Κατάδυση με μπουκάλα, η προετοιμασία και η βουτιά στο βυθό

Κατάδυση με μπουκάλα, η προετοιμασίας και η βουτιά στο βυθό

Από τη στιγμή που φορτώνεις τον εξοπλισμό στο σκάφος, το νιώθεις. Τι κι αν σε καθησυχάζει πως ξέρεις τους κανόνες, τι κι αν έχεις καταγραμμένες εξήντα βουτιές; Εσύ ξέρεις: Το νερό δεν είναι το φυσικό σου περιβάλλον…

«Τσεκάρουμε… Σφίξε το τζάκετ, ρε παιδί μου, να μην παίζει πάνω σου! Μπουκάλα ανοιχτή τέρμα, μισή στροφή πίσω να μην τσιτώσει το κλείστρο. Πρώτο στάδιο καλά βιδωμένο, να έχει απόλυτη επαφή με το «O-ring», μην χάσουμε τον αέρα. Για τσέκαρε τον ιμάντα, είναι σφιχτά η φιάλη δεμένη; Μην την ψάχνουμε στο βυθό! Κι εσένα μαζί! Χταπόδι αριστερά μέσα στο τρίγωνο, ρυθμιστής εντάξει, όργανα; Για κοίτα, πόσα bar αέρα έχεις; Καλώς, ζώνη στη θέση της –εφεδρική μάσκα πήρες; Κλείσε τα φερμουάρ στο τζάκετ σου μην σου φύγουν τα βάρη στο νερό, όλα υπό έλεγχο; Αντε, καλή βουτιά. Μην απομακρυνθείτε, κοντά να είστε ο ένας στον άλλον, όχι πάνω από δύο πεδιλιές μακριά. Συνεννοηθήκαμε;»

Θα είναι ψέμα να πεις πως είσαι πάντα απόλυτα cool, πως δεν υπάρχει ούτε ένα εκατοστό ανησυχίας έστω στον υποθάλαμο του μυαλού σου, καταχωνιασμένο κι εφησυχασμένο απ’ τη λογική, την εμπειρία, την ψυχραιμία. Τι κι αν εκείνη η μαγική καρτούλα που κοσμεί το πορτοφόλι σου σε περίοπτη θέση, πάντα σε πρώτη ζήτηση, σε κατατάσσει και εσένα στην παρέα αυτών που «το κατέχουν το σπορ», σε «προχωρημένο δύτη ανοιχτής θαλάσσης». Τι κι αν σε καθησυχάζει πως ξέρεις τους κανόνες, τι κι αν το ημερολόγιο καταδύσεών σου έχει καταγραμμένες εξήντα βουτιές; Εσύ, το πρώτο αξίωμα που μαθαίνεις κυριαρχεί στο μυαλό σου: «Το νερό δεν είναι το φυσικό περιβάλλον του ανθρώπου».

Από τη στιγμή που φορτώνεις τον εξοπλισμό στο σκάφος, το νιώθεις. «Που πάω, ρε παιδί μου στ’ ανοιχτά;», λες μέσα σου, «κι αν έχει ρεύματα;», «κι αν χαθούμε;» «κι αν, κι αν…», που τα βάζεις στην άκρη χαμογελώντας ή φωνάζοντας κανένα ανέκδοτο μπας και σ’ ακούσουν οι άλλοι «ψύχραιμοι», πλανάροντας όλοι μαζί στον αέρα, με τη διακοσάρα εξωλέμβια να δίνει τα ρέστα της μαζί με τη μέση σου… Και χασκογελάει η παρέα για να δείξει πως όλα βαίνουν καλώς, μέχρι να φτάσετε στο σημείο της κατάδυσης κοντά σε κάποια ξέρα, νησάκι ή, ακόμα χειρότερα για τα νεύρα σου, εκεί μεσοπέλαγα, στο «απόλυτο μπλε».

Κοιτάς στην επιφάνεια και εκείνη η μικρή γυαλιστερή τρύπα που ένιωθες από πάνω σου, η επιφάνεια, δεν υπάρχει πια· τώρα είσαι στα χέρια της θάλασσας. Ενα κομμάτι της και εσύ…

Πίσω στη στεριά, σε εκείνο το μικρό σπιτάκι που έμοιαζε με κάτι μεταξύ μουσείου φυσικής ιστορίας και υποβρύχιου εργαστηρίου του πλοιάρχου Νέμο, τα διπλώματα έχουν καλύψει τους τοίχους –αριστεία ανδρείας, μετάλλια, πτυχία καταδύσεων, αναρριχήσεων, ρίψεων, master instructor– και οι διακρίσεις πέφτουν βροχή· πεντάστερο το μαγαζί κι ας μην του φαίνεται απ’ έξω. Κι ο δάσκαλος, χαλαρός και ψύχραιμος, να παίζει πασιέντζες στο κομπιούτερ του, με το στριφτό στο στόμα και την κούπα στο χέρι: «Θα πιείτε καφεδάκι, παιδιά; Σχολαστικότητα χρειάζεται κι αγάπη για τη φύση, μην μου πείτε πως θέλετε να μάθετε καταδύσεις για να χτυπάτε ψάρια, εκεί τα χαλάμε!» «Οχι, ρε φίλε. Πώς μας κόβεις, για κάπτεν Αχαάβ στο Μόμπι Ντικ;» «Ωραία, λοιπόν, εδώ δεν είμαστε “ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε”. Υπομονή, πρώτα μαθαίνουμε, μετά βουτάμε, σιγά σιγά».

Και το «σιγά σιγά» τραβάει σε μάκρος μέχρι να μάθεις τα βασικά. Και να οι πίνακες και οι στάσεις και οι αποσυμπιέσεις και οι νόμοι της φυσικής, και είναι σαν να γύρισες στο γυμνάσιο, αλλά στο πιο περιπετειώδες– και να που λυσσομανά ο γαρμπής εκεί έξω και «Τι βουτιά, ρε δάσκαλε, είμαστε για τέτοια;». «Εντάξει», λέει, «μην φοβάστε, τα πρώτα τρία μέτρα είναι, μετά έχει ησυχία εκεί κάτω».

Μα, μιλάμε για πολλή ησυχία, είναι πρωτόγνωρο το θέαμα: Είσαι στον αφρό και σε πιτσιλίζει το κύμα με την αρμύρα του, βγάζεις τον αέρα από το τζάκετ για ν’ αρχίσεις την κάθοδο, και κάτω απ’ τα πόδια σου μετέωρο το μπλε, απαράμιλλο, συμπαγές.

Και συ, κατεβαίνεις μέτρο μέτρο, εξισώνοντας και νιώθοντας την πίεση να μεγαλώνει, και το κομπιούτερ στα αριστερά σου να σε πληροφορεί –5, 7, 9, 11, 15, 20, 25 μέτρα, και ούτε που το έχεις καταλάβει. Κοιτάς στην επιφάνεια και εκείνη η μικρή γυαλιστερή τρύπα που ένιωθες από πάνω σου, η επιφάνεια, δεν υπάρχει πια· τώρα είσαι στα χέρια της θάλασσας και ένα κομμάτι της. Εκεί συνειδητοποιείς πως μπορεί να είσαι στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας, όμως όχι και το πιο απαραίτητο στοιχείο για τη συνέχεια της ζωής.

Κι όταν τα μάτια σου μέσα από τη μάσκα συνηθίσουν το σιωπηλό εκείνο κόσμο, αρχίζεις να διακρίνεις αυτά που δεν έβλεπες με την πρώτη ματιά: Ένα ψαράκι στο χρώμα του βράχου, σφουγγάρια που τα νόμιζες για πέτρες, ένα μαγιάτικο ή ένα σαλάχι αν είσαι τυχερός, ή μια καρέτα που πάει να αφήσει στην ακτή τα αυγά της. Και συνειδητοποιείς πόσο «φιλοξενούμενος» είσαι σε έναν κόσμο που έχεις υποχρέωση να σεβαστείς και που σίγουρα θα αγαπήσεις.

Προηγούμενο άρθροCorsair HS75 XB Wireless: Ασύρματα ακουστικά για Xbox Series X
Επόμενο άρθροΤα 15 καλύτερα τραγούδια των AC/DC
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας