Η Αυστραλιανή επιτροπή ανταγωνισμού βάζει στο στόχαστρο Facebook και Google

Η Αυστραλιανή επιτροπή ανταγωνισμού βάζει στο στόχαστρο Facebook και Google

Η Αυστραλιανή επιτροπή ανταγωνισμού (ACCC) ανακοίνωσε πως θα ζητήσει να επιβληθούν νέοι και αποτελεσματικότεροι κανονισμοί από το Facebook, την Google και τους άλλους τεχνολογικούς γίγαντες για τον τρόπο με τον οποίο κερδίζουν χρήματα (Δηλαδή από ποιους προέρχονται τα χρήματα), πόσα δηλώνονται από αυτά, και γενικότερα να υπάρξει πλήρη διαφάνεια αναφορικά με αυτό το ζήτημα, κάτι που μέχρι τώρα δεν ισχύει στο μετρό που θα έπρεπε να γίνεται.

Οι προτάσεις της Αυστραλιανής Επιτροπής Ανταγωνισμού και Προστασίας των Καταναλωτών, εάν τελικά επιβληθούν, τότε αναμένεται πως θα επέλθουν ριζικές αλλαγές, και προφανώς ίσως να υιοθετήσουν αυτά τα μέτρα και άλλες χώρες.

Φυσικά όλη αυτή η προσπάθεια έχει ως στόχο να περιοριστεί η δύναμη των των τεχνολογικών γιγάντων του διαδικτύου εν μέσω αρκετών παγκόσμιων ανησυχιών για θέματα αντιμονοπωλιακής συμπεριφοράς, μέχρι και την κατάχρηση της ιδιωτικής ζωής, και το ρόλο τους στη διάδοση της παραπληροφόρησης και το περιεχόμενο που παραπέμπει σε ρητορική μίσους.

Μετά από μια 18μηνη εκτεταμένη και διεξοδική έρευνα σχετικά με την ισχύ των ψηφιακών πλατφορμών, η ACCC πρόκειται να εκδώσει την τελική της έκθεση έως τις 30 Ιουνίου 2019, με απώτερο σκοπό για να γνωρίζει η τοπική κυβέρνηση και ο κόσμος τι παίζεται με αυτά τα ζητήματα.

Επίσης, αναμένεται να συμπεριληφθούν προτάσεις προς τις τεχνολογικές εταιρείες για σαρωτικούς ελέγχους από ανεξάρτητη ελεγκτική επιτροπή σχετικά με το χειρισμό των προσωπικών δεδομένων, τη χρήση των αλγορίθμων που ταξινομούν και προβάλλουν διαφημίσεις, για τα αποτελέσματα αναζήτησης και πως εξουδετερώνεται το ακατάλληλο περιεχόμενο.

Επιπρόσθετα αξίζει να επισημάνουμε πως σε μία προηγούμενη προκαταρκτική έκθεση 328 σελίδων που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο, η ACCC εξέφρασε την ανησυχία της για την «τρομακτική» ισχύ που ασκούν στην αγορά οι εταιρείες όπως η Google και το Facebook, και μάλιστα εκείνο που τονίζει είναι πως υπάρχει «έλλειψη διαφάνειας» στις λειτουργίες τους, πράγμα που σημαίνει πως ενδέχεται να προβαίνουν ηθελημένα ή άθελα σε παράτυπες ενέργειες.