Το Συμβούλιο της AGCOM, στη συνεδρίαση της 29ης Δεκεμβρίου 2025, αποφάσισε την επιβολή προστίμου άνω των 14 εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος της Cloudflare, κατόπιν διαδικασίας που κινήθηκε για τη μη εκτέλεση εντολής που είχε εκδοθεί τον Φεβρουάριο 2025 στο πλαίσιο της εφαρμογής του αντιπειρατικού νόμου. Το μέτρο, που τυποποιήθηκε με την απόφαση υπ’ αριθ. 333/25/CONS και κοινοποιήθηκε σήμερα, εγκρίθηκε με την αντίθετη ψήφο της Επιτρόπου Elisa Giomi και αφορά τη μη συμμόρφωση προς την εντολή που δόθηκε με την απόφαση 49/25/CONS της 18ης Φεβρουαρίου 2025.
Σύμφωνα με όσα ανασυνέστησε η Αρχή, η Cloudflare δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση της να απενεργοποιήσει την πρόσβαση σε σειρά περιεχομένων που διακινούνταν παράνομα κατά παράβαση του νόμου 93/2023, μη λαμβάνοντας κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψει τη χρήση των υπηρεσιών της για τη διανομή έργων προστατευόμενων από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.
Η εντολή φραγής και η μη συμμόρφωση
Ειδικότερα, η Agcom είχε διατάξει την εταιρεία, υπό την ιδιότητά της ως παρόχου υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που εμπλέκεται στην προσβασιμότητα παράνομου περιεχομένου, να παρέμβει στη DNS επίλυση των ονομάτων χώρου και στη δρομολόγηση της κίνησης δικτύου προς συγκεκριμένες διευθύνσεις IP που είχαν επισημανθεί από τους δικαιούχους μέσω της πλατφόρμας Piracy Shield. Εναλλακτικά, η Αρχή είχε ζητήσει την υιοθέτηση ισοδύναμων τεχνολογικών και οργανωτικών μέτρων, με σκοπό να καταστούν μη προσβάσιμα για τους τελικούς χρήστες τα παρανόμως διακινούμενα περιεχόμενα.
Ωστόσο, από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας προέκυψε ότι η Cloudflare συνέχισε, ακόμη και μετά την κοινοποίηση της εντολής, να μην λαμβάνει καμία ουσιαστική πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση της χρήσης των υπηρεσιών της για σκοπούς πειρατείας. Συμπεριφορά η οποία, σύμφωνα με την Agcom, συνιστά διαρκή παραβίαση της αντιπειρατικής νομοθεσίας και των συναφών εκτελεστικών διατάξεων που έχει εκδώσει η Αρχή.
Η κύρωση και το κανονιστικό πλαίσιο
Η σχετική νομοθεσία προβλέπει, σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς εντολές που εκδίδονται από την Αρχή κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, την επιβολή διοικητικού προστίμου έως και 2% του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε στην τελευταία κλεισμένη χρήση πριν από την κοινοποίηση της παράβασης. Στο πλαίσιο αυτό, η Agcom όρισε το ύψος του προστίμου στο 1% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών της εταιρείας, φθάνοντας σε συνολικό ποσό άνω των 14 εκατομμυρίων ευρώ.
Το μέτρο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία και λόγω του ρόλου που διαδραματίζει η Cloudflare στο οικοσύστημα του διαδικτύου. Σύμφωνα με όσα υπογραμμίζει η Αρχή, ένα πολύ υψηλό ποσοστό των ιστότοπων που έχουν αποτελέσει αντικείμενο φραγής κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο διαδίκτυο χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες που προσφέρει η εταιρεία για την παράνομη διάδοση προστατευόμενων έργων.
Με την απόφαση αυτή, η Agcom προχωρά στην πλήρη εφαρμογή του αντιπειρατικού νόμου, ο οποίος έχει επεκτείνει ρητά το πεδίο των υπόχρεων στην καταπολέμηση της πειρατείας, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που εμπλέκονται, με οποιονδήποτε τρόπο, στην προσβασιμότητα παράνομων ιστοτόπων και υπηρεσιών.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους, οι πάροχοι υπηρεσιών VPN, οι πάροχοι δημοσίως διαθέσιμων DNS και οι διαχειριστές μηχανών αναζήτησης.
Από την υιοθέτηση της πλατφόρμας Piracy Shield, τον Φεβρουάριο 2024, έως σήμερα έχουν απενεργοποιηθεί πάνω από 65 χιλιάδες FQDN και περίπου 14 χιλιάδες διευθύνσεις IP που χρησιμοποιούνταν για την πρόσβαση σε παράνομο περιεχόμενο.
Σε ευρύτερο πλαίσιο, η υπόθεση Cloudflare αναδεικνύει τη μετατόπιση της ευθύνης από τους άμεσους διακινητές πειρατικού υλικού προς τους ενδιάμεσους παρόχους υποδομών. Εταιρείες CDN, υπηρεσίες απόκρυψης IP και DNS resolvers, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ουδέτεροι τεχνικοί μεσάζοντες, καλούνται όλο και περισσότερο να λειτουργήσουν ως «ρυθμιστικές πύλες» για το τι είναι προσβάσιμο online.
Αυτό δημιουργεί σημαντικά νομικά και τεχνικά διλήμματα: από τη μία, οι δικαιούχοι πιέζουν για άμεση και αποτελεσματική απόσυρση παράνομου περιεχομένου· από την άλλη, οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων προειδοποιούν για τον κίνδυνο υπερβολικού μπλοκαρίσματος και έλλειψης διαφάνειας στις διαδικασίες.
Σε συνδυασμό με το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο (όπως ο Κανονισμός για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες – DSA), υποθέσεις σαν κι αυτή μπορεί να λειτουργήσουν ως «τεστ αντοχής» για το πώς θα οριστεί στην πράξη η ευθύνη των ενδιάμεσων παρόχων, αλλά και για το πού θα μπει η γραμμή ανάμεσα στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και τη διασφάλιση της ελευθερίας πληροφόρησης.
