Malcolm X, ο προσηλυτισμός του στο Islam, η μετονομασία του σε Muhammad Ali θα έφερνε αντιδράσεις. Όμως το ελεύθερο αντιδραστικό και αντικομφορμιστικό πνεύμα του τον έφερναν σε συνεχή σύγκρουση με τις φόρμες και τύπους της εποχής.
Ξεπερνώντας κάθε όριο τον Μάιο του 1967 με δηλώσεις που κρίθηκαν αντιπατριωτικές και την άρνηση του να στρατολογηθεί και να πολεμήσει εναντίον των Viet-Cong στο Vietnam, κατηγορήθηκε για παραβίαση της Selective Service Act από την κυβέρνηση. Δηλώνοντας ότι δεν θα πολεμήσει με κανέναν Viet-Cong αφού κανένας από αυτούς δεν τον αποκάλεσε ποτέ “νέγρο” και όντας υπεύθυνος για τα λόγια και τις πράξεις του, στερήθηκε τον τίτλο και την άδεια του και μαζί μ’ αυτά ένα μέρος της ζωής του. Ακολούθησαν αγώνες επίπονοι, αγώνες δικαστικοί αλλά και αγώνες ενάντια στον εαυτό του και στις ψυχικές δυνάμεις του…
Εκμεταλλευόμενος την φίλια του με τον δημοσιογράφο Howard Cosell και τις διαλεκτικές του ικανότητες καταφέρνει το 1970 να ανατρέψει τις αποφάσεις της Παγκόσμιας Ένωσης Πυγμαχίας και του Ανώτατου Δικαστηρίου παίρνοντας πίσω την άδεια του ξαναβρίσκοντας έτσι το νόημα της ζωής του.
Ξαναγύρισε στο ring, αλλά ένα μεγάλο μέρος της παλιάς του δόξας χάθηκε μαζί με τον τίτλο του. Θέλοντας να αποδείξει τα λεγόμενα του, ότι ήταν και είναι ο “μεγαλύτερος”, το 1974 προκαλεί τον George Foreman -τον τότε κάτοχο του τίτλο- σε έναν αγώνα στο Kinshasa του Zaire, βάζοντας στο παιχνίδι όμως εκτός από τον τίτλο και την αυτοπεποίθηση του. Αν και ο αντίπαλος είναι κατά πολλά χρόνια μικροτερος, ο Ali καταφερνει και του αποσπα τον τιτλο.
Κέρδισε έναν άνισο αγώνα, πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτόν που φαινομενικά φαινόταν να είναι. Κέρδισε ενάντια σε μια πατρίδα που δεν δεχόταν την διαφοροποίηση του από τους υπόλοιπους μαύρους. Κέρδισε ενάντια σε όσους εμπόδισαν την καριέρα του αφαιρώντας του τον τίτλο, ενάντια σε όσους του απαγόρευσαν να αγωνιστεί, μα πάνω απ’ όλα είχε νικήσει τον αγώνα για τα εκατομμύρια θεατών και θαυμαστών που τον είχαν διαλέξει για να τους αντιπροσωπεύσει.
Η ταινία προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις κυρίως γύρω από τον βιογραφικό της χαρακτήρα, την σκηνοθεσία της και την ερμηνεία του Smith. Είναι ελλιπής όσον αφορά την παιδική ηλικία του Ali για την οποία οι σχετικές σκηνές είναι ελάχιστες και παρουσιάζονται σαν φευγαλέες σκέψεις του, ενώ θα έπρεπε να γίνει μεγαλύτερη αναφορά λόγω του ότι η ένταξη του Ali στον χώρο της πυγμαχίας έγκειται στην ηλικία 12 ετών και σε ένα εντελώς τυχαίο γεγονός.
Θα ήταν επίσης καίρια μια αναφορά στην πολύχρονη μάχη του, κατά μιας μορφής της ασθένειας Parkinson, ασθένεια που στάθηκε αιτία να εγκαταλείψει την καριέρα του, αλλά και στην μετέπειτα ζωή του που αφιερώθηκε σε φιλανθρωπίες, στον αγώνα κατά του ρατσισμού και στην ίδρυση του World Organization of Right, Liberty and Dignity (WORLD). Ο χρόνος όμως που είχε στην διάθεση του ο σκηνοθέτης τον περιόρισε στην σημαντικότερη και πιο έντονη περίοδο της ζωής του Ali.
Με το Ali ο Mann απέδειξε ξανά ότι είναι ένας από τους λίγους σκηνοθέτες που μπορεί να δώσει τόσο μεγάλη ένταση σε μια σκηνή με τόσο ελλόγιμο συνδυασμό πλάνων, λεπτομερειών, λέξεων και φράσεων, μουσικής και κινήσεων. Με τρόπο εντυπωσιακό συλλαμβάνει εικόνες πολυσύνθετες, που παρόλη την περίπλοκη τους, εκπέμπουν μεγάλα ιδανικά με ευχέρεια, χωρίς όμως να γίνονται κοινότυπες.
Υπάρχει μια συνεχείς εναλλαγή στις εικόνες και στην δομή τους, όπου κάποιες παρουσιάζονται αργές και μονότονες, κάνοντας τον θεατή να νομίζει ότι η ζωή του Αli σταματάει σε εκείνο το σημείο κι άλλες που είναι τόσο γρήγορες ώστε παρασύρεσαι από τα γεγονότα.
Ένα αρνητικό στοιχείο που περιέχει η ταινία είναι η στιγμιαία παρεμβολή πολλών χαρακτήρων που ύστερα από κάποιο σημείο και μετά καταντάει κουραστική για τον απλούστατο λόγο ότι αναγκάζει τον θεατή να είναι σε συνεχή εγρήγορση. Είναι κατανοητό ότι πολλοί άνθρωποι έπαιξαν ρόλο στην ζωή του Ali, αλλά όταν έχεις 2 ½ ώρες για να εξιστορήσεις ορισμένα γεγονότα πρέπει να είσαι όσο το δυνατόν πιο περιεκτικός.
Αυτό που κάνει αξιομνημόνευτη την ταινία αυτή είναι η μεταμόρφωση του Will Smith. Πήρε την υποψηφιότητα πρώτου αντρικού ρόλου στα Oscar, γεγονός που αμφισβητήθηκε δικαιολογημένα, λόγω της μέχρι τώρα πορείας του στον κινηματογράφο. Βλέποντας όμως την ερμηνεία του στα πρώτα 15 λεπτά ξεχνάς ότι πρόκειται για τον Smith των Blockbuster και του Fresh Prince of Bell Air.
Βλέπεις έναν ηθοποιό ώριμο, που όχι μόνο μιμείται τέλεια τις κινήσεις του πραγματικού Ali, αλλά σε εγκλωβίζουν οι εκφράσεις του προσώπου του και των ματιών του γεγονός που σε οδηγεί δικαίως στην σκέψη ότι δεν θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς ότι είναι ικανός για κάτι τέτοιο! Αναθεωρείς κάθε αρχική αρνητική σκέψη και θεωρείς ότι μετά από αυτή την ερμηνεία ίσως μπορούμε να περιμένουμε κάτι παραπάνω από τον Smith!
Στο σύνολό της η ταινία είναι αρκετά ικανοποιητική. Μπορεί να πει κανείς ότι τα όποια προβλήματα του σεναρίου καλύπτονται από την σκηνοθετική προσπάθεια του Mann. Το στοιχείο όμως που χαρίζει στην ταινία το άξιο του λόγου είναι η ερμηνεία του Smith. Ήταν μια πραγματική αποκάλυψη στο χώρο του θεάματος. Από ότι φαίνεται ο νεαρός είναι πολλά υποσχόμενος και δεν έχασε την ευκαιρία που του δόθηκε για να το αποδείξει.
Δείτε παρακάτω το τρέιλερ της ταινίας Ali (2001).
Διάβασε επίσης: Τα 20 κορυφαία Κόμικς graphic novels όλων των εποχών
