Η οικονομική ευμάρεια των πολιτών περιθωριοποιεί τη μεσογειακή διατροφή

Η οικονομική ευμάρεια των πολιτών περιθωριοποιεί τη μεσογειακή διατροφή

Η μεσογειακή διατροφή την οποία η σύγχρονη διαιοτολογία χαρακτηρίζει ως τρόπο ζωής που χαρίζει μακροζωία και καλή υγεία και η οποία έχει οπαδούς σε ολόκληρο τον κόσμο, «εγκαταλείπεται σιγά σιγά» στις χώρες από τις οποίες προήλθε, προειδοποιεί ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας, του ΟΗΕ.

Ο Γιόζεφ Σμιτχούμπερ, οικονομολόγος του FAO, δήλωσε ότι τα τελευταία 45 χρόνια η διάσημη διατροφική φιλοσοφία που βασίζεται στην κατανάλωση άφθονων φρέσκων φρούτων και λαχανικών, δημητριακών αλλά και ελαιόλαδου, «αργοπεθαίνει» στην πατρίδα του.

Οι έρευνες δείχνουν ότι καθώς οι λαοί της νότιας Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής γίνονται πλουσιότεροι, οι διατροφικές τους συνήθειες χειροτερεύουν.

Σύμφωνα με τον Σμιτχούμπερ, οι λαοί των ακτών της Μεσογείου ξοδεύουν τα περισσότερα χρήματα που κερδίζουν για να προσθέσουν περισσότερες θερμίδες από κρέατα και λίπη στη διατροφή τους, η οποία παραδοσιακά ήταν φτωχή σε ζωικές πρωτεΐνες.

Στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Κύπρο και τη Μάλτα που υπήρξαν φτωχότερες από τις χώρες της βόρειας Ευρώπης, η αύξηση της ημερήσιας κατανάλωσης θερμίδων ήταν 30%.

«Η αυξημένη πρόσληψη θερμίδων και η μικρότερη κατανάλωση θερμίδων μέσω της άσκησης, έχουν καταστήσει την Ελλάδα τη χώρα με το μεγαλύτερο μέσο όρο του δείκτη μάζας σώματος και με το υψηλότερο ποσοστό υπέρβαρων και παχύσαρκων», τόνισε ο Σμιτχούμπερ, ενώ πρόσθεσε ότι τα τρία τέταρτα την Ελλήνων είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Το ίδιο βέβαι παρατηρείται και σε περισσότερους από τους μισούς Ιταλούς, Ισπανούς και Πορτογάλους.

Εντωμεταξύ, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες αγνοούν τις προειδοποιήσεις του FAO και τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ότι τα λίπη δεν πρέπει να ξεπερνούν το 30% της συνολικής πρόσληψης ενέργειας μέσω της διατροφής, αλλά η Ισπανία, η Ελλάδα και η Ιταλία είναι πάνω από το όριο αυτό και είναι οι χώρες με τη μεγαλύτερη πρόσληψη λίπους.

Τέλος, ο Σμιτχούμπερ αποδίδει την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών όχι μόνο στην αύξηση των εισοδημάτων, αλλά και σε παράγοντες όπως η αύξηση του αριθμού των σουπερμάρκετ, η διανομή κατ΄οίκον εδεσμάτων, αλλά και στο γεγονός ότι οι εργαζόμενες γυναίκες αφιερώνουν πλέον λιγότερο χρόνο στη μαγειρική, με αποτέλεσμα οι οικογένειες να τρώνε όλο και περισσότερο εκτός σπιτιού, συχνά σε εστιατόρια γρήγορου φαγητού.