ΑρχικήΨυχαγωγίαΔημήτρης Χορν: Η απουσία του είναι ακόμη αισθητή

Δημήτρης Χορν: Η απουσία του είναι ακόμη αισθητή

Δεν είναι ωραία τα μνημόσυνα ούτε οι αγιοποιήσεις. 23 χρόνια από τον θάνατο του Δημήτρη Χορν. Τι να γράψεις; Τι να πεις; Δεν έχουν ειπωθεί όλα; Μπορεί να είναι κι έτσι. Έχει αξία όμως να επανερχόμαστε. Όχι για να παίρνουμε ζωή ή ως «φόρο τιμής», αλλά για να μη χάνουμε την κλωστή που διαπερνά το τώρα από το χθες. Λένε πως ένας άνθρωπος παραμένει ζωντανός όσο είναι στη μνήμη. Και ο Δημήτρης Χορν είναι βιολογικά εκτός σήμερα, εντός όμως στον χώρο του θεάτρου και της ηθοποιίας, στις προσωπικές και συλλογικές αφηγήσεις και μνήμες.

Σαράντα και κάτι χρόνια γεμάτα θεατρικούς και κινηματογραφικούς ήρωες, κλασικά και σύγχρονα έργα, αναζήτηση, διαρκή αμφιβολία, ανατροπές. Σπάνια πάστα, μάστορας του θεάτρου, ερμήνευσε μεγάλους ρόλους, συνεργάστηκε με σπουδαίους συναδέλφους, σκηνοθέτησε παραστάσεις, έγραψε δύο θεατρικά κείμενα, πρωταγωνίστησε σε φιλμ. Πίστευε πως στη σκηνή πλησιάζεις τον Θεό. Και ο ηθοποιός; «Αυτή η άποψη ότι ο ηθοποιός μπαίνει στο πετσί του ρόλου είναι λάθος. Ο ρόλος μπαίνει στο πετσί του εαυτού. Αυτό που καλύπτει τον ηθοποιό είναι ο ρόλος. Εκμυστηρεύεται διαμέσου ενός άλλου –δήθεν– προσώπου. Η εξομολόγηση δεν είναι συνειδητή. Το υποσυνείδητο εξομολογείται».

Γεννήθηκε το 1921 στην Αθήνα. Πατέρας του ο θεατρικός συγγραφέας και ναύαρχος Παντελής Χορν και νονά του η ηθοποιός Κυβέλη. Ήταν οκτώ χρόνων όταν η Κυβέλη τον έβγαλε στη σκηνή. Σπούδασε στη Δραματική του Εθνικού, με δάσκαλο τον Δημήτρη Ροντήρη και ντεμπούτο έκανε στο Βασιλικό Θέατρο, πριν καλά καλά τελειώσει τη δραματική, στη «Νυχτερίδα» του Στράους, το 1941. Από εκεί στην Κοτοπούλη, με μουσικές κωμωδίες, που γρήγορα τις εγκατέλειψε για να μην τυποποιηθεί και ρίχτηκε στο ελεύθερο θέατρο.

Το 1944 μαζί με τη Μαίρη Αρώνη δημιούργησαν θίασο, για να τον διευρύνουν αργότερα και με τη Βάσω Μανωλίδου. Κάποια στιγμή γύρισε στο Εθνικό Θέατρο ανεβάζοντας Σαίξπηρ, Μπέρναρ Σο κ.ά. Από το 1952 έως το 1955 συγκρότησαν μαζί με τη Λαμπέτη και τον Γιώργο Παππά θίασο, ενώ το ζευγάρι εμφανίστηκε μαζί μέχρι το 1959. Καταπιάστηκαν με πολλά σύγχρονα έργα: «Αριστοκρατικός δρόμος» του Τζ. Μπάρι, «Ο βροχοποιός» του Ρίτσαρντ Νας, το «Το νυφικό κρεβάτι» του Γιαν Ντε Χάρτογκ, «Το παιχνίδι της μοναξιάς» του Ουίλιαμ Γκίμπσον κ.ά. Το 1959 η συνεργασία τους διακόπτεται και ο Δημήτρης Χορν συνεχίζει με δικό του θίασο την καλλιτεχνική του πορεία: «Ταξιδιώτης χωρίς αποσκευές» του Ζακ Ανούιγ, «Θωμάς ο δίψυχος» του Άγγελου Τερζάκη, «Ο δειλός και ο τολμηρός» των Ρ. ΜακΝτούγκαλ και Τεντ Άλαν, ενώ το καλοκαίρι του 1962 πρωταγωνίστησε στο μουσικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι «Οδός Ονείρων» στο Θέατρο Μετροπόλιταν.

Τελευταίες του παραστάσεις ο «Ερρίκος ο Δ΄» του Πιραντέλο (1979) σε δική του σκηνοθεσία και ο «Αρχιμάστορας Σόλνες» του Ίψεν (1983), με συμπρωταγωνίστρια τη Δέσποινα Γερουλάνου. Έγραφε ο ίδιος στο πρόγραμμα της παράστασης: «Η τέχνη ξυπνάει τον άνθρωπο. Αυτός άλλωστε είναι ο δημιουργός της – ο γεννήτοράς της σε καιρούς και σε ώρες αγρύπνιας για την εναγώνια αναζήτηση της αλήθειας. Αυτή όμως, σοφή, δεν φανερώνεται. Πρέπει αδιάκοπα, επίμονα να την αναζητάς. Αιφνίδια σε φωτίζει». Δύο ρόλους αγάπησε: Τον Τρελό από τη «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ, γιατί «είναι βαθιά μελαγχολικός», και τον Ριχάρδο τον Γ΄ από το ομώνυμο κείμενο του Σαίξπηρ, γιατί «είναι άνθρωπος με απίστευτη γοητεία. (…) Και οι δύο ρόλοι μ’ έκαναν να αισθάνομαι πως είμαι ευαίσθητος». Και παράλληλα, ο κινηματογράφος και οι ταινίες, οι οποίες, αν και ο ίδιος ισχυριζόταν πως γύρισε για βιοποριστικούς και μόνο λόγους, άφησαν ιστορία: «Ο μεθύστακας» (1949), «Κυριακάτικο ξύπνημα» (1953), «Η κάλπικη λίρα» (1954), «Μια ζωή την έχουμε» (1957), «Αλίμονο στους νέους» (1961) κ.ά.

Δυο λόγια για τον Τάκη

38 χρόνια μετά την τελευταία παράσταση και 23 από τον θάνατο του ποια είναι η πιο σταθερή μνήμη; Τέσσερις καλλιτέχνες που σχετίστηκαν μαζί του εξηγούν τις εμπειρίες που είχαν με αυτό το ιερό τέρας.

Γιώργος Μοσχίδης: Ήταν άνθρωπος «πάρ’ τα όλα»

Το θέατρο και οι άνθρωποί του είναι σαν τον έρωτα. Όταν τελειώνει μια παράσταση είναι σαν να τελειώνει ένα φιλί, ένα χάδι, ένα αγκάλιασμα. Κι όλα τι γίνονται; Μνήμες. Ε, αυτό είναι. Αφιέρωσε τη ζωή του, την ψυχή του. Συν όλα τ’ άλλα. Κάτι που –μη με παρεξηγήσετε, ούτε αυτοί που θα με διαβάσουν– δεν το βλέπω σήμερα. Και αισθάνομαι λιγάκι απογοητευμένος. Πρέπει να αγαπήσεις. Αν δεν αγαπήσεις δεν μπορείς να ζήσεις. Έχω δουλέψει ένα χρόνο μαζί του στον «Δικό μας» του Πίτερ Μπαρνς. Βέβαια κάναμε και πολλή παρέα επί καθημερινής βάσης. Τώρα, πώς να τον χαρακτηρίσω, ντρέπομαι κιόλας. Ήταν ένας σπουδαίος, ένας μεγάλος ηθοποιός. Θυμάμαι, ήμουν πολύ μικρός, έφηβος, και είδα μια παράσταση στο Εθνικό, που έπαιζε ο Χορν μαζί με την Καλογερίκου και την Αρώνη, ένα έργο του Αλφρέντ ντε Μισέ. Χάζεψα.

Και πέρασαν πολλά χρόνια. Έγινα κι εγώ ηθοποιός και κάποια στιγμή ζητούσε έναν ηθοποιό και μια φίλη μου με σύστησε στον Τάκη. Έτσι είχα την τύχη, την ευκαιρία, τη χαρά ας πούμε να γνωριστούμε από κοντά και να γίνουμε και πολύ φίλοι. Πέρα από το ότι ήταν ένας έξοχος ηθοποιός, πολύ elegant, ήταν και Άνθρωπος. Άνθρωπος! «Πάρ’ τα όλα» που λένε, την ψυχή μου, ό,τι έχω. Και αυτό ιδιοσυγκρασιακά και ιδεολογικά μου πήγαινε πολύ. Γιατί οι άνθρωποι που δίνουνε είναι ανοιχτοί.

Γιώργος Μιχαλακόπουλος: Σε παρέσυρε

Ευτύχησα νέος ηθοποιός να παίξω πλάι του στον «Δον Ζουάν» του Μολιέρου. Απλόχερα έδινε τα αισθήματα, τη φιλία, τη συναδελφικότητά του στους ηθοποιούς. Χαριτωμένος, με απέραντο χιούμορ και χαρακτηριστικό την προσωπική του ανασφάλεια, ήταν σαν μωρό παιδί ο ίδιος – ανά πάσα στιγμή αμφισβητούσε τον εαυτό του. Νοιαζότανε για τα προσωπικά σου, για την υγεία σου. Και όχι μόνο για τον ηθοποιό, αλλά και για τις ταξιθέτριες, για τον μηχανικό.

Ένα ζωντανό κύτταρο μέσα στον χώρο του θεάτρου, που ήθελες δεν ήθελες σε παρέσυρε σ’ αυτό το γοητευτικό παιχνίδι της σκηνής. Γιατί είχε την ευλογία του θεού Διόνυσου. Θυμάμαι που κατά καιρούς στον «Δον Ζουάν» ερχόταν ένας ξερακιανός γύρω στο 1,88, πανύψηλος, με μαύρα και μία ρεπούμπλικα. Και κάθε είκοσι μέρες παρακολουθούσαμε την ίδια σκηνή. Ο άνδρας σε μία γωνία κρατώντας το καπέλο του, σε βαθύτατο πένθος, και ο Τάκης να βάφεται στο καμαρίνι του και να του λέει:

  • Πάλι πέθανε ο πατέρας;
  • Ναι, κύριε Τάκη, δυστυχώς…, απαντούσε εκείνος.
  • Και θα έχουμε και έξοδα τώρα. Πρέπει να βρούμε το αντίστοιχο φέρετρο, έχουμε έξοδα και για το πλοίο, συνέχιζε ο Τάκης.

Ήταν μια διαδικασία τράκας. Αυτά όλα βάζοντας το μέικαπ, το περουκίνι, όλα γινόντουσαν μαζί· και ο θίασος εκεί, παρακολουθούσαμε μονόπρακτο κανονικά. Ώσπου ο άνδρας έπαιρνε τα λεφτά και μετά από είκοσι μέρες ξαναερχόταν. Είμαστε τυχεροί που τον ζήσαμε. Ο Τάκης υπάρχει.

Λευτέρης Βογιατζής: Ήταν σαν αέρας

Δεν μπορώ να τον περιγράψω, έχω ξαναπεί πράγματα στο παρελθόν και νομίζω ότι το ανεπανάληπτο είναι κάτι που έχει ζήσει κανείς και δεν μπορεί να το μεταφέρει, γιατί ακούγεται σαν υπερβολή. Διότι όταν λέμε ανεπανάληπτο εννοούμε από κάθε πλευρά. Από την πλευρά της ευχαρίστησης, της συναναστροφής, της ψυχικής πλήρωσης, της ομορφιάς, της εξυπνάδας, της καλοσύνης, του χιούμορ. Οπότε, ξέρετε, μεταφερόμενα αυτά, μυθολογώντας γύρω από αυτά, σιγά σιγά καταλήγουν σε ομοιόμορφους χαρακτηρισμούς που χάνουν το νόημά τους.

Και κάθε άνθρωπος έχει προσφέρει αυτό που έχει προσφέρει και όλα αυτά δεν χάνονται, ακόμα κι όταν περάσουν πολλές γενιές. Δεν ξέρω, στο πίσω μέρος του μυαλού μου μπορώ να τον δω τόσο ζωντανά, σε διάφορες στιγμές των συναντήσεών μας, ή και στη σκηνή ακόμα. Μια απ τις πρώτες παραστάσεις που θυμάμαι στη ζωή μου, μικρό παιδάκι, ήταν το «Νυφικό κρεβάτι», στο Θέατρο Κεντρικόν, όπου ο Χορν βγήκε και είπε ότι δεν μπορεί να παίξει γιατί είναι κρυωμένος. Και ένιωσα μεγάλη απογοήτευση. Είναι αστείο. Πολύ μετά πήγαινα στο Εθνικό στις πρόβες συνέχεια, στο «Μακρύ ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» και στον «Ιβάνοφ», κρυφά.

Ήταν εκτυφλωτικός, είχε μια τέτοια διάθεση που σε ενέπνεε, ανά πάσα στιγμή. Η εμπειρία μου περιέχει μέσα πολλά διαφορετικά πρόσωπα που έχω θαυμάσει και τον Χορν και τη Λαμπέτη. Δηλαδή αυτά τα πρόσωπα υπήρξαν τα πολύ βασικά στην εμπειρία μου τη θεατρική, ήταν πρόσωπα-αναφορές. Τότε και τώρα. Σημείο αναφοράς για εμένα, η αίσθηση του λόγου και της κίνησης που είχε, της σκηνικής ελαφράδας, του βάθους, το οποίο όμως δεν ήταν βαρύγδουπο αλλά ανάερο, δεν είχε έτσι ένα σοβαροφανές στοιχείο επάνω του, ήταν σαν αέρας. Αυτό είναι όντως σπάνιο. Γιατί είναι ένα βαθύτερο κοίταγμα στα πράγματα, που δίνει αυτή την αέρινη αίσθηση.

Δέσποινα Γερουλάνου: Ποιητής της ζωής

Δύο πράγματα έχω κρατήσει από τον Τάκη. Την απλοχεριά του σε όλα και το χιούμορ του. Πείραζε τους πάντες, έκανε πλάκα στους πάντες, διηγούνταν καταπληκτικά. Και καθημερινά μας έλεγε ιστορίες και λυνόμασταν στα γέλια. Και στο τηλέφωνο ακόμα. Μας τηλεφωνούσε και έδινε παράσταση κανονική. Αφού σκεφτόταν από το πρωί τι θα πάρει να μας πει. Ατελείωτες ιστορίες για το θέατρο, τον Ροντήρη, τον Φωκά, την Κοτοπούλη, τον Βεάκη, τη μάνα του, τον τσακωμό Κοτοπούλη – Κυβέλης.

Ήταν και φοβερά βωμολόχος. Έλεγε τρελά πράγματα. Ποιήματα με διάφορες «χοντράδες», κι όλα αυτά με τρόπο που δεν σόκαρε. Θυμάμαι κάθε βράδυ που έκλεινε η κουΐντα και χειροκροτούσαν από κάτω και έλεγε: «Τι σουξέ, Βαγγελίστρα μου!». Όταν έπαιξα στον «Αρχιμάστορα Σόλνες» ήμουν 25 χρονών. Δεν σου έδινε ποτέ την αίσθηση του απόμακρου, του πιο μεγάλου, του ταλαντούχου, αυτό το έβρισκες μόνος σου. Γίναμε φίλοι παίζοντας μαζί.

Έδινε μια άλλη πνοή στη ζωή, την αγαπούσε πολύ. Από το πρωί που ξύπναγε μέχρι το βράδυ που κοιμόταν, ήταν μια παράσταση, μια λάμψη σε όλα. Στον λόγο του, στο τραγούδι του, ζούσες δίπλα σ’ ένα ζωντανό θέατρο. Αυτό είναι που αισθάνομαι ότι λείπει περισσότερο, δεν το έχω ξαναδεί σε άνθρωπο. Η σκηνή ήταν το ένα χιλιοστό από αυτό που έκανε στη ζωή. Ποιητής της ζωής, ας πούμε.

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο
Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166