Μια έρευνα του Πανεπιστημίου Stanford (Καλιφόρνια, ΗΠΑ) για την εξέλιξη της παραγωγής ενέργειας σε 150 χώρες δείχνει ότι ακόμη και μεγάλες χώρες όπως η Κίνα, η Γερμανία ή η Τουρκία βρίσκονται σε τροχιά να γίνουν πλήρως κλιματικά ουδέτερες έως το 2050.
Στις ΗΠΑ, αντίθετα, η αύξηση της ισχύος από ανανεώσιμες πηγές επιβραδύνθηκε ήδη το 2024.
Με αυτόν τον ρυθμό, μια πλήρως βιώσιμη ενεργειακή παραγωγή στις ΗΠΑ θα επιτυγχανόταν το 2149.
Σημείωση: Η μελέτη αναφέρεται στο σύνολο της τελικής ενεργειακής ζήτησης — όχι μόνο στην κατανάλωση ηλεκτρισμού, αλλά και στην ενέργεια για θέρμανση, καθώς και για μεταφορές και κινητικότητα.
Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα προβλέπεται να επιτευχθεί κυρίως μέσω ηλεκτροποίησης (π.χ. αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικά οχήματα) και/ή γεωθερμίας.
Η Κίνα ως πρότυπο
Σύμφωνα με τη μελέτη, το ότι είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό να καλυφθεί όλος ο ενεργειακός φόρτος από βιώσιμες πηγές το δείχνουν χώρες όπως η Εσθονία ή η Λιθουανία, που θα μπορούσαν να γίνουν κλιματικά ουδέτερες το 2035 και 2036 αντίστοιχα.
Μεγάλες οικονομίες όπως η Κίνα και η Γερμανία θα έφταναν τον στόχο (με τον σημερινό ρυθμό ανάπτυξης) το 2052 και 2053.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην Κίνα, καθώς η χώρα ανακοινώνει σχεδόν κάθε χρόνο ρεκόρ στην επέκταση αιολικών και ηλιακών.
Με τα σημερινά δεδομένα, θα μπορούσε να καλύψει πλήρως την ενέργειά της από ανανεώσιμες πηγές έναν αιώνα νωρίτερα από τις ΗΠΑ — κάτι που, βέβαια, δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα στην ατζέντα της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης.
CO₂-ουδετερότητα ακόμη και χωρίς πυρηνική σχάση
Αν ληφθεί ως βάση ο παγκόσμιος ρυθμός της ενεργειακής μετάβασης, θα μπορούσε να καλυφθεί ο συνολικός ενεργειακός φόρτος το 2094 χωρίς ορυκτά καύσιμα ούτε πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή.
Η πυρηνική ενέργεια —στην οποία δίνεται ιδιαίτερο βάρος στις ΗΠΑ— δεν ορίστηκε ρητά ως «βιώσιμη» στους υπολογισμούς της μελέτης.
Η έρευνα αναφέρει επτά παράγοντες κινδύνου που καθιστούν την πυρηνική ενέργεια ακατάλληλη για την ενεργειακή μετάβαση.
Πρώτος είναι ο μεγάλος χρόνος από τον σχεδιασμό έως την παραγωγή ηλεκτρισμού, που μπορεί να φτάσει έως και 23 χρόνια.
Επιπλέον, δεν πρέπει να υποτιμώνται:
- οι εκπομπές από την κατασκευή των αντιδραστήρων,
- η εξόρυξη και επεξεργασία ουρανίου,
- οι κίνδυνοι που συνδέονται με πιθανή κατασκευή πυρηνικών όπλων,
- η πιθανότητα πυρηνικού ατυχήματος,
- η ασαφής διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων,
- και γενικότερα οι υγειονομικοί κίνδυνοι που αποδίδονται στην τεχνολογία.
Και εδώ, σύμφωνα με τη μελέτη, η Κίνα δείχνει ότι η πυρηνική ενέργεια δεν είναι αναγκαία για την κλιματική ουδετερότητα: το 2024 εγκατέστησε εκατονταπλάσια ισχύ σε αιολικά και φωτοβολταϊκά σε σύγκριση με νέους πυρηνικούς αντιδραστήρες.
Ακόμη και συνυπολογίζοντας τον χαμηλότερο συντελεστή αξιοποίησης των ΑΠΕ, οι εγκαταστάσεις αυτές παράγουν τουλάχιστον 20 φορές περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από τα πυρηνικά εργοστάσια που χτίστηκαν παράλληλα.
Η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ένα δύσκολο εγχείρημα
Η επιβράδυνση στις ΗΠΑ δεν είναι μόνο ζήτημα «πολιτικής βούλησης», αλλά και υποδομών και αγοράς.
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι τα ηλεκτρικά δίκτυα μεταφοράς: πολλά έργα ΑΠΕ καθυστερούν επειδή περιμένουν χρόνια στις ουρές διασύνδεσης, ενώ νέες γραμμές υψηλής τάσης συναντούν αδειοδοτικές δυσκολίες και τοπικές αντιδράσεις.
Παράλληλα, το αυξημένο κόστος κεφαλαίου (επιτόκια) και οι πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες μπορούν να μετατρέψουν ένα οικονομικά «λογικό» έργο σε οριακά βιώσιμο.
Για να επιταχυνθεί η μετάβαση, χρειάζονται παράλληλες λύσεις: πιο γρήγορες διαδικασίες αδειοδότησης, αναβάθμιση του δικτύου, αλλά και αποθήκευση ενέργειας (μπαταρίες, αντλησιοταμίευση) ώστε η παραγωγή από ήλιο και άνεμο να αξιοποιείται όταν υπάρχει ζήτηση.
Εξίσου κρίσιμη είναι η πλευρά της κατανάλωσης: αντλίες θερμότητας στα κτίρια, ηλεκτροκίνηση και δημόσιες συγκοινωνίες μειώνουν σταθερά τη χρήση πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σε κλάδους που δύσκολα ηλεκτροποιούνται (βαριά βιομηχανία, αεροπορία), συζητούνται συμπληρωματικά καύσιμα όπως πράσινο υδρογόνο και συνθετικά καύσιμα, αν και απαιτούν σημαντική καθαρή ηλεκτρική ενέργεια για να είναι πραγματικά χαμηλών εκπομπών.
Τέλος, η «επιτυχία» μιας ενεργειακής μετάβασης κρίνεται και κοινωνικά: με δίκαιο επιμερισμό κόστους-οφέλους, κατάρτιση εργαζομένων και μέτρα για ενεργειακή φτώχεια.
Χωρίς αυτά, ακόμη και η καλύτερη τεχνολογία δυσκολεύεται να κερδίσει τη σταθερή αποδοχή που απαιτείται για γρήγορη κλιμάκωση.
