Bruce Haack: Ο βασιλιάς της Techno

Bruce Haack: Ο βασιλιάς της Techno

Είμαστε επί του παρόντος ακόμη στο καλοκαίρι που όλοι περιμέναμε, αλλά δεν ρωτήσαμε αν αυτό μας περίμενε στην τελική. Να ξεκινήσουμε βουτιές γκρινιάζοντας γιατί ήρθαν έτσι οι συγκυρίες και “άνοιξε” το μυαλό μας, κάνοντας μας ικανούς να αντιληφθούμε το ερπετό που ονομάζεται “Αδικία” και για ποιο λόγο είναι μέρος της φυλής μας, να αρχίσουμε να πίνουμε μανιασμένα τον καφέ κάτω από μια ομπρέλα μην έχοντας καταλάβει για πιο λόγο ο “δίπλα” μας βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα ή γιατί ο “παραδίπλα” είναι σε χειρότερη μοίρα και κάνει τόσα ανοίγματα…

Ή να πάμε απλώς διακοπές και να προσπαθήσουμε να είμαστε με αυτούς που αγαπάμε; Θα προτιμήσω το πρώτο γιατί έτσι είμαι εγώ. Όχι, πλάκα κάνω.

Το σημερινό άρθρο θα προσπαθήσω να το παρουσιάσω όσο πιο απλά γίνεται, γιατί κάθε χρόνο πραγματικά ξεχνάω το πόσο δύσκολο είναι σε περίοδο καλοκαιριού να ανοίξω και να διαβάσω εγώ και οποιοσδήποτε άλλος ένα κείμενο που αφορά την ιστορία μουσικού που πολλοί σίγουρα δεν θα γνωρίζουν την ύπαρξη του.

Η συγκεκριμένη περίπτωση όμως, αυτός ο μουσικός, έχει προσφέρει πολλά στον τομέα της ηλεκτρονικής μουσικής. Εξού και ο τίτλος “βασιλιάς της Techno“. Ακόμα και αν δεν θα καταλάβετε περί τίνος πρόκειται τελειώνοντας το σημερινό άρθρο, θα καταλάβετε όταν ακούσετε μερικά από τα κομμάτια του. Αλήθεια: είναι ο παππούς της Techno ή λάθος έβαλα αυτό τον τίτλο; Ή μήπως απλός τον συγκράτησα απο κάπου; Διαβάστε, διαβάστε!

O Bruce Haack, γεννηθείς του 1931, είχε ως δουλειά το να γράφει τραγούδια για παιδιά. Η μουσική του ήταν ένας συνδυασμός ήχων από μουσικά ηλεκτρονικά όργανα που έφτιαχνε ο ίδιος, μουσική country, κλασική, pop αλλά και μερικές σταγόνες από rock. Οι στοίχοι δε, είχαν μια μεγάλη δόση σουρεαλιστικών στοιχείων.

Ο Haack ξεκίνησε να ασχολείται με την μουσική από μικρή ηλικία. Από τα τέσσερά του κιόλας, έφτιαχνε απλές μελωδίες στο οικογενειακό πιάνο. Σε ηλικία δώδεκα ετών, έκανε μαθήματα πιάνου και ξεκίνησε να παίζει ως έφηβος σε τοπικά συγκροτήματα coyntry και western μουσικής.

Το περίεργο με τον Haack ήταν ότι πέρασε κάποια χρόνια με τους Ινδιάνους, μιας και τον είχανε καλέσει για να παίρνει μέρος στα pow-wows τους. Αυτά, ήτανε συγκεκριμένου είδους συγκεντρώσεις όπου οι Ινδιάνοι μαζεύονταν για να χορέψουν, να τραγουδήσουν, να κοινωνικοποιηθούν αλλά και να τιμήσουν την Ινδιάνικη κουλτούρα. Η λέξη pow-wow προέρχεται από διάλεκτο της φυλής Narragensett και σημαίνει “πνευματικός ηγέτης”.

Ως αυτού λοιπόν, οι Ινδιάνοι γνωρίσανε στον Bruce Haack τον ιερό τους κάκτο που χρησιμοποιούσαν στις συγκεντρώσεις τους, το Πεγιότ, και τον άφησαν να συμμετάσχει στις ιεροτελεστίες τους. Οι ψυχοτροπικές εμπειρίες των Ινδιάνων με το Peyote τον επηρέασαν αρκετά, ιδιαίτερα όσον αφορά την αντίληψη του περί μουσικής και σύνθεσης — κάτι που φαίνεται αρκετά στα επόμενα χρόνια ζωής του.

Αργότερα, η μετακόμιση του στην απομονωμένη περιοχή του Rocky Mountain House στην Alberta του Καναδά, του έδωσε τον χρόνο που ήθελε ώστε να αναπτύξει τις μουσικές του ιδέες και τον προσωπικό του χαρακτήρα.

Ο Haack, ψάχνοντας έναν τρόπο να αυξήσει τις μουσικές του γνώσεις, γράφτηκε στο μουσικό πρόγραμμα του πανεπιστημίου της Alberta. Αν και απορρίφθηκε από την σχολή λόγω της αδυναμίας του να διαβάζει και να γράφει νότες, πολύ σύντομα θα αρχίσει να γράφει και να ηχογραφεί μουσική για θεατρικές παραστάσεις για το Πανεπιστήμιο του Edmond, να έχει την δικιά του ραδιοφωνική εκπομπή και να παίζει σε συγκρότημα. Το πτυχίο του Ψυχολόγου που θα αποκτούσε σε μερικά χρόνια θα τον βοηθούσε πολύ στο να γράφει μουσική κατάλληλη για παιδιά.

Αργότερα, η σχολή Julliard της Νέας Υόρκης θα του πρόσφερε την δυνατότητα να μαθητεύσει δίπλα στον μουσικοσυνθέτη Vincent Perischetti. Λόγω της υποτροφίας που του έδωσε η κυβέρνηση του Καναδά, ο Haack όδευσε προς την Νέα Υόρκη για να συνεχίσει τις σπουδές του το 1954. Στην σχολή αυτή, γνώρισε έναν ομοϊδεάτη, τονTed “Praxiteles” Pandel, με τον οποίο και σύναψε φιλίες που κράτησαν μια ολόκληρη ζωή. Οι σπουδές του όμως στην σχολή αποδείχθηκαν λιγότερο συμπαθητικές απ’ όσο περίμενε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παρατήσει την σχολή μετά από 8 μήνες φοίτησης.

Από ‘κει και μετά, ο Haack ξεκίνησε να γράφει μουσική χωρίς κάποιους περιορισμούς, βουτώντας βαθιά μέσα στον κόσμο της σύνθεσης. Πέρασε την δεκαετία του ’50 γράφοντας μουσική για χορευτικές και θεατρικές παραγωγές αλλά και pop τραγούδια για δισκογραφικές εταιρίες όπως την Dot Records και τη Coral Records.

Αρχές της δεκαετίας του ’60 ξεκίνησε ένα και όλο αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ηλεκτρονική μουσική, οπότε και ο Haack το εκμεταλλεύτηκε χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικούς ήχους στις μουσικές του παραγωγές.

Παράλληλα με την μουσική, ο Haack εμφανίστηκε και σε τηλεοπτικά show, όπως το “I’ve got a Secret” και το “The Tonight Show with Johny Carson“, τις πιο πολλές φορές μαζί με τον φίλο του τον Pendel. Εκείνη την εποχή, οι δυο μαζί έκαναν αρκετές επιδείξεις του μουσικού οργάνου Dermatron – ενός synthesizer που βασιζόταν στην αφή και την θερμότητα!

Ο Haack, έγραψε και κάποια πολύ όμορφα κομμάτια εκείνη την δεκαετία, όπως το “Mass for Solo Piano” του 1962 το οποίο εκτέλεσε ο Pendel στο Carnegie Hall και το “Garden of Delights” του 1963 στο οποίο είχε γίνει ένας συνδιασμός μεταξύ ηλεκτρονικής μουσικής και Γρηγοριανών ψαλμών.

Εκείνο τον καιρό, επίσης, ο Haack συνειδητοποίησε την αγάπη του στην σύνθεση μουσικής για παιδιά, μέσω μιας δασκάλας παιδικού χορού, της Esther Nelson. Πιθανών λόγω της δικιάς του μοναχικής παιδικής ηλικίας πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με εκπαιδευτικά παιδικά τραγούδια.

Μαζί με τον Pendel, δημιούργησαν την δικιά τους δισκογραφική εταιρία με την ονομασία “Dimension 5 Records” στην οποία κυκλοφόρησαν το παιδικό άλμπουμ “Dance, Sing & Listen“. Δυο άλλοι δίσκοι ακολούθησαν, οι “Dance, Sing & Listen Again” και “Dance, Sing & Listen Again and Again“. Αν και η μουσική έμοιαζε κάπως με παρόμοιες μουσικές παραγωγές της εποχής, είχε κάτι ιδιαίτερο που την έκανε πρωτότυπη: συνδύαζε μουσικές coyntry, μεσαιωνική, κλασσική, pop, πιάνο και synthesizer!

Η εξωπραγματική μουσική ιδιοφυΐα του αποτυπώθηκε στην μουσική των δίσκων “Dance, Sing & Listen” δείχνοντας την ανάγκη του για πειραματισμό με διάφορα είδη μουσικής. Αν και δεν είχε κάποια ιδιαίτερη γνώση στα ηλεκτρονικά, κατάφερνε να δημιουργεί μουσικά όργανα και synthesizers από διάφορα ηλεκτρονικά μέρη άλλα και παλιά ραδιόφωνα. Μαζί με δυο 2-Track κασετόφωνα και ένα εφέ “Tape Echo” δημιουργούσε την μουσική που ακούμε στους πρώτους του δίσκους για παιδιά.

Αν και η μουσική του καριέρα ξεκίνησε γεμάτη πειραματισμούς, δημιουργία πρωτότυπων μουσικών οργάνων, δισκογραφικών εταιριών και μουσικής για παιδιά, τα επόμενα χρόνια αποδείχθηκαν αρκετά δύσκολα. Θα τα δούμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος για τον ιδιαίτερο αυτό μουσικό.

Πίνακας περιεχομένων

1960

Ο Bruce Haack έχει περάσει πια χίλια κύματα. Έχοντας μπει ενεργά πλέον στην δεκαετία του ’60 και μιας και το μουσικό κοινό έχει ακούσει τόσα και τόσα, έγινε μπορούμε να πούμε πιο δεκτικό στις μουσικές παραξενιές του. Οπότε ο συνεργάτης, φίλος και business manager του Haack, Chris Kachulis, άρπαξε μια μοναδική ευκαιρία απο τα αρχίδια.

Εκμεταλλεύθηκε την μουσική του Haack και την χρησιμοποίησε σε διαφημιστικά spot και άλλες mainstream παραγωγές. Μικρή λίστα ονομάτων που χρησιμοποίησαν την μουσική του είναι οι Parker Brothers Games, Goodyear λάστιχα αυτοκινήτων, Kraft τυροκομικά αλλα και η ασφαλιστική εταιρία (εκεί που δουλεύουν όλα τα καθίκια δηλαδή) Linkoln Life Insurance. Κατα την πορεία αυτή ο Haack κέρδισε δυο βραβεία για την μουσική του συνεισφορά.

Επίσης συνέχισε να διαφημίζει την δουλειά του στην τηλεόραση και ιδιαίτερα την ηλεκτρονική μουσική. Ιδιαίτερη στιγμή ήταν η επίδειξη που έκανε στην σειρά “The Mister Rogers Show” το 1968 δείχνοντας το πως λειτουργούν τα synthesizers. Ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε το “The Way-Out Record for Children“.

Ο Kachulis έκανε κάτι που βοήθησε πολύ στην μουσική καριέρα του φίλου του Haack. Τον μύησε στο ψυχεδελικό Rock. Πιο συγκεκριμένα, η μουσική Acid Rock ήταν αυτό που ταίριαζε στα μουσικά γούστα του Haack.

Ως αποτέλεσμα, το 1969 (σημαντική ημερομηνία; δεν νομίζω) κυκλοφόρησε η πρώτη δουλειά του Haack με rock επιρροές. Ο δίσκος λεγότανε Electric Lucifer με κεντρική ιδέα την Γη που βρίσκεται ανάμεσα στον πόλεμο μεταξύ Παράδεισου και Κόλασης. Ο Kachulis στα φωνητικά και ο Haack στη μουσική, με τους ιδιαίτερους home-made ήχους και τα “παχιά” moog σε συνδυασμό με την δύναμη “powerlove” που έσωζε την ανθρωπότητα εκτός απο τον Lucifer, οδήγησαν σε έναν πρωτότυπο δίσκο που συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον μέχρι και σήμερα. Ακόμα μια φορά με την βοήθεια του Kachulis, ο δίσκος βρέθηκε στα χέρια κάποιου χοντρού τυπά απο την Columbia Records και αυτό οδήγησε στην πρώτη μεγάλη κυκλοφορία σε μεγάλη δισκογραφική εταιρία.

1970

Έχοντας ξεκινήσει η δεκαετία του ’70, βλέπουμε τον Bruce Haack να διευρύνει τους ορίζοντες του. Μετά την κυκλοφορία του δίσκου Electric Lucifer, ο Haack, δημιουργήθηκε δυνατή φιλία με τον μουσικό Raymond Scott. Οι δυο μαζί ξεκίνησαν να πειραματίζονται με δυο απο τα ηλεκτρονικά μουσικά όργανα του Scott, τα Clavivox και Electronium. Τίποτα δεν σώζεται από αυτή τη συνεργασία, ακόμα και όταν ο Scott δώρισε το Clavivox στον Haack, αυτός προτίμησε να μην το χρησιμοποιήσει σε καμία απο τις ηχογραφήσεις του.

Παρόλα αυτά ο Haack συνέχισε να γράφει μουσική που βασιζόταν στο περίεργο μείγμα που είχε δημιουργήσει με τον δίσκο Lucifer και το 1971 κυκλοφόρησε το Together. Αποφάσισε να αποφύγει το να χρησιμοποιήσει το δικό του όνομα μιας και με αυτό έγραφε μουσική για παιδιά και χρησιμοποίησε το Jackpine Savage. Ήταν η μοναδική φορά που θα χρησιμοποιούσε αυτό το ψευδώνυμο

Ο Haack ταυτόχρονα συνέχισε να γράφει μουσική για παιδιά, κυκλοφορώντας τα “Dance to the music” το 1972, το “Captain Entropy” το 1973 και το “This Old Man” το 1974 — το τελευταίο ήταν στην ουσία διασκευές απο παραδοσιακά μουσικά κομμάτια. Αφού μετακόμισε στο Winchester άρχισε να αφιερώνει περισσότερο χρόνο με την Pendel και ξεκίνησε να γράφει κομμάτια αποκλειστικά για παιδιά.

1980

Το πιο σκοτεινό του album το “Haackula” κυκλοφορεί χωρίς να γνωρίζει κανείς αν θα έχει την απήχηση που απαιτείται. Παρόλα αυτά, ο δίσκος αυτός όρισε μουσικά την τελευταία δουλειά του Haack με τίτλο “Bite” που κυκλοφόρησε το 1981. Ο δίσκος, μουσικά, ήταν διαφορετικός απο οποιαδήποτε άλλη δουλειά του καλλιτέχνη.

Ακόμα όμως, κι αν ήταν τόσο διαφορετικός και πολύ πιο σκληρός από την προηγούμενη δουλειά του, παρατηρούμε πως διατηρεί το στοιχείο που τον έκανε γνωστό: το διαπαιδαγωγικό στοιχείο, αυτό το μέρος της μουσικής που προοριζόταν στο να καλλιεργήσει τα παιδιά! Αυτό όμως που έκανε την διαφορά σε αυτό τον δίσκο είναι η προσθήκη ενός τραγουδιστή ηλικίας 13 χρόνων, τον Ed Harvey.

Υπήρχε ένας πολύ σημαντικός λόγος που ο Haack ξεκίνησε να γράφει “σκοτεινούς” δίσκους που δεν αναφέραμε πιο πάνω. Η κατ’ επανάληψη εκμετάλλευση των δίσκων του απο την Columbia και η αδυναμία του να μπορεί να βγάλει τα προς το ζην, τον οδήγησαν στον αλκοολισμό και σε ακραίες διατροφικές συνήθειες. Η υγεία του Haack, εξασθενούσε με μαθηματική ακρίβεια. Αυτό οδήγησε την δισκογραφική του Dimension 5 στο να υπολειτουργεί, αλλα με την βοήθεια του Pendel και της Nelson και την επανακυκλοφορία παλαιότερων δίσκων και έξυπνων επιχειρηματικών κινήσεων, η δισκογραφική κατάφερε να κρατηθεί.

Ο Haack μας άφησε το κύκνειο άσμα του το 1982 με ένα κομμάτι με αρκετά στοιχεία hip-hop, σε συνεργασία με τον Russel Simmons των Def Jam με τίτλο “Party Machine“. Ώσπου το 1988 πέθανε απο καρδιακό επεισόδιο αφήνοντας μας μια εκπληκτική μουσική κληρονομιά, που όμοια της δεν υπάρχει πουθενά. Η δισκογραφική του εταιρία, Dimention 5, συνέχισε την λειτουργιά της κυκλοφορώντας δίσκους για παιδιά μέσω της Nelson, που όμως τους έλειπε η πρωτοτυπία του Haack.