Η νομοθεσία της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα

Η νομοθεσία της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα

Η νομοθεσία της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα.

«Ο κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα βιοκαύσιμα δεν εγγυάται μειωμένο αντίκτυπο στο περιβάλλον – ούτε αντιμετωπίζει το βασικό ζήτημα της σημαντικής μείωσης των βλαβερών εκπομπών αερίου από τα οχήματα που κοιμούνται στους δρόμους», σύμφωνα με μια νέα διδακτορική διατριβή από το Πανεπιστήμιο Lund University της Σουηδίας.

ο David Harnesk, ερευνητής στο Κέντρο Μελετών Αειφορίας του Lund εξηγεί: «Αν και σε μικρότερη κλίμακα, τα βιοκαύσιμα μπορούν να αποτελέσουν μια καλή εναλλακτική λύση για τις δημόσιες μεταφορές, αλλά δεν μπορεί να λύσει το ζήτημα του κλίματος σε μακροπρόθεσμο στάδιο, απλά αυτό το μοντέλο αντικαθιστά τα ορυκτά καύσιμα με τα βιοκαύσιμα, αντίθετα, πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας».

Ο David Harnesk μελέτησε τις επιπτώσεις του κανονισμού της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα, και πιο συγκεκριμένα την οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από το 2009, διερευνώντας πόσο καλά ανταποκρίνεται η οδηγία στους στόχους της μείωσης των κλιματικών επιπτώσεων στον τομέα των μεταφορών και την αγροτική ανάπτυξη. Η οδηγία έχει εισαγάγει ένα ειδικό κανονιστικό πλαίσιο για να διασφαλίσει ότι μέχρι το 2020 το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα αντιστοιχεί στο 10% της κατανάλωσης ενέργειας στον τομέα των μεταφορών.

Η μελέτη υποστηρίζει ότι η νομοθεσία της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα δεν είναι ούτε περιβαλλοντικά βιώσιμη, ούτε κοινωνικά ευεργετική μακροπρόθεσμα. Ουσιαστικά, ωφελεί την αγορά της ΕΕ, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις της οδηγίας για τις χώρες που βρίσκονται εκτός αυτής της γεωγραφικής περιοχής. Αυτή η λανθασμένη προσέγγιση από μεριάς της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η οδηγία καταρτίστηκε σε μια προσπάθεια στήριξης του τομέα της ενέργειας και της γεωργίας στην Ευρώπη, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που μαστίζει σχεδόν όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης.

«Η προοπτική της βιωσιμότητας αντικειμενικά έχει λάθος βάσεις. Επιπλέον, σήμερα η οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν μπορεί να εγγυηθεί τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου», λέει ο David Harnesk.

Η διατριβή επισημαίνει ότι σημαντικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές πτυχές δεν διασφαλίζονται από τις ελάχιστες απαιτήσεις της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι ελάχιστες απαιτήσεις αφορούν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, καθώς και τα κριτήρια για τη αποθήκευση του άνθρακα και της βιοποικιλότητας, και μάλιστα πρέπει να πληρούνται ευλαβικά από τους παραγωγούς προκειμένου να λάβουν την επιδότηση που αφορά τα βιοκαύσιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δύο παραδείγματα για τον τρόπο με τον οποίο οι ελάχιστες απαιτήσεις δεν ανταποκρίνονται στις φιλοδοξίες των οδηγιών για την κλιματική και την αγροτική ανάπτυξη είναι:

1. Η αλλαγή χρήσης της γης, εξαιτίας των αυστηρών οδηγιών.
2. Η προσπάθεια μείωση της φτώχειας μέσω της αγροτικής ανάπτυξης.

Η έρευνα ισχυρίζεται ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης αλλαγής στη χρήση της γης, αφού ανάγκασαν τους γεωργούς και τους παραγωγούς να αλλάξουν συνήθειες, χωρίς να έχουν πολλές επιλογές, αναφορικά με τις καλλιέργειες τους. Αυτό έχει γίνει εις βάρος των μικρότερων γεωργικών εκμεταλλεύσεων, καθώς και των αγροτικών περιοχών με μεγαλύτερη βιοποικιλότητα, τόσο εντός όσο και εκτός της Ευρώπης.

Για παράδειγμα, στη Μαλαισία και στην Ινδονησία, δύο χώρες που παράγουν μεγάλο μέρος του φοινικέλαιου που εξάγεται στην ΕΕ, σημειώθηκε σημαντική αύξηση της παραγωγής βιοκαυσίμων για την ευρωπαϊκή κατανάλωση. Αυτό έχει οδηγήσει στην εκκαθάριση μεγάλων δασικών εκτάσεων γης, εξαιτίας των νέων αναγκών και στην απελευθέρωση αερίων του θερμοκηπίου που είχαν προηγουμένως αποθηκευτεί στο δάσος και απελευθερώθηκαν μετά την αποψίλωση.

Ο David Harnesk ανέλυσε επίσης το αναπτυξιακό επιχείρημα της ΕΕ που διεξήχθη στο πλαίσιο της θέσπισης της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι αναπτυσσόμενες χώρες θα ωφεληθούν οικονομικά, καθώς θα τους επιτρέψει να πωλήσουν την βιομάζα πού προμηθεύτηκαν στην ευρωπαϊκή αγορά, η οποία με τη σειρά της θα οδηγήσει σε περισσότερες θέσεις εργασίας και αυξημένη ανάπτυξη.

«Όμως στις υπανάπτυκτες χώρες που παράγουν βιοκαύσιμα, θα επιφέρει τεράστια σύγκρουση μεταξύ των φτωχών ανθρώπων και της πολιτείας για την εκμετάλλευση της γης, και στην πραγματικότητα θα ωφεληθεί ο τύπος γεωργία που διεξάγεται σε μεγάλη κλίμακα από τους τσιφλικάδες, και εν μέρει επειδή πολλές χώρες που επιθυμούν να παραδώσουν τα προϊόντα τους στην ΕΕ, όπως η Τανζανία, δεν διαθέτουν ιδρύματα που να αναδιανέμουν τα οικονομικά οφέλη με τρόπους που θα ωφελήσουν τον τοπικό πληθυσμό.

Το έργο της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα αποπροσανατολίζει την προσοχή των ανώτατων αξιωματούχων που επιμελούνται του θέματος από την ανάγκη μετασχηματισμού που είναι ζωτικής σημασίας για τη δημιουργία μιας πιο βιώσιμης κοινωνίας. Η συνολική κατανάλωση ενέργειας των μεταφορών απαιτείται να μειωθεί . Ωστόσο, σήμερα, οι πολιτικοί και οι εταιρείες βασίζονται στα βιοκαύσιμα ως ένα είδος παγκόσμιας θεραπείας για τα κλιματικά προβλήματα του τομέα των μεταφορών, χωρίς όμως να λύνουν το πρόβλημα.

«Προφανώς δεν θα μπορέσουμε να εξαλείψουμε την χρήση των ιδιωτικών οχημάτων, αλλά μπορούμε να αλλάξουμε την προσέγγισή μας. Η βασική ανάγκη της κοινωνίας για μεταφορές μπορεί να οργανωθεί με άλλη προσέγγιση που δεν θα εξυπηρετεί μόνο τα δικά μας συμφέροντα (ως χώρες), κάτι που συμβαίνει ήδη σε μικρό βαθμό στις δημόσιες μεταφορές. Όμως για να είναι βιώσιμη αυτή η μεθοδολογία, χρειαζόμαστε έναν συνδυασμό θεσμικών ρυθμίσεων που μειώνουν ταυτόχρονα την κατανάλωση ενέργειας και διασφαλίζουν τις βασικές ανάγκες της κοινωνίας που χρησιμοποιούν τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς», καταλήγει ο David Harnesk.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας