Η ζωή με είχε προειδοποιήσει με πολύ έντονο τρόπο

Η ζωή με είχε προειδοποιήσει με πολύ έντονο

Άρθρο αναγνώστριας μας, που μας εξομολογείται το προσωπικό της βίωμα.

Ήμουν 23 χρόνων όταν συνέβησαν όλα. Σίγουρα, πολύ μικρή για να πεθάνω. Αλλά ίσως αυτό να είχε συμβεί αν δεν είχε μπει η μητέρα μου στο δωμάτιο εκείνη την Κυριακή.

Παρασκευή πρωί. Το ξυπνητήρι, που χτυπούσε, σήμαινε ότι είχε έρθει η ώρα να σηκωθώ να πάω στο γραφείο. Άνοιξα με δυσκολία τα μάτια μου και προσπάθησα να σηκωθώ, αλλά το κεφάλι μου κόντευε πάλι να σπάσει. Εδώ και μέρες είχα συνεχώς ένα φριχτό πονοκέφαλο. Καθώς εκείνο το διάστημα δούλευα εξωφρενικά πολλές ώρες, το είχα αποδώσει στην υπερβολική κούραση, είχα σχεδόν δίκιο.

Με κλειστά τα μάτια άπλωσα το χέρι μου στο κομοδίνο για να βρω το τηλέφωνο. «Δεν μπορώ να έρθω, αισθάνομαι χάλια» ψέλλισα στο διευθυντή του περιοδικού όπου δούλευα τότε. «Ξέχασέ το, έχουμε πολλή δουλειά, πρέπει να έρθεις» μου απάντησε και μου έκλεισε το τηλέφωνο.

The big sleep

Η εικόνα μου όταν έφτασα στη δουλειά ήταν μάλλον κωμικοτραγική. Στεκόμουν στην είσοδο του γραφείου φορώντας τις ξεχειλωμένες φόρμες του σπιτιού με ένα μπουφάν από πάνω (η μόνη κίνηση που είχα καταφέρει να κάνω πριν μπω στο ταξί), με τα μάτια μου ερμητικά κλειστά, καθώς δεν μπορούσα να ανεχτώ το φως της μέρας αλλά και της αίθουσας – φωτοφοβία. Ο art director, που διέσχιζε το διάδρομο, με είδε και απόρησε: «Τι κάνεις εδώ σ’ αυτή την κατάσταση;».

Δεν έκανα προσπάθεια να του απαντήσω, ούτως ή άλλως κι εγώ η ίδια δεν ήξερα καλά καλά πώς είχα βρεθεί εκεί. Απλώς στεκόμουν και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. «Πήγαινε γρήγορα σπίτι σου να ξεκουραστείς!» μου είπε βάζοντάς με σε ένα ταξί. «Να ξεκουραστώ, ναι» σκεφτόμουν καθώς σερνόμουν πίσω στο κρεβάτι μου και αποκοιμιόμουν. Ήταν πια Παρασκευή μεσημέρι. Μέχρι την Κυριακή δεν κουνήθηκα.

Mother instinct

Εκείνο το διάστημα έμενα στο ίδιο σπίτι με την αδελφή μου, η οποία έτυχε να λείπει δύο μέρες και να γυρίσει Κυριακή μεσημέρι. Μπήκε στο δωμάτιό μου, σιγουρεύτηκε ότι ήμουν καλά αφού είδε ότι ήμουν σπίτι και κοιμόμουν –τι πιο φυσιολογικό–, και έκλεισε την πόρτα. Για μία ακόμη φορά η σοβαρότητα της κατάστασής μου είχε περάσει κάτω από τη μύτη των ανθρώπων που ήταν γύρω μου.

Σε ένα γύρισμα της μοίρας, εκείνη τη μέρα επέστρεφε και η μητέρα μου, που ήταν στο εξωτερικό. Μπαίνοντας στο σπίτι ήρθε πάνω από το κρεβάτι μου, μου φίλησε τα μαλλιά και μου είπε ότι θα με περίμενε στην κουζίνα για να με δει. «Ναι, έρχομαι» της είπα μεταξύ ύπνου και ξύπνου – ή μάλλον σε ημικωματώδη πια κατάσταση. Εκείνη έμεινε να με κοιτάζει που κοιμόμουν. Κάτι δεν της πήγαινε καλά.

«Πόσες ώρες κοιμάται η Λένα;» πήγε και ρώτησε την αδελφή μου, που δεν είχε την απάντηση. Γύρισε στο δωμάτιο. «Λένα, σήκω και έλα λίγο στην κουζίνα που σε θέλω». «Ναι» της απάντησα χωρίς να κουνηθώ. «Σήκω δύο λεπτά να σου πω κάτι» μου έλεγε και μου ξανάλεγε, με τη φωνή της να γίνεται όλο και πιο ανήσυχη, αλλά εγώ δεν ανταποκρινόμουν. «Το παιδί κάτι έχει!» φώναξε και έδωσε οδηγίες στην αδελφή μου να με πιάσει από την άλλη πλευρά και να με πάνε σηκωτή στο αυτοκίνητο για το νοσοκομείο.

Το λάθος

Στα Επείγοντα του πιο κοντινού νοσοκομείου που εφημέρευε επικρατούσε πανζουρλισμός. Άνθρωποι φώναζαν, είτε από νεύρα είτε από πόνο, μια κοπέλα δίπλα μας έκανε εμετό στο πάτωμα, νοσηλευτές πηγαινοέρχονταν νευρικά κι εγώ ένιωθα τα πόδια μου να μη με κρατάνε και τα φώτα του διαδρόμου να με πληγώνουν. Φωτοφοβία ξανά. Εκείνο το μέρος με έκανε να αισθάνομαι ακόμα χειρότερα.

Τελικά φτάσαμε σε μια νευρολόγο, που είναι η ειδικότητα που σε εξετάζει σε τέτοιες περιπτώσεις, για να καταλάβει αν έχεις γρίπη ή κάτι πιο σοβαρό. «Γρίπη έχει το κορίτσι, να την πάτε στο σπίτι να ξεκουραστεί» αποφάνθηκε. Για κάποιο λόγο δεν είχε καταλάβει ότι είχα προσβληθεί από μηνιγγίτιδα. Ότι η ζωή μου βρισκόταν σε κίνδυνο. Το ήξερε όμως η μητέρα μου, κάπου βαθιά μέσα της. Και με πήρε πάλι σηκωτή για ένα ιδιωτικό νοσοκομείο που βρισκόταν εκεί κοντά. Όχι ότι τα ιδιωτικά είναι απαραίτητα καλύτερα από τα δημόσια, απλώς έτυχε να είναι το κοντινότερο.

Εντολή γιατρού

Είχα πολλές κακές αναμνήσεις από αυτή την κλινική, αφού εκεί νοσηλευόταν ο πατέρας μου πριν τον χάσουμε, ένα χρόνο νωρίτερα, από καρκίνο. Αλλά εκείνη την ώρα δεν αισθανόμουν και πολλά πράγματα, ούτε πού βρισκόμουν ακριβώς.

Θυμάμαι τις αυτόματες πόρτες να ανοίγουν μπροστά μας όταν φτάσαμε στην κεντρική είσοδο. Ησυχία στο χώρο. Θυμάμαι ακόμα μια γιατρό να περνάει εκείνη την ώρα από μπροστά μας. Τη γιατρό να σταματάει απότομα με το που έπεσε το βλέμμα της προς το μέρος μας. Τη γιατρό να αλλάζει κατεύθυνση και να έρχεται γρήγορα καταπάνω μας. Τη γιατρό να ειδοποιεί κάποιους ότι έπρεπε να με πάνε αμέσως για παρακέντηση, για να διαπιστώσουν αν έπασχα από μηνιγγίτιδα και από ποιον τύπο.

The verdict

Όπως εξήγησε στη μητέρα και την αδελφή μου, που δεν συγκρατούσε πια τα δάκρυά της, η μηνιγγίτιδα, αν είναι μικροβιακή μπορεί να προκαλέσει βλάβη στον εγκέφαλο, απώλεια ακοής, αναπηρία ή ακόμη και θάνατο. Θα μπορούσα βέβαια να έχω και ιογενή, που είναι πολύ σοβαρή, αλλά πιο σπάνια θανατηφόρα.

Τυχερή μες στην ατυχία μου, έπασχα από ιογενή μηνιγγίτιδα, αλλά άτυχη μες στην τύχη μου, ήμουν τόσο εξαντλημένη εκείνο το διάστημα που ο οργανισμός μου δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε επιπλοκή. Πιο συγκεκριμένα, αν είχαμε πάει έστω και λίγες ώρες αργότερα, η γιατρός αμφέβαλλε αν θα κατάφερνα να αναρρώσω πλήρως.

Η μητέρα μου άκουγε όσα της έλεγε κάθε φορά η γιατρός και το πρόσωπό της έμοιαζε να γερνάει απότομα. Ακόμα και όταν είχα διαφύγει κάθε κίνδυνο, ένιωθε υπεύθυνη που είχε επιτρέψει να συμβεί κάτι τέτοιο στην 23χρονη κόρη της, στην ουσία από υπερκόπωση. Αλλά το λάθος ήταν δικό μου, που νόμιζα ότι είχα ατέλειωτες δυνάμεις και ότι μπορούσα να δουλεύω 16 ώρες τη μέρα, να κοιμάμαι τέσσερις και να τρώω όποτε το θυμόμουν.

Μάθημα ζωής

Μία εβδομάδα αργότερα, και ενώ βρισκόμουν ακόμα στο νοσοκομείο, χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ο διευθυντής μου. Αφού μου μετέφερε χαιρετίσματα από όλους στο γραφείο, κόμπιασε για μια στιγμή και έπειτα με ρώτησε: «Είσαι σίγουρη ότι δεν μπορεί να σου φέρει η αδελφή σου ένα λάπτοπ εκεί που κάθεσαι, να γράψεις τη στήλη σου και να μας τη στείλεις;». Με το που το άκουσα, του έκλεισα το τηλέφωνο κατάμουτρα. Η ζωή με είχε προειδοποιήσει με πολύ έντονο τρόπο ότι πρέπει να τη σέβομαι. Και αυτό ακριβώς θα έκανα από εκείνη τη μέρα και μετά.

80% από εσάς έχετε πάρει μεγάλες αποφάσεις για τη ζωή ύστερα από κάποιο τραγικό γεγονός, αλλά λίγο αργότερα τις ξεχάσατε.

Προηγούμενο άρθροGive freeze a chance
Επόμενο άρθροDemon Days: Gorillaz Ένα εκλεκτό μουσικό άλμπουμ
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας