ΑρχικήΤι είναιΛευκορωσία: Πληροφορίες και διάφορα ιστορικά στοιχεία

Λευκορωσία: Πληροφορίες και διάφορα ιστορικά στοιχεία

Η Λευκορωσία είναι ανεξάρτητο κράτος της Ανατολικής Ευρώπης που μέχρι το 1991 αποτελούσε μία από τις 15 ομόσπονδες δημοκρατίες της πρώην ΕΣΣΔ. Δυτικά συνορεύει με την Πολωνία, βορειοδυτικά με τη Λιθουανία και τη Λετονία, βόρεια και ανατολικά με τη Ρωσία και νότια με την Ουκρανία. Δεν έχει διέξοδο προς τη θάλασσα.

Το σχήμα της χώρας είναι ακανόνιστο. Από τα ανατολικά προς τα δυτικά το μέγιστο πλάτος της φτάνει περίπου τα 500 χλμ., ενώ το μέγιστο μήκος της από βορρά προς νότο τα 650 περίπου χλμ. Έχει συνολική έκταση 207.600 τ. χλμ. και κατέχει την 84η θέση στον κόσμο. Είναι η 13η μεγαλύτερη χώρα της Ευρώπης και καταλαμβάνει το 2% του εδάφους της. Συγκριτικά με άλλες χώρες, η έκταση της Λευκορωσίας είναι ίση με το μισό περίπου της έκτασης της Παραγουάης, διπλάσια σχεδόν από την έκταση της Ισλανδίας και κατά 1,6 φορές μεγαλύτερη από την έκταση της Ελλάδας.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της τοπικής Εθνικής στατιστικής υπηρεσίας ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 9.456.200 κατοίκους. Από άποψη πληθυσμού η Λιθουανία κατατάσσεται στην 74η παγκόσμια θέση και στη 14η μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Αναλογικά με την έκταση ο πληθυσμός της χώρας δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, με αποτέλεσμα η Λιθουανία να είναι μια μάλλον αραιοκατοικημένη – για τα ευρωπαϊκά δεδομένα – χώρα. Το 2002 η πυκνότητα πληθυσμού έφτανε τους 49,7 κατοίκους ανά τ. χλμ.

Γεωγραφία

Μορφολογία εδάφους

Από γεωλογική άποψη το έδαφος της χώρας είναι από τα παλαιότερα της Ευρώπης. Η σημερινή μορφή του είναι αποτέλεσμα της διαβρωτικής επίδρασης των παγετώνων που στη διάρκεια του Τεταρτογενούς κάλυπταν την περιοχή. Με το βάρος τους θρυμμάτισαν τα υποκείμενα στρώματα του εδάφους, ενώ κατά την αργή κίνησή τους, στη διάρκεια εκατομμυρίων χρόνων, απέθεσαν κατά τόπους τα κατάλοιπα των θρυμματισμένων πετρωμάτων σχηματίζοντας σωρούς λίθων που είναι γνωστοί με την ονομασία μοραίνες.

Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας είναι πεδινό και καλύπτεται από υλικά της διάβρωσης, όπως το γνωστό “λες”, το οποίο μεταφέρθηκε σε μεγάλες αποστάσεις από τον άνεμο, ύστερα από την τήξη των παγετώνων. Οι πεδινές εκτάσεις εναλλάσσονται με λοφώδη υψίπεδα και με βαθύπεδα. Οι λοφώδεις περιοχές εντοπίζονται στο βόρειο τμήμα της χώρας. Βορειοανατολικά της πρωτεύουσας Μινσκ υψώνεται ο λόφος Ντερτζίνσκι, που φτάνει τα 344 μ. και αποτελεί το ψηλότερο σημείο της χώρας.

Σε αντίθεση με το βορειοκεντρικό τμήμα της χώρας, το νότιο καλύπτεται από εκτεταμένες πεδιάδες και βαθύπεδα (περιοχή Πολιέσε) και σε πολλά σημεία του σχηματίζονται έλη, εξαιτίας της αργής κίνησης των ποταμών που το διαρρέουν.

Υδρογραφία

Οι περισσότεροι ποταμοί που διασχίζουν τη χώρα πηγάζουν από τα χαμηλά υψώματα του οροπεδίου Βαλντάι στη Ρωσία και εκβάλλουν στη Βαλτική ή τη Μαύρη θάλασσα. Λόγω του ομαλού εδάφους η ροή τους είναι αργή και το πλάτος τους μεγάλο.

Σημαντικότερος ποταμός της χώρας είναι ο Δνείπερος. Το συνολικό του μήκος φτάνει τα 2.285 χλμ. και είναι ο τρίτος μεγαλύτερος ποταμός της Ευρώπης. Η λεκάνη απορροής του έχει έκταση 504.000 τ. χλμ. και η μέση ετήσια παροχή στις εκβολές του φτάνει τα 1.620 κυβ. μ. το δευτερόλεπτο. Πηγάζει από το οροπέδιο Βαλντάι, στα νοτιοδυτικά της Μόσχας. Εισχωρεί στο έδαφος της Λευκορωσίας από τα βορειοανατολικά και ακολουθεί νότια κατεύθυνση, διαρρέοντας τις νότιες περιοχές της κεντρικής πεδιάδας Μπερεσίνσκαγια. Μετά το Κίεβο της Ουκρανίας στρέφεται νοτιοανατολικά και κατόπιν νοτιοδυτικά για να εκβάλει τελικά στη Μαύρη θάλασσα. Είναι πλωτός για αρκετά χιλιόμετρα και παραμένει ελεύθερος από πάγους 8 μήνες το χρόνο.

Οι σημαντικότεροι παραπόταμοι του Δνείπερου στο έδαφος της Λευκορωσίας είναι ο Πρίπιατ (συνολικό μήκος 805 χλμ.), ο οποίος πηγάζει κοντά από την πόλη Κόβελ της Πολωνίας και διαρρέει το νότιο τμήμα της χώρας, σχηματίζοντας το μεγαλύτερο σύστημα ελών στην Ευρώπη, που είναι γνωστό με την ονομασία Πολιέσε, ο Μπερεζίνα, ο οποίος διαρρέει το κεντροανατολικό τμήμα της χώρας, και ο Σοζ, ο οποίος ρέει στα ανατολικά και στα σύνορα ακριβώς της Λευκορωσίας με την Ουκρανία ενώνεται με τον Δνείπερο.

Το βόρειο τμήμα της χώρας διαρρέει ο Ντβίνα ή Νταουγκάβα (συνολικό μήκος 1.020 χλμ.), ο οποίος πηγάζει από τη Ρωσία και εκβάλλει στη Βαλτική, ενώ από το δυτικό τμήμα της χώρας πηγάζει ο Νιέμεν, ο οποίος εισχωρεί στη συνέχεια στο έδαφος της Λιθουανίας και χύνεται τελικά στη Βαλτική, βόρεια του ρωσικού λιμανιού Καλίνινγκραντ.

Στη χώρα υπάρχουν διάσπαρτες εκατοντάδες λίμνες και έλη, που οφείλουν τη δημιουργία τους στη δράση των παγετών, εκατομμύρια χρόνια πριν. Μεγαλύτερη από όλες είναι η Νάροτς (80 τ. χλμ.) στο βόρειο τμήμα της χώρας, ενώ άλλες μικρότερες είναι οι Τσερβονόγιε και Βιγκονόβσκογιε στα νότια και δυτικά αντίστοιχα.

Κλίμα

Η μικρή απόσταση της χώρας από τη Βαλτική θάλασσα έχει ως αποτέλεσμα το κλίμα να παρουσιάζει μεταβατικά χαρακτηριστικά μεταξύ του θαλάσσιου και του ηπειρωτικού. Έτσι στις δυτικές περιοχές οι βροχές είναι περισσότερες και τα καλοκαίρια δροσερά, σε αντίθεση με τις ανατολικές περιοχές όπου οι βροχοπτώσεις είναι λιγότερες και οι θερμοκρασιακές μεταβολές μεγαλύτερες. Οι μέσες θερμοκρασίες Ιουλίου (θερμότερος μήνας) και Ιανουαρίου (ψυχρότερος μήνας) είναι 18°C και -6°C αντίστοιχα. Οι χιονοπτώσεις είναι συχνές κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ενώ το μέσο ετήσιο ύψος βροχής κυμαίνεται από 508 έως 660 χιλιοστά.

Χλωρίδα και πανίδα

Περίπου το 34% της συνολικής έκτασης της χώρας καλύπτεται από δάση. Στο βόρειο τμήμα της χώρας απαντούνται δάση κωνοφόρων (πεύκα, έλατα, σημύδες), ενώ στις νοτιότερες περιοχές δάση φυλλοβόλων (βελανιδιές, φτελιές, οξιές). Τα έλη και οι βάλτοι, τέλος, καλύπτουν μεγάλο μέρος της χώρας και περιλαμβάνουν μεγάλη ποικιλία υδρόβιων φυτών.

Η πανίδα της χώρας περιλαμβάνει 10 είδη αμφίβιων, 221 πουλιών, 8 ερπετών και αρκετών θηλαστικών, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται λαγοί, σκίουροι, αλεπούδες, ασβοί, άλκες, ελάφια, σκίουροι και αγριόχοιροι. Στα έλη και τα ποτάμια της χώρας απαντούνται επίσης ενυδρίδες, κάστορες, μινκ και ικτίδες.

Πολλά από τα είδη της πανίδας κινδυνεύουν από τη βιομηχανική ανάπτυξη και τη μόλυνση του περιβάλλοντος και απειλούνται με εξαφάνιση. Για την προστασία τους το κράτος έχει δημιουργήσει ειδικά προστατευόμενες περιοχές. Μια από αυτές είναι και η Προστατευόμενη Δασική Περιοχή Μπελοβέζσκαγια Πούστσα, η οποία εκτείνεται κατά μήκος των συνόρων της χώρας με την Πολωνία και αποτελεί κατάλοιπο του παλαιότερου προϊστορικού δάσους της Ευρώπης. Εδώ βρίσκουν καταφύγιο αρκετά υπό εξαφάνιση ζώα, όπως ο ευρωπαϊκός βόνασος.

Εκτός από τη μόλυνση που προέρχεται από τις βιομηχανίες, το περιβάλλον της χώρας υπέστη μεγάλη περιβαλλοντολογική καταστροφή το 1986, όταν στο γειτονικό Τσερνομπίλ της Ουκρανίας συνέβη το μεγαλύτερο πυρηνικό ατύχημα στην ιστορία. Μεγάλες ποσότητες ραδιενεργών στοιχείων διέρρευσαν στην ατμόσφαιρα και μόλυναν τα ποτάμια και το έδαφος αρκετών χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Λευκορωσίας. Το αποτέλεσμα ήταν να αυξηθούν τα κρούσματα καρκίνου αλλά και νεογέννητων παιδιών με αναπηρίες.

Η οικονομία της Λευκορωσίας

Η οικονομία της Λευκορωσίας, όπως και των άλλων πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, διέρχεται μια περίοδο μετάβασης από τη σοσιαλιστική στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι πολιτικοοικονομικές αλλαγές προκάλεσαν μείωση της παραγωγής, λόγω της διακοπής των εμπορικών σχέσεων με τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, από τις οποίες η χώρα προμηθευόταν πρώτες ύλες. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της χώρας, από 32,1 δισ. δολάρια που ήταν το 1991, μειώθηκε στα 19,35 δισ. δολάρια το 1996 και το 2001 αυξήθηκε στα 84,8 δισ. δολάρια, ενώ το κατά κεφαλή Α.Ε.Π. το 1995 ήταν 5.130 δολάρια και το 2001 αυξήθηκε στα 8.200 δολάρια.

Την ίδια περίοδο ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά πολύ, φτάνοντας το 1.060% και το 2001 μειώθηκε στο 46,1%. Παρ` όλα αυτά το ποσοστό μείωσης της παραγωγής ήταν μικρότερο από τα αντίστοιχα των άλλων πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Η επιδείνωση της οικονομίας κατά το 1993 ανάγκασε τους συντηρητικούς κύκλους της χώρας να προβούν σε πολιτικές πιέσεις για οικονομική ένωση της χώρας με τη Ρωσία.

Το 1994 επιτεύχθηκε συμφωνία για νομισματική ένωση, η οποία όμως αθετήθηκε αμέσως μετά την υπογραφή της, παρόλο που η Λευκορωσία εξακολουθεί να λαμβάνει σημαντική οικονομική βοήθεια από τη Ρωσία. Ανεξακρίβωτο αλλά αρκετά υψηλό είναι και το δημόσιο εξωτερικό χρέος της χώρας, ενώ τα ποσοστά της ανεργίας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, είναι χαμηλά. Επίσημη νομισματική μονάδα της χώρας είναι το ρούβλι της Λευκορωσίας. Τον Δεκέμβριο του 2001 η ισοτιμία αμερικανικού δολαρίου και ρουβλίου ήταν η εξής: 1 δολάριο ΗΠΑ= 1.590 ρούβλια.

Γεωργία (Υλοτομία – Αλιεία) – Κτηνοτροφία

Το 2000 τα ποσοστά συμμετοχής του ευρύτερου πρωτογενή τομέα στο σχηματισμό του ΑΕΠ και της απασχόλησης εργαζομένων σαυτόν έφταναν το 13% και 21% αντίστοιχα. Η γεωργία, η οποία για αιώνες αποτελούσε τη βάση της εθνικής οικονομίας, έδωσε τη θέση της, μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στη βιομηχανία. Παρ όλα αυτά παραμένει μία από τις κυριότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Διαθέτει πολύ καλή υλικοτεχνική υποδομή και διεξάγεται με σύγχρονα μέσα.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ολόκληρος ο γεωργικός τομέας ήταν πλήρως κολεκτιβοποιημένος. Η μετάβαση της αγροτικής οικονομίας από τη δικαιοδοσία των συνεταιρισμών και του κράτους στα χέρια των ιδιωτών προκάλεσε γενικότερα προβλήματα στον ευρύτερο πρωτογενή τομέα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα οποία όμως σήμερα δείχνουν να αντιμετωπίζονται με επιτυχία. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις καταλαμβάνουν το 30% του εθνικού χώρου. Πρόσφατα αποξηράνθηκαν μεγάλες εκτάσεις με έλη και βάλτους και αποδόθηκαν για καλλιέργεια.

Το έδαφος της χώρας ευνοεί ιδιαίτερα την καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτών (ζωοτροφές), η παραγωγή των οποίων καλύπτει παραπάνω από το μισό της συνολικής αγροτικής παραγωγής. Άλλα αγροτικά προϊόντα είναι πατάτες, λινάρι, δημητριακά, λαχανικά, καπνός, ζαχαρότευτλα και όσπρια.

Η κτηνοτροφία, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για την εθνική οικονομία, διεξάγεται στο 15% της συνολικής έκτασης της χώρας. Εκτρέφονται κυρίως βοοειδή, χοίροι και γουνοφόρα ζώα και σε μικρότερες ποσότητες αιγοπρόβατα, ενώ παράγονται σημαντικές ποσότητες κρέατος, αβγών, γαλακτοκομικών προϊόντων και ακατέργαστο μαλλί.

Τα δάση καλύπτουν το 34% της συνολικής έκτασης της χώρας και η εκμετάλλευση του δασικού πλούτου αποτελεί σημαντικό πόρο της εθνικής οικονομίας.

Τέλος, αξιόλογο κλάδο του πρωτογενούς τομέα αποτελεί και η αλιεία, η οποία διεξάγεται στα ποτάμια και τις λίμνες της χώρας. Υπάρχουν επίσης αρκετά ιχθυοτροφεία.

Ορυκτός πλούτος

Η ύπαρξη ελών και βάλτων ευνοεί τη δημιουργία τύρφης, η οποία αποτελεί το κυριότερο προϊόν του υπεδάφους και χρησιμοποιείται μαζί με το κάρβουνο και το πετρέλαιο ως καύσιμη ύλη στη βιομηχανία. Άλλα προϊόντα του υπεδάφους είναι ο γαιάνθρακας, ο λιγνίτης, η ποτάσα, η πυριτική άμμος, οι ασβεστόλιθοι και τα σιδηρούχα και μη σιδηρούχα μέταλλα. Πρόσφατα ανακαλύφθηκαν στις νότιες περιοχές της χώρας σημαντικά κοιτάσματα πετρελαίου υψηλής ποιότητας.

Η ηλεκτρική ενέργεια κατά το μεγαλύτερο μέρος της παράγεται από θερμοηλεκτρικά εργοστάσια. Το 2000 η συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε τα 24,66 δισ. κιλοβατώρες. Η χώρα πραγματοποιεί σημαντικές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από τις γειτονικές της χώρες (4,15 δισ. κιλοβατώρες το 2000), προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της (κυρίως βιομηχανικές).

Βιομηχανία

Από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και έπειτα η βιομηχανία της χώρας σημείωσε σημαντική ανάπτυξη, με την εισαγωγή νέων κλάδων, όπως η κατασκευή οργάνων και εργαλείων και η άντληση και διύλιση πετρελαίου. Το 2001 ο ευρύτερος δευτερογενής τομέας μετείχε με ποσοστό 42% στο σχηματισμό του ΑΕΠ, ενώ απασχολεί το 40% περίπου του ενεργού πληθυσμού της χώρας.

Λειτουργούν βιομηχανίες κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων, εργαλείων, ηλεκτρικών συσκευών (τηλεοράσεις, κομπιούτερ) και οργάνων ακριβείας, χημικά εργοστάσια (παρασκευής λιπασμάτων και πλαστικών), χαρτοβιομηχανίες, διυλιστήρια, μονάδες παραγωγής συνθετικών ινών, δομικών υλικών, μεταποίησης αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, εργοστάσια παραγωγής τροφίμων και κατασκευής κεραμικών ειδών, υφαντουργίες.

Εμπόριο

Το 2001 τα ποσοστά συμμετοχής του ευρύτερου τριτογενούς τομέα στο σχηματισμό του ΑΕΠ και της απασχόλησης εργαζομένων σ` αυτόν έφταναν το 45% και 39% αντίστοιχα. Ύστερα από την ανεξαρτησία της χώρας από την πρώην ΕΣΣΔ και το άνοιγμα της αγοράς, ο χρηματοπιστωτικός τομέας, παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη, ενώ “ανθούν” ποικίλες παραοικονομικές δραστηριότητες.

Το 2001 το εξωτερικό εμπόριο της χώρας εμφάνισε παθητικό εμπορικό ισοζύγιο, με την αξία των εισαγωγών να φτάνει τα 8,1 δισ. δολάρια και των εξαγωγών τα 7,5 δισ. δολάρια. Κυριότεροι εμπορικοί εταίροι της χώρας είναι η Ρωσία, η Ουκρανία, η Πολωνία και η Γερμανία. Εξάγονται κυρίως μηχανήματα, μεταφορικό υλικό, χημικά προϊόντα και τρόφιμα, ενώ εισάγονται καύσιμα (19.800.000 τόνοι πετρέλαιο το 1992), φυσικό αέριο, βιομηχανικές πρώτες ύλες, υφάσματα και ζάχαρη.

Μεταφορές και επικοινωνιακό δίκτυο

Το οδικό δίκτυο της χώρας είναι αρκετά εκτενές και βρίσκεται γενικά σε καλή κατάσταση. Το 2000 το συνολικό του μήκος έφτανε τα 98.200 χλμ., τα 66.100 από το οποία αφορούσαν ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Το 2000 το συνολικό μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου έφτανε τα 5.523 χλμ. Μεγάλο μέρος του εσωτερικού και εξωτερικού εμπορίου της χώρας διεξάγεται μέσω του εκτεταμένου υδάτινου δικτύου. Πολλοί ποταμοί είναι πλωτοί και μέσω ενός συστήματος διωρύγων εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε θαλάσσια λιμάνια της Βαλτικής και της Μαύρης θάλασσας. Κυριότερο ποτάμιο λιμάνι είναι αυτό της πόλης Μοζίρ, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας. Υπάρχουν αρκετά αεροδρόμια για προγραμματισμένες πτήσεις, μεγαλύτερο από τα οποία είναι το διεθνές αεροδρόμιο Βελικιιντβόρ, ανατολικά της πρωτεύουσας Μινσκ.

Το επικοινωνιακό δίκτυο είναι αρκετά προηγμένο και καλύπτει το σύνολο της χώρας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 αναλογούσαν μία τηλεόραση ανά 4,1 άτομα, ένα ραδιόφωνο ανά 3,4 άτομα και ένα τηλέφωνο ανά 1,3 άτομα. Κυκλοφορούσαν επίσης αρκετές εφημερίδες, η μέση ημερήσια κυκλοφορία των οποίων έφτανε τα 181 φύλλα ανά 1.000 άτομα.

Οι κάτοικοι της Λευκορωσίας

Δημογραφικά στοιχεία

Από δημογραφική άποψη ο πληθυσμός της Λευκορωσίας εμφανίζει χαρακτηριστικά των αναπτυγμένων χωρών, δηλαδή χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας και σχεδόν μηδενική πληθυσμιακή αύξηση, κάνοντας ορατό τον κίνδυνο της υπογεννητικότητας και “γήρανσης” του πληθυσμού τα επόμενα χρόνια.

Συγκεκριμένα, το 2002 ο πληθυσμός της χώρας εμφάνιζε ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας 0,98% και 1,4% αντίστοιχα, ενώ η μέση ετήσια δημογραφική μεταβολή ήταν αρνητική (-0,14%). Το αρκετά καλό επίπεδο της δημόσιας υγείας έχει ως αποτέλεσμα το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας να είναι σχετικά χαμηλό (1,4% το 2002) και ο μέσος όρος ζωής να φτάνει τα 68,28 χρόνια (2002), με μεγάλη όμως απόκλιση μεταξύ γυναικών και ανδρών (74,56 και 62,3 χρόνια αντίστοιχα).

Η υγεία των κατοίκων της χώρας επηρεάστηκε σημαντικά από το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνομπίλ, το 1986, οι επιπτώσεις του οποίου εξακολουθούν και σήμερα να είναι ορατές, με την αύξηση των κρουσμάτων καρκίνου και τις γεννήσεις παιδιών με γενετικές ανωμαλίες. Όσον αφορά την κατανομή του πληθυσμού, το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων (68,9%) ζει στα αστικά κέντρα και μόλις το 31,1% στις αγροτικές περιοχές. Η πρωτεύουσα Μινσκ συγκεντρώνει το 1/5 σχεδόν του πληθυσμού της χώρας.

Μετανάστευση

Αρκετοί Λευκορώσοι ζουν ακόμη στη Ρωσία και τις άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Το 1995 υπολογίστηκε ότι 2 στους 1.000 κατοίκους της χώρας ζούσαν στο εξωτερικό.

Σύνθεση πληθυσμού

Οι Λευκορώσοι αποτελούν σήμερα την πλειονότητα του πληθυσμού της χώρας (περίπου το 81,2%). Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου υπέστησαν σημαντικές καταστροφές και πήρε περισσότερο από 25 χρόνια για να επανέλθουν στο επίπεδο ζωής που ήταν πριν από το πόλεμο. Η δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους της Λευκορωσίας, το 1991, υπήρξε περισσότερο αποτέλεσμα της διάλυσης της πρώην ΕΣΣΔ και λιγότερο εθνικιστικών πιέσεων, μιας και οι Λευκορώσοι, σε αντίθεση με τους λαούς της Βαλτικής, δεν έχουν τόσο αναπτυγμένη τη λευκορωσική εθνική συνείδηση. Οι Ρώσοι αποτελούν τη μεγαλύτερη μειονότητα (11,4%) και ακολουθούν οι Πολωνοί, οι Ουκρανοί και άλλοι (κυρίως Εβραίοι).

Θρησκεία

Ύστερα από την πτώση του κομουνιστικού καθεστώτος που πρέσβευε την αθεΐα, αναζωπυρώθηκε το θρησκευτικό αίσθημα των κατοίκων. Σήμερα η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Υπάρχουν ακόμη αρκετοί ρωμαιοκαθολικοί (περίπου το 8%), κυρίως στις δυτικές περιοχές της χώρας, ενώ οι οπαδοί άλλων δογμάτων αποτελούν το 2%.

Γλώσσα

Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η λευκορωσική, η οποία ομιλείται από τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού. Ανήκει στις ανατολικές σλαβικές γλώσσες και παρουσιάζει μεγάλη συγγένεια με τη ρωσική, κυρίως στο συντακτικό και λιγότερο στο λεξιλόγιο. Εκτός από τη λευκορωσική στη χώρα ομιλείται και η ρωσική, από σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού.

Πολιτειακή και κοινωνική οργάνωση

Πολίτευμα και συνταγματικοί θεσμοί

Η επίσημη ονομασία του κράτους είναι Δημοκρατία της Λευκορωσίας (λευκορ. Respublika Byelarus). Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το οποίο θεσπίστηκε στις 28 Μαρτίου 1994, το πολίτευμα της χώρας είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία για θητεία 5 χρόνων, την οποία μπορεί να ανανεώσει μία μόνο φορά. Με την έγκριση του Κοινοβουλίου (αρχή της δεδηλωμένης) διορίζει τον πρωθυπουργό και το υπουργικό συμβούλιο, που ασκούν την εκτελεστική εξουσία.

Η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Εθνικό Κοινοβούλιο, το οποίο αποκαλείται και Ανώτατο Σοβιέτ ή Σέιμ. Αποτελείται από 300 μέλη, τα οποία αναδεικνύονται κάθε 5 χρόνια με γενικές εκλογές. Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι οι πολίτες της χώρας που είναι άνω των 18 ετών. Η Λευκορωσία αποτελεί μέλος του ΟΗΕ, της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών, της Ευρωπαϊκής και Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ανάπτυξη και την Ανασυγκρότηση, της UNESCO και άλλων διεθνών οργανισμών.

Υγεία – πρόνοια

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από το κομουνιστικό καθεστώς συντελέστηκε σημαντική πρόοδος στους τομείς της κρατικής πρόνοιας και της δημόσιας υγείας. Σήμερα το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων κρίνεται επαρκές και καλύπτει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Περιλαμβάνει τη παροχή συντάξεων γήρατος και αναπηρίας, τη χορήγηση επιδομάτων στις εγκύους, τους πολύτεκνους και τους ανίκανους προς εργασία καθώς και αποζημιώσεων σε περιπτώσεις εργατικού ατυχήματος.

Τις τελευταίες δεκαετίες το επίπεδο της δημόσιας υγείας γενικά βελτιώθηκε. Παρ` όλα αυτά η Λευκορωσία ήταν η χώρα που δέχτηκε τις μεγαλύτερες ποσότητες ραδιενέργειας από το πυρηνικό ατύχημα που έγινε στο Τσερνομπίλ της Ουκρανίας. Τα κρούσματα θανάτων από καρκίνο αυξήθηκαν, ενώ αντίστοιχη αύξηση παρουσίασε και ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας.

Εκπαίδευση

Το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης είναι αρκετά υψηλό και το ποσοστό των εγγράμματων έφτανε σχεδόν το 100%. Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική και παρέχεται δωρεάν για τις ηλικίες των 6-17 ετών. Υπάρχουν επίσης 145 τεχνικές και επαγγελματικές σχολές και 33 ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται το πανεπιστήμιο και το πολυτεχνείο του Μινσκ, που ιδρύθηκαν το 1921 και 1923 αντίστοιχα και η Ακαδημία Επιστημών της Λευκορωσίας, η οποία έχει να επιδείξει σημαντικό και ερευνητικό έργο.

Ένοπλες δυνάμεις

Ύστερα από την ανεξαρτητοποίηση της χώρας από την πρώην ΕΣΣΔ, οι στρατιωτικές της δυνάμεις βρίσκονται σε φάση ανασυγκρότησης. Η στράτευση είναι υποχρεωτική και διαρκεί 18 μήνες. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού είναι ρωσικής τεχνολογίας. Στο στρατό ξηράς το ποσοστό στρατευμένων είναι 61,7% και στην πολεμική αεροπορία 26,9%. Το 2001 οι δαπάνες για την άμυνα απορρόφησαν το 1% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.

Διοικητική διαίρεση

Η χώρα διαιρείται σε 6 μεγάλες περιφέρειες (επαρχίες), καθεμιά από τις οποίες υποδιαιρείται σε μικρότερες διοικητικές περιοχές. Η πρωτεύουσα Μινσκ αποτελεί αυτοδιοικούμενο δήμο.

Πρωτεύουσα – Πόλεις

Πρωτεύουσα και μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας είναι το Μινσκ (1.589.000 κάτοικοι το 1998). Η πόλη είναι χτισμένη στο κέντρο σχεδόν της χώρας, στις όχθες του ποταμού Σβίσλοτς και αποτελεί το σημαντικότερο εμπορικό, βιομηχανικό, συγκοινωνιακό και πνευματικό κέντρο. Εδώ έχουν την έδρα τους το Πανεπιστήμιο, η Ακαδημία Επιστημών της Λευκορωσίας, το Ανάκτορο των Χειμερινών Αθλημάτων και αρκετά μουσεία και θέατρα, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται και το Κρατικό Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου.

Στα αξιοθέατα της περιλαμβάνονται το μοναστήρι των Βερναρδίνων και ο καθεδρικός ναός Μαριίνσκι. Η παλαιότερη αναφορά της πόλης χρονολογείται το 1067. Στις αρχές του 12ου αιώνα αποτέλεσε έδρα πριγκιπάτου και αργότερα περιήλθε διαδοχικά στη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Ρωσία. Γνώρισε αρκετές καταστροφές και λεηλασίες, το 1812 από τους Γάλλους, το 1918-19 από τους Γερμανούς και τους Πολωνούς, ενώ στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από τα σοβιετικά στρατεύματα.

Η σύγχρονη πόλη ανοικοδομήθηκε σε μια ομαλή λοφώδη περιοχή και σήμερα έχει την όψη σύγχρονης μεγαλούπολης, με ψηλά κτίρια και φαρδείς λεωφόρους.

Δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Λευκορωσίας είναι το Γκόμελ (506.000 κάτοικοι). Η πόλη είναι χτισμένη στο νοτιοανατολικό άκρο της χώρας και αποτελεί σημαντικό βιομηχανικό κέντρο και έδρα πανεπιστημίου.

Στο βορειοανατολικό άκρο της χώρας, στις όχθες του ποταμού Νταουγκάβα είναι χτισμένη η πόλη Βιτέμπσκ (369.200 κάτ.). Ιδρύθηκε τον 11ο αι. ως φρούριο και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Το 14ο αι. αποτέλεσε τμήμα της Λιθουανίας και το 1569 περιήλθε στην κυριαρχία της Πολωνίας. Το 1772, κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Αικατερίνης της Μεγάλης, το Βιτέμπσκ αποτέλεσε έδαφος της Ρωσίας. Καταστράφηκε από το στρατό του Ναπολέοντα Α΄ το 1812 και από τους Γερμανούς στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου.

Ακολουθεί η πόλη Μογκιλιόφ (363.000 κάτ.). Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της χώρας και αποτελεί σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο και μεγάλο ποτάμιο λιμάνι. Ιδρύθηκε το 1267 γύρω από ένα φρούριο και αποτέλεσε διαδοχικά κτήση της Λιθουανίας, της Πολωνίας και της Σουηδίας, προτού περάσει στην κυριαρχία της Ρωσίας το 1778.

Πέμπτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι η Γκρόντνο (285.000 κάτ.). Είναι χτισμένη στο δυτικό τμήμα της χώρας, στις όχθες του ποταμού Νιέμεν και αποτελεί σημαντικό βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο. Ανάμεσα στα αξιοθέατά της περιλαμβάνεται το παλάτι του βασιλιά της Πολωνίας Στέφεν Μπάθορι του 16ου αιώνα.

Στο νοτιοδυτικό άκρο της Λευκορωσίας, πολύ κοντά στα σύνορα με την Πολωνία, είναι χτισμένη η πόλη Μπρεστ (277.000 κάτ.). Ιδρύθηκε τον 11ο αι. και σήμερα αποτελεί μεγάλο εμπορικό κέντρο και σημαντικό σιδηροδρομικό κόμβο.

Άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας είναι οι Μπομπρούισκ (223.000 κάτ.), στα νοτιοανατολικά του Μινσκ, στις όχθες του ποταμού Μπερεζίνα, Μπαρανοβίτσι (167.000 κάτ.), Μπορίσοφ (197.000 κάτ.) και Όρσα (124.000 κάτ.) στα βορειοανατολικά της πρωτεύουσας, καθώς και οι Πινσκ (122.000 κάτ.) και Μοζίρ (102.000 κάτ.) στο νότιο τμήμα της χώρας, κατά μήκος του ποταμού Πρίπιατ.

Πολιτισμός

Λογοτεχνία

Οι τέχνες έχουν παράδοση εκατοντάδων χρόνων στη χώρα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η κεραμική, η υφαντική, η αγγειοπλαστική και η αρχιτεκτονική. Θαυμάσιο δείγμα της τελευταίας αποτελεί η μητρόπολη της Αγίας Σοφίας στο Πόλοτσκ, η οποία χρονολογείται τον 11ο αι. και περιέχει πολλά ξυλόγλυπτα και ωραία εσωτερική διακόσμηση.

Η μουσική γνώρισε άνθηση στα μεταπολεμικά χρόνια. Και σήμερα βέβαια ακμάζουν οι διάφορες καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Κέντρο όλων αυτών αποτελεί η πρωτεύουσα της χώρας Μινσκ, στην οποία εδρεύουν το Κρατικό Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου, δύο κρατικές θεατρικές σκηνές, το μουσικό ωδείο και άλλα πνευματικά και καλλιτεχνικά ιδρύματα. Οι πιο γνωστοί από τους Λευκορώσους συνθέτες είναι οι Ρίχορ Πουκστ, Ντζμίτρι Λούκας και οι νεότεροι Γιούρι Σεμγιάνγιακα και Γιάουχεν Τσικότκσι.

Λογοτεχνία

Οι απαρχές της λευκορωσικής λογοτεχνίας ανάγονται τον 11ο αι. Κατά το 16ο αι. και 17ο αι. ο ανθρωπιστής λόγιος Φ. Σκόρινα και οι συνεχιστές του εξακολουθούν να γράφουν στη λευκορωσική, αντιστεκόμενοι στον αναγκαστικό εκπολωνισμό, μέχρι το 1696, όταν επέρχεται η πλήρης απαγόρευση της λευκορωσικής. Στα τέλη του 18ου αι. η ένωση της χώρας με τη Ρωσία, παρόλο που βοήθησε στην πολιτιστική αφύπνιση, εμπόδισε ωστόσο τη γλωσσική άνθηση.

Το 19ο αιώνα αναπτύσσεται ένα έντονο ρεαλιστικό κίνημα, με κυριότερους εκπροσώπους τους ποιητές Ι. Κουπάλα (1882-1956), Ι. Λουτσίνα (1851-1897) και Ι. Κόλας (1882-1942), οι οποίοι από το 1917 και έπειτα εξυμνούν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, στη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου.

Το έργο τους συνεχίζουν ο μυθιστοριογράφος Κ. Τσόρνιι (1900-1944), ο θεατρικός συγγραφέας Κ. Κράπιβα, ο οποίος έγραψε σατιρικά κείμενα και έργα επιστημονικής φαντασίας, και οι ποιητές Π. Μπρόφκα και Μ. Τσάροτ (1896-1938). Από τους σύγχρονους Λευκορώσους λογοτέχνες, οι οποίοι στα έργα τους στρέφονται στα προβλήματα του σημερινού ανθρώπου, ξεχωρίζουν οι ποιητές Μ. Τανκ (γεν. το 1912) και Α. Κουλεσόφ (γεν. το 1914) και οι συγγραφείς Ι. Μπριλ (γεν. το 1917), Ι. Σαμιάκιν (γεν. το 1921) και Β. Μπίκοφ (γεν. το 1924).

Ιστορία

Μέχρι τον 20ό αιώνα

Η περιοχή της σημερινής Λευκορωσίας, η οποία εκτείνεται από τον ποταμό Πρίπιατ έως τον δυτικό Νβίνα, κατά τον 5ο και 6ο αι. κατοικούνταν από ανατολικά σλαβικά φύλα, τα οποία επέκτειναν σταδιακά την κυριαρχία τους προς τα δυτικά, αφομοιώνοντας τα εκεί βαλτικά φύλα. Κατά τον 9ο-12ο αι. η περιοχή αποτέλεσε τμήμα της ηγεμονίας του Κιέβου και η πόλη Πόλοτσκ στο βορρά γνώρισε μεγάλη ακμή.

Στη συνέχεια οι ηγεμόνες του Πόλοτσκ απελευθερώθηκαν από την κυριαρχία του Κιέβου, γρήγορα όμως η ευρύτερη περιοχή αποτέλεσε τμήμα του μεγάλου δουκάτου της Λιθουανίας, το οποίο στη διάρκεια του 13-14ου αι. επεκτάθηκε σε όλη τη σημερινή Λευκορωσία.

Η ρωσική γλώσσα και θρησκεία, καθώς και οι ρωσικές πολιτιστικές και κοινωνικές δομές διατηρήθηκαν μέσα στους κόλπους του δουκάτου, ενώ αρκετές πόλεις της σημερινής Λευκορωσίας, όπως οι Γκρόντνο, Μινσκ, Πόλοτσκ και Βιτέμπσκ, γνώρισαν μεγάλη ακμή. Ωστόσο στα μέσα του 15ου αι. άρχισε να γίνεται ολοένα και εντονότερη η πολωνική επιρροή, ύστερα από την άνοδο της εκπολωνισμένης λιθουανικής αριστοκρατίας.

Η ανάμειξη της Λιθουανίας στον πόλεμο της Λιβονίας (1558-1583), την ανάγκασε να ενωθεί το 1569 με την Πολωνία, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη Μοσχοβία.

Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τη λευκορωσική αριστοκρατία να υιοθετήσει το ρωμαιοκαθολικισμό και την πολωνική γλώσσα προκειμένου να διατηρήσει τα προνόμιά της. Το αποτέλεσμα ήταν το 1696 η πολωνική να αποτελέσει την επίσημη γλώσσα της Λευκορωσίας, γεγονός που οδήγησε τα επόμενα χρόνια τη χώρα σε παρακμή.

Με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, η Λευκορωσία αποτέλεσε τμήμα της Ρωσίας και το 1840 μετονομάστηκε σε “Βορειοδυτική Ρωσία”. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησε ένας βίαιος εκρωσισμός, ενώ στις αρχές του 20ού αι. η χώρα αποτέλεσε προσφιλή τόπο εγκατάστασης των Εβραίων της Ρωσίας.

20ός αιώνας

Στη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 η Λευκορωσία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, καθώς αποτέλεσε κέντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Δυτικού Μετώπου. Το 1918 η χώρα καταλήφθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα, τον Δεκέμβριο όμως του 1918 την απελευθέρωσε ο Κόκκινος Στρατός και τον Ιανουάριο του 1919 απέκτησε για πρώτη φορά εθνική και κρατική υπόσταση ως Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Στη διάρκεια του Πολωνοσοβιετικού πολέμου (1920), η Λευκορωσία καταλήφθηκε από τους Πολωνούς, απελευθερώθηκε όμως από τον Κόκκινο Στρατό.

Το δυτικό τμήμα της Λευκορωσίας παραχωρήθηκε με τη Συνθήκη της Ρίγας (Μάρτιος 1921) στην Πολωνία. Το υπόλοιπο τμήμα της χώρας αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος της ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο του 1922. Ύστερα από την ήττα της Πολωνίας από τη Γερμανία, το δυτικό τμήμα της Λευκορωσίας, που ως τότε ανήκε στην Πολωνία, προσαρτήθηκε στη Δημοκρατία της Λευκορωσίας το 1939.

Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου η Λευκορωσία καταλήφθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα και τέλεσε υπό γερμανική κατοχή από το 1941-1944, στη διάρκεια της οποίας υπέστη πολλές υλικές καταστροφές, ενώ χιλιάδες κάτοικοί της (κυρίως Εβραίοι) εκτελέστηκαν. Τον Ιούλιο του 1944 απελευθερώθηκε από τα σοβιετικά στρατεύματα, ενώ ένα χρόνο αργότερα καθορίστηκαν τα σημερινά της σύνορα με την Πολωνία. Τα επόμενα χρόνια η χώρα ανασυγκροτήθηκε, αρκετές καταστραμμένες της πόλεις ανοικοδομήθηκαν και δόθηκε έμφαση στη βιομηχανική της ανάπτυξη.

Μετά τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές οι οποίες έλαβαν χώρα στην πρώην ΕΣΣΔ, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Λευκορωσία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 25 Αυγούστου 1991 και έγινε τελικά ανεξάρτητη ύστερα από τη διάλυση της ΕΣΣΔ, στις 26 Δεκεμβρίου 1991. Την ίδια χρονιά η Λευκορωσία αποτέλεσε μαζί με τη Ρωσία και την Ουκρανία ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών, η οποία συγκροτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου.

Πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ της Λευκορωσίας και αρχηγός του κράτους ορίστηκε ο Στανισλάου Σούσκεβιτς, ο οποίος το 1992-1993 ήρθε σε ρήξη με τον πρωθυπουργό Βιατσεσλάου Κέμπιτς, όσον αφορά το θέμα των σχέσεων της χώρας με τη Ρωσία. Το 1992 η χώρα υπέγραψε συμφωνία κατά την οποία δεσμευόταν να απομακρύνει όλες τις πυρηνικές εγκαταστάσεις και τα όπλα από το έδαφός της μέχρι το 1996. Τον επόμενο χρόνο, παρά τις διαφωνίες του Σούσκεβιτς, η Λευκορωσία δέχτηκε να συνάψει συμφωνία οικονομικής και νομισματικής ένωσης με τη Ρωσία.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση

Τον Μάρτιο του 1994 θεσπίστηκε νέο Σύνταγμα, ενώ τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου διεξήχθησαν στη χώρα προεδρικές εκλογές. Νικητής των εκλογών αναδείχτηκε ο Αλεξάντρ Λουκασένκο, ο οποίος ανέλαβε το αξίωμα του προέδρου της χώρας και διόρισε στη θέση του πρωθυπουργού τον Μιχαήλ Σιγκίρ. Ο Λουκασένκο σύναψε στενούς οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία, κατηγορήθηκε όμως από εκείνους που πρέσβευαν ότι η οικονομική ένωση των δύο χωρών θα αύξανε ακόμα περισσότερο τη δύναμη της Ρωσίας.

Τον Σεπτέμβριο του 1994 η Ρωσία ανακοίνωσε ότι η οικονομία της Λευκορωσίας είναι αρκετά ασθενής για να μπορέσει η Ρωσία να προχωρήσει στην οικονομική ένωση, η οποία είχε αναγγελθεί. Μπροστά σ` αυτή την εξέλιξη η Λευκορωσία αποφάσισε να θέσει σε κυκλοφορία το δικό της νόμισμα, το ρούβλι της Λευκορωσίας, το οποίο αποτέλεσε το μοναδικό νόμιμο νόμισμα της χώρας, τον Οκτώβριο του 1994.

Στις αρχές του 1995 η Λευκορωσία έγινε μέλος του Προγράμματος για την Ειρήνη, που αποτελεί πρόδρομο της ένταξής της στο ΝΑΤΟ, ενώ την ίδια χρονιά έλυσε το θέμα των συνοριακών της διαφορών με τη γειτονική Λιθουανία και προσχώρησε στην Ένωση των Τεσσάρων, μία χαλαρή τελωνειακή ένωση μεταξύ της Λευκορωσίας, της Ρωσίας, του Καζακστάν και της Κιργισίας.

Στις 2 Απριλίου 1996 Ρωσία και Λευκορωσία υπέγραψαν συμφωνία πολιτικής και οικονομικής συνεργασίας. Ωστόσο η μετάβαση της λευκορωσικής οικονομίας στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς εξακολούθησε να συναντά προβλήματα και να προχωρεί με αργούς ρυθμούς, καθιστώντας τη Λευκορωσία την πιο ασταθή οικονομικά χώρα μεταξύ των πρώην Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.

Τον Ιανουάριο του 1999 ο πρόεδρος της Ρωσίας Μπόρις Γέλτσιν και ο πρόεδρος της Λευκορωσίας Αλεξάντερ Λουκασένκο προχώρησαν στην πολιτική ένωση των δύο χωρών. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, οι δύο χώρες χωρίς να ενωθούν σε ενιαίο κράτος ακολουθούν κοινή εξωτερική, οικονομική και αμυντική πολιτική, ενώ προβλέπεται η σύσταση ενός ανώτερου Συμβουλίου και μίας κοινής 36μελούς Εθνοσυνέλευσης. Από την 1 Οκτωβρίου 2001 πρωθυπουργός της χώρας είναι ο Γκενάτι Νοβίτσκι.

Στέλιος Θεοδωρίδης
Είμαι ένας απλός και ταπεινός άνθρωπος. Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι
RELATED ARTICLES

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166