Ιστορική αναδρομή στη ζωή και το έργο του Zdzislaw Beksinski

Ιστορική αναδρομή στη ζωή και το έργο του Zdzislaw Beksinski

Ένα από τα πιο απολαυστικά πράγματα σε αυτή τη ζωή για μερικούς, είναι η εύρεση καινούριων αξιόλογων αισθητικών ερεθισμάτων -μουσικών, εικαστικών, λογοτεχνικών και τα ρέστα. Ακόμη πιο απολαυστική είναι η άμεση επικοινωνία με τους δημιουργούς αυτών των ερεθισμάτων και η ανταλλαγή απόψεων και αναφορών. Κάτι τέτοιο ευχάριστο μου συνέβη πριν μερικές εβδομάδες, όταν είδα αυτό το εκπληκτικό βίντεο και έπειτα έπιασα κουβέντα με τον δημιουργό του artwork του, που κυκλοφορεί στα ιντερνέτια ως Neopithecus.

Μέσα στον όλο διάλογο, κάποια στιγμή αναφέρθηκε το θέμα της αυτολοκοκρισίας και της καταστροφής έργων από τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Σε εκείνο το σημείο, ο φίλτατος Νεοπίθηκος πέταξε το όνομα Beksinski. Αμέσως ενεργοποιήθηκαν τα googling skills μου και έκανα μια βόλτα στη διπλανή καρτέλα να δω τι παίζει με δαύτον τον Beksinski.

Ω ναι!

Έπεσα πάνω σε ακόμα έναν καλλιτέχνη με αξιόλογη δουλειά ο οποίος, παράλληλα, έχει ζουμί στο βίο του, άξιο για να χυθεί μέσα στις κούπες μας και να καταναλωθεί στη παρούσα στήλη.

Ο Zdzislaw Beksinski (ελληνικά: Ζντζίσλαβ Μπεκσίνσκι) που λες ήταν Πολωνός, ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με τη ζωγραφική αλλά καταπιάστηκε επίσης με τη γλυπτική και τη φωτογραφία — Jack of many trades, απ’ αυτούς που μας αρέσουν. Είναι γνωστός για τις ζωγραφικές του συνθέσεις που χαρακτηρίζονται ως “φανταστικός ρεαλισμός” μιας και απεικονίζουν φανταστικά σκηνικά με ρεαλιστικό τρόπο. Μεγαλώνοντας άρχισε να το ρίχνει σε πιο αφηρημένες φάσεις, αλλά όλα αυτά μαζί με άλλες γαργαλιστικές λεπτομέρειες θα τα δούμε παρακάτω:

Ο Beksinski γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1929 στο Sanok της νότιας Πολωνίας. Για τη παιδική του ηλικία δεν έχουμε τίποτα το ιδιαίτερο να πούμε, πάντως το ότι βίωσε την εμπειρία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σίγουρα επηρέασε το ψυχισμό του.

Παρόλα αυτά, εμείς θα κάνουμε ένα fast forward προς τα φοιτητικά του χρόνια: o Zdzislaw ακολούθησε σπουδές αρχιτεκτονικής στη Βαρσοβία και το 1955 επέστρεψε στο Sanok, όπου εργαζόταν σαν επόπτης δομικών έργων — δουλειά την οποία σιχαινόταν.

Παράλληλα, όπως φαίνεται για να ξορκίσει τη σιχασιά με την οποία τον γέμιζε η εργασία του, άρχισε να καταπιάνεται με τη καλλιτεχνική φωτογραφία, το φοντομοντάζ, τη γλυπτική με σύρμα, μέταλλο και γύψο αλλά και με τη ζωγραφική. Εικονογραφικό χαρακτηριστικό -το οποίο διατήρησε από εκείνη κιόλας τη περίοδο της δουλειάς του-, ήταν η εμμονή με τις ανώμαλες επιφάνειες, είτε αυτές ήταν ρυτιδιασμένα πρόσωπα, είτε αντικείμενα με ιδιαίτερες υφές. Επίσης από τότε “βρομούσε” το πράγμα σχετικά με τη θεματολογία που προτιμούσε ο δικός μας: ό,τι το γκροτέσκο και οπτικά ενοχλητικό έδειχνε να είναι his cup of tea.

Γύρω στις αρχές των 60s επικεντρώθηκε στη ζωγραφική. Αρχικά σχεδίαζε αφηρημένες συνθέσεις, αλλά μέσα στη δεκαετία ξεκίνησε να κινείται στη θεματολογία και τη τεχνοτροπία που θα έδινε στον ίδιο και τη δουλειά του αναγνωρισιμότητα.

Τα έργα του από αυτή τη περίοδο, απεικόνιζαν με ρεαλιστικό τρόπο σκηνές βγαλμένες από όνειρα και εφιάλτες, αλλόκοτα τοπία, ανθρωποειδή τέρατα, τεράστια κεφάλια, μετα-αποκαλυπτικές πολιτείες και γκροτέσκους εραστές.

Το 1964 εξέθεσε για πρώτη φορά αυτή του τη δουλειά. Η έκθεση είχε τρομερή επιτυχία, οι πίνακές του πουλήθηκαν σαν ζεστά ψωμάκια και σύντομα ο δικός μας έγινε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του καλλιτεχνικού χώρου στη Πολωνία.

Η αναγνώριση του έργου του, δεν άλλαξε και πολύ τη σχέση που είχε ο ίδιος με αυτό. Αφιερωνόταν ώρες ολόκληρες στη ζωγραφική του, με μεγάλο πάθος και πάντοτε με συνοδεία κλασσικής μουσικής στο background, μιας και απεχθανόταν την απόλυτη ησυχία όσο τίποτε άλλο. Συνήθιζε να δουλεύει πάνω σε χαρτόνια τα οποία προετοίμαζε ο ίδιος, χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο λάδια, αν και πειραματίστηκε και με ακρυλικά χρώματα.

Ο ίδιος, σχετικά με το έργο του, έλεγε πως προσπαθούσε να “φωτογραφήσει όνειρα“, θεωρούσε πως η δουλεία του ήταν παρεξηγημένη και πως, παρά τη βλοσυρή της θεματολογία είχε έναν αέρα αισιοδοξίας και χιούμορ – βέβαια η αισιοδοξία και το χιούμορ είναι έννοιες που ο καθένας τις αντιλαμβάνεται διαφορετικά και αν ο Beksinski θεωρούσε πως τα έργα του περιείχαν τέτοιον αέρα ποιοι είμαστε εμείς να του χαλάσουμε το χατήρι;

Παρόλα αυτά ισχυριζόταν πως ούτε και ο ίδιος μπορούσε να δώσει εξηγήσεις και concepts για όσα απεικόνιζε στους πίνακές του και μάλιστα αποθάρρυνε τέτοιες προσπάθειες ερμηνείας από τους κριτικούς. Επίσης -ίσως και για σπάσιμο- απέφευγε να δίνει περιγραφικούς τίτλους στα έργα του. Είτε τα άφηνε άτιτλα, είτε τα τιτλοφορούσε με κωδικούς από γράμματα και ψηφία τα οποία μάλλον τον βοηθούσαν στην ταξινόμησή τους.

Το 1977 πήγε και πάλι στη Βαρσοβία, αλλά πριν μετακομίσει έκανε κάτι το οποίο μάλλον φαίνεται εξωφρενικό σε πολλούς, και ίσως να είναι υπό ένα πρίσμα: έκαψε έναν μεγάλο αριθμό έργων του ισχυριζόμενος πως είτε ήταν “πολύ προσωπικά“, είτε απλά δεν τον ικανοποιούσαν αισθητικά — ναι από αυτό το γεγονός πιαστήκαμε στη συζήτησή μας με τον Νεοπίθηκο.

Προσωπικά μπορώ να τον καταλάβω. Όταν ασχολείσαι με τα εικαστικά, πάντα έχεις έργα τα οποία θεωρείς από “όχι και τόσο καλά” ως “άσχημα” και “αποτυχημένα” τα οποία σου προκαλούν την παρόρμηση να τα καταστρέψεις, εν τέλει αυτολογοκρίνοντας τη δουλειά σου. Και από τη μία, ο κάθε καλλιτέχνης έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται ο ίδιος όπως θέλει το έργο του, από την άλλη η εκούσια καταστροφή έργων από έναν καλλιτέχνη μαρτυράει κάποιες νευρώσεις και αγκυλώσεις που έχει σχετικά με τη δουλειά του και όχι μόνο.

Ένας εξωτερικός παρατηρητής βλέποντας ίσως τα κατεστραμμένα έργα του Beksinski, να μην αντιλαμβανόταν τον “προσωπικό” χαρακτήρα τους ή να μην τα έβρισκε κακής ποιότητας όπως ο ίδιος ο Beksinski. Δυστυχώς όμως, είναι σύνηθες ένας δημιουργός να υποτιμάει τη ποιότητα των έργων του. Τυπικό παράδειγμα τέτοιας συμπεριφοράς στα εικαστικά ήταν ο van Gogh, ενώ στη λογοτεχνία μανούλα της αυτοκαταστροφικής αυτολογοκρισίας υπήρξε ο Kafka (τον οποίο ευελπιστώ πως θα δούμε τώρα στα κοντά στη στήλη).

Όπως και να έχει και ό,τι και να πίστευε ο Beksinski για το κατεστραμμένο μέρος της δουλειάς του, κατά πάσα πιθανότητα στέρησε από τον κόσμο πολύ ενδιαφέρον υλικό — τέλος πάντων πάμε παρακάτω, πριν αρχίσουμε τα αναθέματα.

Κατά τη δεκαετία των 80s άρχισε να γίνεται δημοφιλής στη Γαλλία, τη δυτική Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Παράλληλα, άρχισε σταδιακά να ξεπερνάει την “ονειρική” του περίοδο. Ξεκίνησε να χρησιμοποιεί πιο εξουδετερωμένη παλέτα και η θεματική του προσανατολίστηκε σιγά σιγά σε μορφές που θύμιζαν αγάλματα. Όπως έλεγε ο ίδιος, βρισκόταν σε μια προσπάθεια απλοποίησης του φόντου των έργων του, ενώ παράλληλα επιζητούσε να επικεντρωθεί στις φιγούρες του, τις οποίες όμως δε ήθελε πλέον να προσεγγίζει νατουραλιστικά αλλά να τις παραμορφώνει. Όλο αυτό, με σκοπό να αποκτήσει ένα αποκλειστικά δικό του αναγνωρίσιμο ύφος — πόσο πια;

Κατά τα 90s, αν και μεγάλος πια σε ηλικία, άρχισε να παίζει με τα -τότε νέα- ηλεκτρονικά μέσα, γυρίζοντας το πάλι στη φωτογραφία και στην επεξεργασία αυτής, αυτή τη φορά σε ηλεκτρονική μορφή. Φαίνεται πως ο Beksinski βρήκε μεγάλη δυναμική στις δυνατότητες που του προσέφεραν οι νέες τεχνολογίες και επιχείρησε να τις εκμεταλλευτεί όσο περισσότερο μπορούσε, επικεντρώνοντας μεγάλο μέρος του ύστερου του έργου στην επεξεργασία εικόνας.

Βέβαια, εκτός από την εισαγωγή του στις νέες τεχνολογίες, τα 90s έκλεισαν πολύ τραγικά για τον δικό μας. Το 1998 πέθανε η σύζυγός του Zofia και τον επόμενο χρόνο ο γιος του Tomasz αυτοκτόνησε. Χάλια; Χάλια!

Ο Beksinski συνέχισε να ασχολείται με τη τέχνα, για να μη κλατάρει, αλλά και το δικό του τέλος ήταν σχετικά κοντά.

Για την ακρίβεια, τον βρήκαν στις 21 Φεβρουαρίου του 2005 νεκρό στο διαμέρισμα του, με 17 μαχαιριές στο κορμί του. Ποιος την είχε κάνει τη δουλειά και γιατί; Απ’ όσο μαθεύτηκε μετέπειτα, ο γιος του επιστάτη του κτηρίου — ένας πιτσιρικάς ονόματι Robert Kupiec μαζί με έναν φίλο του, επειδή ο Beksinski δε τους δάνειζε ένα ποσό που αντιστοιχούσε σε περίπου 100 δολάρια (ναι, το ξέρω, και εδώ χωράει ένα ωραίο μεγάλο “χάλια“). Για την ιστορία, ο Kupiec καταδικάστηκε σε 25 χρόνια φυλάκιση και ο φίλος του σε μια 5ετία.

Το πτώμα του Beksinski θάφτηκε στο Sanok. Στην εν λόγω πόλη υπάρχει ένα μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη του και ακόμα ένα μουσείο, στη Częstochowa, το οποίο περιέχει μεγάλο αριθμό έργων του.

Αυτά τα λίγα για τον Beksinski, σε αφήνω να χαζέψεις τη δουλειά του και εμείς τα λέμε από βδομάδα.

Προηγούμενο άρθροΗ φιλοδοξία το να γίνεις ο καλύτερος από την αλαζονεία
Επόμενο άρθροΠως λειτουργεί το traceroute
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ