Κυβερνοχώρος και αλληλεπίδραση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή

Κυβερνοχώρος και αλληλεπίδραση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή

Τα γραφόμενα μου αφορούν στην ιδέα της δημόσιας σφαίρας και τη σχέση αυτής της ιδέας με την αλληλεπίδραση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ειδικότερα, εστιάζονται σε τρεις τομείς:

  1. Τι είναι η δημόσια σφαίρα; Τί είδους πολιτική αρχιτεκτονική συνεπάγεται;
  2. Που υπάρχει σφάλμα στην εικόνα αυτή;
  3. Τι θα ήταν καλύτερο; Πρόταση για αρχιτεκτονική νέο-δημοκρατίας (Θεματικά Δίκτυα)

Η βασική μου θέση είναι ότι η έννοια της “δημόσιας σφαίρας” όχι μόνο δεν μπορεί να εφαρμοστεί τα πλαίσια του Ίντερνετ αλλά πρωτίστως βλάπτει τις δημοκρατικές φιλοδοξίες. Ως εναλλακτική λύση, θα θεωρήσω το δυναμικό μίας πολιτικής αρχιτεκτονικής με ρίζες στην έννοια των δικτύων, ισχυριζόμενη ότι στο βαθμό που μία τέτοιου είδους αρχιτεκτονική δύναται να συγκεντρώσει τη δημοκρατική πρακτική σε σύγκριση και σύγκρουση, μπορεί να “ανοίξει” τη δημοκρατική φαντασία στη σύγχρονη τεχνοκουλτούρα.

Τι είναι η δημόσια σφαίρα; Τί είδους πολιτική αρχιτεκτονική συνεπάγεται;

Γενικά, θα ορίζαμε τη δημοκρατική σφαίρα ως τον τόπο και το αντικείμενο της φιλελεύθερης δημοκρατικής πρακτικής. Πιο συγκεκριμένα, στην πολιτική θεωρία, οριοθετείται ως εκείνος ο χώρος, στον οποίο οι άνθρωποι συσκέπτονται πάνω σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, θέματα υπό αμφισβήτηση, για τα οποία είναι απαραίτητο να επιτευχθεί ομοφωνία (consensus).

Βλέπουμε μορφές αυτής της έννοιας της δημόσιας σφαίρας να εμπεριέχονται στις νομικές διακρίσεις μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, όπου η δημόσια αναφέρεται στο κράτος και η ιδιωτική στην αγορά και στην οικογένεια. Ομοίως, επικλήσεις μίας κατά κάποιο τρόπο δημόσιας σφαίρας είναι συχνές στη ρητορική εφημερίδων και πολιτικών εκστρατειών. Από δημοσκοπήσεις μέχρι δηλώσεις του τύπου ότι “Ο κόσμος εξεμάνη μαθαίνοντας” και “Το κοινό έχει δικαίωμα να ξέρει” ανακαλύπτουμε μία ιδέα για αυτό το κοινό, του οποίου οι απόψεις μετράνε, του οποίου η συμφωνία ή η διαφωνία θα μπορούσε να αλλάξει το αποτέλεσμα των εκλογών, να αναδείξει ή να καταποντίσει ένα θεατρικό έργο, μία ταινία ή μία τηλεοπτική εκπομπή.

Σίγουρα, η πολιτική θεωρία παρέχει ποικίλες συλλήψεις της δημόσιας σφαίρας. Η Hannah Arendt [1] λ.χ. προσφέρει μία ιδέα της δημόσιας σφαίρας, με ρίζες στην προσωπική της κατανόηση της αρχαιοελληνικής πολιτικής ζωής. Γι’ αυτήν, το σημαντικό για τη δημόσια σφαίρα έγκειται στο ότι είναι ένας χώρος ελευθερίας και αμφισβήτησης, ξεχωριστός από τις απαιτήσεις της εργασίας και τις αναγκαιότητες της ζωής. Αντίθετα, ο Richard Sennett [2] διαβάζει τη δημόσια σφαίρα με έναν πιο αισθητικό τρόπο, υπό την έννοια των πρακτικών αυτοπαρουσίασης και έκθεσης. Όταν αναφέρομαι στη δημόσια σφαίρα, την εννοώ όπως αυτή καθορίστηκε στο έργο του Jurgen Habermas. Το έργο του Habermas Strukturwandel der Oeffentlichkeit – Unteruchungen zu einer Κategorie der burgerlichen Gesellschaft (1962) [3] άσκησε τεράστια επιρροή σε πολλαπλά επίπεδα, από την κοινωνιολογία και την πολιτική επίστημη μέχρι τις πολιτισμικές σπουδές και τη θεωρία της επικοινωνίας. Γι’ αυτό και επέλεξα ως σημείο αναφοράς τη σύλληψη του Habermas λόγω της ευρείας επίδρασής της, θεωρώντας ότι οι περισσότερες κανονιστικές επικλήσεις του κοινού θα έχουν επηρεαστεί απ’ αυτήν.

Στο Strukturwandel der Oeffentlichkeit, ο Habermas όχι μόνον ανιχνεύει την εμφάνιση του κοινού, σε σημαντικές πολιτικές θεωρίες της εποχής του Διαφωτισμού, αλλά επιπλέον ε-εξετάζει την ουσιαστική εμφάνιση μίας σφαίρας από ιδιώτες που συσπειρώνεται σε “κοινό” τον 18ο αιώνα στις γερμανικές Tischgesellschaften, τα αγγλικά καφενεία και τα γαλλικά σαλόνια. Πρώτον, η κοινωνική θέση δεν έπαιζε ρόλο, καθώς υπήρχε μία θεμελιώδης ισότητα μεταξύ των συμμετεχόντων, ώστε η αυθεντία του καλύτερου επιχειρήματος υπερίσχυε της κοινωνικής ιεραρχίας. Δεύτερον, νέα πεδία αμφισβήτησης και κριτικής ανοίγονταν καθώς η ίδια η κουλτούρα παραγόταν ως αγαθό προς κατανάλωση. Τρίτον, το νεοεμφανιζόμενο κοινό προσδιορίστηκε και καθιερώθηκε ως ανοικτό και κατ’ αρχήν συμμετοχικό. Αυτό σήμαινε ότι ο καθένας θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στο κάθε τι που συζητιόταν στη δημόσια σφαίρα. Αυτές οι αφαιρετικές ιδέες οδήγησαν τον Habermas στο να συλλάβει τη δημόσια σφαίρα ως τη δημόσια χρήση της λογικής.

Ως εκ τούτου, έχουμε ένα σύνολο από νόρμες: ισότητα, διαφάνεια, συμμετοχικότητα, ορθολογισμό. Αυτές οι νόρμες εφαρμόζονται σε πράξεις μέσα στα πλαίσια της δημόσιας σφαίρας. Τί είναι όμως η δημόσια σφαίρα; Πιο σημαντικά, ποια είναι η αρχιτεκτονική της; Διαχωρίζω την τελευταία στα εξής συστατικά στοιχεία: τοποθεσία, σκοπός, μέσα, νόρμες και φορείς. Tόσον από τον ορισμό του Habermas για τη δημόσια σφαίρα όσο και από τη σιωπηρή αποδοχή που ενυπάρχει σε επικλήσεις της έννοιας του κοινού, προκύπτει ότι υπάρχουν ενεργώντες που συναντώνται πρόσωπο με πρόσωπο σύμφωνα με νομικές ή λογικές διαδικασίες, για να καταλήξουν σε συμφωνίες επί θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος.

Οι ενεργώντες τείνουν να θεωρούνται ελεύθεροι και λογικοί αντιπρόσωποι, που λαμβάνουν λογικές αποφάσεις σχετικά με τα συμφέροντά τους, έχοντας εξερευνήσει τις διάφορες εναλλακτικές λύσεις και έχοντας κάνει μία συνεπή, εξηγήσιμη επιλογή. Οι συ-σκέψεις με άλλους, πάλι, θεωρούνται λογικές συζητήσεις, αν όχι ακριβώς μεταξύ φίλων, τουλάχιστον όχι μεταξύ εχθρών ή έστω αγνώστων. Είναι απλώς άνθρωποι που διαφωνούν πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα αλλά που μοιράζονται αρκετές κοινές συλλήψεις, ώστε να συζητούν – και αυτό έχει βέβαια νόημα δεδομένου ότι η τοποθεσία είναι το κράτος.

Αυτή η θεώρηση της δημόσιας σφαίρας υπόκειται σε πολύπλευρη κριτική – δεν υπήρξε ποτέ, απέκλειε τις γυναίκες, κτίστηκε πάνω στις πλάτες της εργατικής τάξης. Ο ίδιος ο Habermas έχει αλλάξει άποψη για αρκετές σημαντικές πλευρές αυτής της θεωρίας, παρόλο που εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι νόρμες της δημόσιας σφαίρας είναι καθοριστικής σημασίας για τη συσκεπτική δημοκρατία. Εντούτοις, ακόμη κι αν οι λεπτομέρειες της θεωρίας έχουν γίνει αντικείμενο έντονης κριτικής, η ίδια η θεωρία εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και να προβάλλεται ευρέως.

Πράγματι, τόσο οι θεωρητικοί της επικοινωνίας όσο και οι πολιτικοί επιστήμονες τείνουν να θεωρούν αξιωματικά ότι κάτι όπως η δημόσια σφαίρα είναι απαραίτητο για τη δημοκρατική πολιτική (Nicholas Garnham, Nancy Fraser, Lauren Berlant). Πολλές σύγχρονες χρήσεις της ιδέας του κοινού προσπαθούν να αποφύγουν την κριτική της θεωρίας αυτής χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό αριθμό. Έτσι μιλούν για υπο-εναλλακτικά αντι-κοινά και άλλα παρόμοια, βασιζόμενοι στο κανονιστικό περιεχόμενο της θεωρίας ενώ παράλληλα προσπαθούν να αποφύγουν τις διαχωριστικές – αποκλειστικές διαστάσεις του.

Εκ παραλλήλου, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ότι οι προσπάθειες διάσωσης της θεωρίας αυτής με τον παραπάνω τρόπο είναι εντελώς άνευ αξίας: αν οι ομάδες έχουν τις ίδιες νόρμες, τότε είναι μέρος ενός και μόνο κοινού, κατά τον Habermas, ενώ αν δεν έχουν τις ίδιες νόρμες, αν είναι διαχωριστικές – αποκλειστικές, μερικές, προσανατολισμένες σε συγκεκριμένους προβληματισμούς και συμφέροντα, τότε δεν είναι κοινά αλλά διαφορετικά είδη ομάδων. Αυτό είναι σημαντικό, για να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα της πολιτικής ταυτοτήτων, επειδή είναι ακριβώς αυτή η διαχωριστικότητα – αποκλειστικότητα που καθορίζει την έννοια της ομάδας. Μ’ άλλα λόγια, δεν έπρεπε να είναι κοινό έτσι κι αλλιώς.

Επιστρέφοντας λοιπόν στην αρχική μου επιχειρηματολογία, η δημόσια σφαίρα έχει εξαιρετικά προασπιστεί και αναζωογονηθεί σήμερα εξαιτίας της εμφάνισης των νέων επικοινωνιακών τεχνολογιών. Ο ίδιος ο Habermas πιστεύει ότι “το φαινόμενο μίας παγκόσμιας δημόσιας σφαίρας” τη σημερινή εποχή “γίνεται μία πολιτική πραγματικότητα για πρώτη φορά σε ένα κοσμοπολίτικο πλέγμα επικοινωνίας”.

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με το νεωτερισμό του Διαδικτύου από την αρχή της δεκαετίας του 1990 δε θα έχουν δυσκολία να θυμηθούν την έμφαση που δινόταν στην υπέρ-λεωφόρο των πληροφοριών και στις Βουλές των εκατομμυρίων πολιτών. Πρόσφατα συνάντησα σε άρθρο του Michael Froomkin (ειδικού του ICANN) [4] την άποψη ότι η διαδικασία δημιουργία των Ιντερνετικών στάνταρντς όχι μόνο ακολουθεί τη θεωρία του Habermas για την επικοινωνιακή δικαιολόγηση των νορμών δράσης αλλά επιπλέον αποτελεί εμπειρική επικύρωσή της. Επιπλέον, έχουμε μία άλλη εκδοχή της ίδιας άποψης, όταν το Διαδίκτυο αντιμετωπίζεται ως “Βουλή” (Noam Chomsky, Hardt και Negri).

Οι αλληλεπιδράσεις μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή φαίνονται σε πολλούς ότι υλοποιούν φιλοδοξίες συνδεδεμένες από καιρό με τη δημόσια σφαίρα. Πράγματι, η ίδια η σύγχρονη τεχνοκουλτούρα μερικές φορές μοιάζει μηχανισμός που παράχθηκε από τα ίδια ιδανικά που εμπνέουν τη δημοκρατία. Είναι φανερό ότι η πρόοδος στην αλληλεπίδραση μέσω υπολογιστή παρέχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς ατόμων. Η πληροφορία έχει πάψει να είναι προνόμιο της ελίτ και μπορεί να αποκτηθεί από οποιονδήποτε με υπολογιστή. Ομοίως, περισσότεροι από κάθε άλλη φορά άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να καταγράψουν τις ιδέες και τις απόψεις τους σε πολιτικές συζητήσεις. Chatrooms [5], κυβερνοσαλόνια [6] και ηλεκτρονικά περιοδικά (ezines) είναι μόνο μερικοί από τους νέους ηλεκτρονικούς χώρους στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα σε διαδικασίες διαμόρφωσης συλλογικής βούλησης.

Ο Hubert Buchstein, περιγράφοντας την έκσταση των αρχών της δεκαετίας του ’90 σχετικά με τις δυνατότητες της δημοκρατίας του ηλεκτρονικού υπολογιστή, γράφει ότι “[α]ν δεχθούμε τους ισχυρισμούς των αισιόδοξων, η νέα τεχνολογία φαίνεται να καλύπτει όλες τις βασικές προϋποθέσεις της κανονιστικής θεωρίας του Habermas σχετικά με τη δημοκρατική δημόσια σφαίρα. Είναι δηλαδή μία παγκόσμια, αντι-ιεραρχική, σύνθετη και απαιτητική μορφή αλληλεπίδρασης. Καθώς προσφέρει καθολική πρόσβαση, μη καταναγκαστική επικοινωνία, ελευθερία έκφρασης, ανοικτή θεματολογία, συμμετοχή εκτός του πλαισίου των παραδοσιακών πολιτικών θεσμών και παράγει κοινή γνώμη μέσα από διαδικασίες συζήτησης, το Ίντερνετ μοιάζει με την πιο ιδανική κατάσταση για την έκφραση λόγου”.

Είναι όμως το Διαδίκτυο μία αληθινή δημόσια σφαίρα; Μας βοηθά η έννοια της δημόσιας σφαίρας να κατανοήσουμε καλύτερα τις δικτυακές επικοινωνίες;

Που υπάρχει σφάλμα στην εικόνα αυτή;

Όπως έχω ήδη αναφέρει, δε νομίζω ότι το Διαδίκτυο εμφανίζει ομοιότητες με τη δημόσια σφαίρα. Για να τεκμηριώσω την άποψή μου, θα προβώ σε δύο ενέργειες. Πρώτον, θα προχωρήσω στην θεώρηση των νορμών της δημόσιας σφαίρας, όπως αυτές εμφανίζονται στην κυβερνοθεωρία. Εμφανίζονται σε δύο εντελώς αντίρροπες μορφές, αυτή της έλλειψης στην Cyberia [7] των αντίστοιχων νορμών και αυτής της υπερβολής. Δεύτερον, εξαιτίας αυτής της παράδοξης ταλάντωσης, θα διευρύνω το πλαίσιο της ανάλυσης για να διερευνήσω τι είδους συμφέροντα εξυπηρετούνται από τη θεώρηση του Διαδικτύου υπό το πρίσμα της δημόσιας σφαίρας, ή -για να χρησιμοποιήσω ξεπερασμένους όρους- να θεωρήσω το πρόβλημα διαμόρφωσης του Διαδικτύου ως μίας δημόσιας σφαίρας που μπορεί να προσεγγιστεί μέσω ιδεολογικής κριτικής. Δηλαδή, ο χαρακτηρισμός της δικτυακής επικοινωνίας ως μη έχουσας νόρμες δημόσιας σφαίρας από τη μία πλευρά και ως βασανιζόμενης από πληθώρα τέτοιου είδους νορμών από την άλλη, εξηγεί πολλά για την ιδεολογία που υλοποιείται στο Ίντερνετ. Επιπλέον, θα επιχειρήσω να αποδείξω ότι είναι μία ιδεολογία δημοσιότητας στην υπηρεσία του επικοινωνιακού καπιταλισμού.

Έλλειψη ή γιατί το Διαδίκτυο δεν μοιάζει περισσότερο με δημόσια σφαίρα

Είμαι σίγουρη ότι όλοι μας μπορούμε αμέσως να σκεφτούμε κάθε είδους παράπονα για το Διαδίκτυο που εδράζονται στην ιδέα ότι το Διαδίκτυο οφείλει να μοιάζει περισσότερο με δημόσια σφαίρα. Για παράδειγμα, τα αρχικά παράπονα ότι το Διαδίκτυο κυριαρχείται από νεαρούς, λευκούς, Αμερικανούς άνδρες αντηχούσαν την κριτική της αστικής δημόσιας σφαίρας για τον αποκλεισμό γυναικών, εθνικών και φυλετικών μειονοτήτων και της εργατικής τάξης.

Εδώ το βασικό θέμα ήταν η συμμετοχή: όλος ο κυβερνοχώρος έπρεπε να είναι λιγότερο αποκλειστικός, για να είναι μία πραγματική δημόσια σφαίρα. Ομοίως, με την εισροή περισσότερων και λιγότερο έμπειρων νεοφώτιστων, παρουσιάστηκαν ανησυχίες σχετικά με τα λεγόμενα “εχθρικά περιβάλλοντα”: είναι ο κυβερνοχώρος πολύ σεξιστικός, πολύ ρατσιστικός, πολύ προσβλητικός; Λειτουργούσε σύμφωνα με τους κανόνες της ισότητας και του ορθολογισμού, της ευπρέπειας και της ευγένειας; Και, αν δεν λειτουργούσε έτσι, τί είδους αρχιτεκτονικές θα μπορούσαν να διασφαλίσουν καλύτερα αυτές τις νόρμες;

Εντούτοις, αυτοί είναι μόνο ορισμένοι από τους πολύ γενικούς τρόπους, με τους οποίους οι δικτυακές επικοινωνίες συνδέονται με την ιδέα της δημόσιας σφαίρας. Με ενδιαφέρει περισσότερο πόσο βαθιά είναι κωδικοποιημένες αυτές οι απόψεις. Ας λάβουμε, λοιπόν, υπόψη μας ένα εδάφιο από την εισαγωγή του βιβλίου Resisting the Virtual Life. Εκεί, οι James Brook και Iain Boal γράφουν:

“[Ο]ι εικονικές τεχνολογίες είναι βλαβερές καθώς τα ομοιώματα των σχέσεων αναπτύσσονται στα πλαίσια της κοινωνίας ως υποκατάστατα των πρόσωπο-με-πρόσωπο αλληλεπιδράσεων, που είναι εγγενώς πλουσιότερες από τις διαμεσολαβούμενες. Σήμερα, οι μονοσυλλαβικοί λάτρεις της τηλεόρασης (couch potatos) ενώνονται με τους μανιακούς της πληροφορίας (information junkies) στον παθητικό θαυμασμό της μικρής οθόνης: μόνο που αυτή η παθητικότητα έχει ραφιναριστεί και ενταθεί από την προγραμματισμένη “διαδραστικότητα” (interactivity)”.

Αυτού του είδους η κριτική είναι ριζωμένη στην υπόθεση ότι το Διαδίκτυο πρέπει να μοιάζει περισσότερο με δημόσια σφαίρα, ότι τα ελαττώματα του Διαδικτύου είναι τα σημεία αυτά, όπου δεν επιτυγχάνει τη δημόσια σφαιρικότητα. Το βασικό της επιχείρημα είναι ότι το Διαδίκτυο δεν έχει τα απαιτούμενα, για να γίνει μία σωστή δημόσια σφαίρα.

Πού μπορούμε να το εντοπίσουμε; Πρώτον, στην ανησυχία για την “υποκατάσταση”, και δεύτερον στην αντικατάσταση του Διαδικτύου από την τηλεόραση.

  1. Οι Brook και Boal ανησυχούν ότι οι δικτυακές αλληλεπιδράσεις θα υποκαταστήσουν τις αλληλεπιδράσεις πρόσωπο-με-πρόσωπο. Γι’ αυτούς οι αλληλεπιδράσεις πρόσωπο-με-πρόσωπο είναι κατά κάποιον τρόπο πιο φυσικές και ως εκ τούτου καλύτερες από ενέργειες που δε γίνονται πρόσωπο με πρόσωπο. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το “πρόσωπο-με-πρόσωπο” πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ένα καθαρά φαντασιακό αντικείμενο, που στην πραγματικότητα στηρίζεται στην αντίθεσή του προς “διαμεσολαβούμενες αλληλεπιδράσεις” καθώς ισχυρίζονται ότι είναι εγγενώς πλουσιότερο. Όλες οι αλληλεπιδράσεις είναι διαμεσολαβούμενες: δεν υπάρχει συνάντηση που να είναι καθαρή, άμεση, με πλήρη παρουσία και πλήρη διαφάνεια. Όμως, με το να ανησυχούν ότι οι αλληλεπιδράσεις μέσω υπολογιστή θα “υποκαταστήσουν” αυτές που γίνονται πρόσωπο-με-πρόσωπο, παρεμποδίζουν τη διαπίστωση αυτού του γεγονότος. Και αυτή η παρεμπόδιση, αυτή η εξιδανίκευση των αλληλεπιδράσεων πρόσωπο-με-πρόσωπο ουσιαστικά προάγει το υποκείμενο αυτών των αλληλεπιδράσεων ως ένα ενσαρκωμένο άτομο πλούσια αλληλένδετο με σημαντικούς άλλους σε σημαντικές, αληθινές σχέσεις, καμία από τις οποίες δεν είναι πιθανώς διαμεσολαβούμενη. Επομένως, η ανησυχία για την υποκατάσταση ουσιαστικά παράγει τον εξατομικευμένο φορέα της δημόσιας σφαίρας.
  2. Παρατηρήστε ότι, με το να τονίζουν τις αλληλεπιδράσεις πρόσωπο-με-πρόσωπο σε αντιπαράθεση με τα ομοιώματα των σχέσεων που διαμεσολαβούνται από την τεχνολογία, οι Brook και Boal συσχετίζουν την ενότητα με τις υποτιθέμενες φυσικές αλληλεπιδράσεις και τον κατακερματισμό με την τεχνολογία: το άτομο (που δημιούργησαν μέσα από την αντίθεση μεταξύ του “πρόσωπο-με-πρόσωπο” και της διαμεσολάβησης) είναι μόνο καταναλώνοντας παθητικά πληροφορίες μπροστά σε μία οθόνη. Αυτό όμως είναι περίεργο: τί συνέβη στη σχέση που διαμεσολαβείται από την τεχνολογία; Τώρα το άτομο στη θεώρησή τους είναι εντελώς μόνο. Η αλληλεπίδραση έχει εντελώς εκτοπιστεί από την οθόνη. Και, καθαρά, η οθόνη αυτή είναι στην πραγματικότητα η οθόνη της τηλεόρασης, και όχι η οθόνη του υπολογιστή, όπως αυτό γίνεται φανερό από την αναφορά στον μονοσυλλαβικό λάτρη της τηλεόρασης (couch potato). Και αυτή η εκτόπιση τους επιτρέπει να μεταχειρίζονται το πρόσωπο μπροστά στην οθόνη ως έναν “πρεζάκια”, ως έναν πληροφοριομανή, που “κάνει ενέσεις” με δεδομένα. Επομένως, το Διαδίκτυο δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα όχημα για λογική συζήτηση: είναι μία τηλεόραση που κάνει ενέσεις τετριμμένων πληροφοριών σε παθητικούς καταναλωτές – πρεζάκηδες.

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, συνοψίζοντας να θεωρήσουμε τους Brook και Boal ότι μέμφονται το Διαδίκτυο για έλλειψη θεμελιωδών συστατικών στοιχείων της δημόσιας σφαίρας, όπως είναι οι εξατομικευμένοι φορείς ως το μέσο προς συζήτηση και οι λογικοί, ενεργοί συμμετέχοντες σε μία λογική αξιόλογη ανταλλαγή.

Υπερβολή ή Ω, Θεέ μου! Το Διαδίκτυο είναι η δημόσια σφαίρα!

Στην πραγματικότητα αυτή είναι η μία μόνο πλευρά του νομίσματος. Άλλοι σχολιαστές των αλληλεπιδράσεων μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών θεωρούν το Διαδίκτυο μοιάζει πάρα πολύ με δημόσια σφαίρα καθώς πραγματοποιεί τα ιδανικά του κοινού. Αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημα με το Διαδίκτυο. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Esther Dyson. Σε ένα άρθρο της στο Brill’s Content το 1998 εξέφρασε το παράπονο ότι το Διαδίκτυο “επιτρέπει σε κάθε είδους ανθρώπους να μπουν στη συζήτηση. Υπάρχουν ακόμα αξιόπιστες και μη αξιόπιστες πηγές αλλά, για την ώρα, καθώς οι άνθρωποι εισρέουν στο Διαδίκτυο, τείνουν να χάνουν την κοινή τους λογική και να πιστεύουν κάθε είδους τρελές ιστορίες και θεωρίες.

Δυστυχώς, εμείς, ως κοινωνία, δεν έχουμε αποκτήσει ακόμα “διαδικτυακή μόρφωση” (Net literacy). Εκλαμβάνουμε την εμφάνιση της ιστορίας στο δίκτυο ως εμφάνισή της σε έντυπα, δηλαδή σα να υπόκειται στους αυστηρούς δημοσιογραφικούς κανόνες, αλλά υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα εκεί έξω ώστε κανένας δεν έχει αρκετό χρόνο να αντικρούσει όλα τα λάθη”.

Η Dyson δεν καθορίζει ποιου είδους συζήτηση έχει υπόψη της. Είναι επομένως δύσκολο να είμαστε σίγουροι τι ακριβώς προσπαθεί να προστατέψει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά πάσα πιθανότητα, σκεπτόταν για κάτι σαν τη δημόσια σφαίρα, κάτι στο οποίο “εμείς ως κοινωνία” συμμετέχουμε, κάτι το οποίο απαιτεί μία “κοινή” λογική. Πώς θα μπορούσε να μοιάζει μία συζήτηση που περιλαμβάνει όλα αυτά;

Η φρίκη της Dyson στην ιδέα για την εισροή “κάθε είδους ανθρώπων” μας λέει, κατ’ αρχάς, ότι η πιθανότητα μιας συμμετοχικής δημόσιας σφαίρας προκαλεί ανησυχίες σχετικά με την αλήθεια και την εμπιστοσύνη και, κατά δεύτερο λόγο, ότι αυτό που η Dyson προασπίζει ως τη δημόσια σφαίρα βασίζεται σε μία σύλληψη της λογικής συζήτησης που εξαιρεί όλους εκτός τους λίγους λογικούς. Ποιος ακριβώς χάνει την απλή “κοινή λογική” του και πιστεύει τρελές θεωρίες εξαιτίας μίας βόλτας στον Παγκόσμιο Ιστό;

Η Dyson προτείνει ότι πρέπει να είναι όλοι όσοι είναι αδαείς και μη εκλεπτυσμένοι, όσοι από εμάς δε διαθέτουν αυθεντίες να μας πουν τι να πιστεύουμε. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι, εν όψει της κρυμμένης επιστημολογίας της δημόσιας σφαίρας, υπάρχει μία αλήθεια και ότι υπάρχουν ειδικοί εκεί έξω που γνωρίζουν αυτήν την αλήθεια και που πρέπει να ενδυναμωθούν, ώστε να διαφωτίσουν τους υπόλοιπους. Αυτή η θεώρηση φυσικά έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με σημαντικές έρευνες στα γνωσιακά δίκτυα, στις κατεστημένες γνώσεις και στις δομές που εγκρίνουν τι πρέπει να θεωρείται ως γνώση σε συγκεκριμένους τομείς.

Επιπροσθέτως, δεν επιτυγχάνει να κατανοήσει επακριβώς την επιστημολογική εξαγορά των κριτηρίων αλήθειας στην Cyberia: με δεδομένες τις ανταγωνιζόμενες συλλήψεις της Πραγματικής συνάντησης και σύγκρουσης στον Παγκόσμιο Ιστό, οι εγκρίσεις, που στο παρελθόν αυτοί που ελέγχουν τους κυρίαρχους θεσμούς της παραγωγής γνώσης τολμούσαν να προσκολλούν σε ένα σύνολο από ισχυρισμούς γνώσης, θεωρούνται σε όλην την πραγματική τους σύγκρουση με αντιμαχόμενους ισχυρισμούς. Η άποψη αυτή δεν είναι σε καμία περίπτωση σχετικιστική, αντίθετα η άποψη αυτή τονίζει ακριβώς εκείνο το σημείο σύγκρουσης που η Dyson απορρίπτει με την έμφαση που δίνει στην επίτευξη ομοφωνίας.

Επομένως, για τη Dyson, το πρόβλημα με το Διαδίκτυο είναι οι ίδιες οι υπερβολές που το καθιστούν δημόσια σφαίρα – όλοι περιλαμβάνονται: ω, Θεέ μου! Αδαείς είναι εκεί έξω χωρίς να γνωρίζουν τι να σκεφτούν: κάθε είδους απόψεις υπάρχουν εκεί έξω – ω, Θεέ μου! Η αυθεντία υπονομεύεται! Υπάρχει πάρα πολλή ισότητα! Παρά πολλή συμμετοχή! Στην πραγματικότητα, το επιχείρημα της Dyson είναι ουσιαστικά ότι το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν πάρα πολλές διαφορετικές απόψεις και ιδέες στο Διαδίκτυο.

Πάρα πολλές όμως πάνω σε τί; Τί είναι το κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχουν πάρα πολλές ή πάρα πολύ λίγες απόψεις; Προτείνω εδώ ότι το κριτήριο, και πάλι, είναι η επίτευξη ομοφωνίας που αποτελεί το σκοπό της συζήτησης στη δημόσια σφαίρα. Ακριβώς επειδή προϋποθέτει ότι το Διαδίκτυο μοιάζει με δημόσια σφαίρα, η Dyson μπορεί να ανησυχεί για την ύπαρξη των πάρα πολλών απόψεων καθώς πιστεύει ότι χρειάζεται να υπάρχει ομοφωνία.

Τέλος, παρατηρήστε ότι και στις δύο περιπτώσεις της έλλειψης και της υπερβολής, η επίκληση του κοινού ή η “εδαφοποίηση” του Διαδικτύου ως κοινού, λειτουργεί ως έγκριση κανονιστικών επεμβάσεων. Υπάρχει μία ελάχιστη ασφάλεια, μία ελάχιστη εμπιστοσύνη, για να μπορούμε να ξέρουμε αν συναλλασσόμαστε με λογικούς, πλήρως εξατομικευμένους φορείς; Καλύτερα να εγκαθιδρύσουμε κάποια μορφή μηχανισμών που να μας επιτρέπουν να ξέρουμε ποιος είναι ποιος, κάποιους κώδικες που να εξασφαλίζουν ότι το άλλο πρόσωπο είναι ένα υπεύθυνο υποκείμενο. Υπάρχουν πάρα πολλές απόψεις;

Πάρα πολλές φωνές; Καλύτερα να τοποθετήσουμε φίλτρα, ούτως ώστε οι πραγματικές αυθεντίες να αναγνωρίζονται. Αν όμως η Cyberia είναι όντως η δημόσια σφαίρα, αν επιτρέπει πραγματικά την εισροή σε όλες τις φωνές και τις απόψεις και δίνει ισότιμη πρόσβαση σε όλους στα πλαίσια του χώρου της, ποιο είναι το πρόβλημα;

Για να θέσουμε το ερώτημα κάπως διαφορετικά, τί ακριβώς είναι ο εφιάλτης της συμμετοχικότητας; Ποια είναι η βάση πάνω από την οποία υπολογίζεται; Η απάντηση, φυσικά, είναι το παγκόσμιο κεφάλαιο ή -για να δανειστώ έναν όρο από τον Paul Passavant- ο επικοινωνιακός καπιταλισμός. Αυτές οι κανονιστικές παρεμβάσεις επικαλούνται και επιδιώκονται, έτσι ώστε το Διαδίκτυο να γίνει ασφαλές για εμπορικές συναλλαγές, να προστατευθούν τα εσωτερικά δίκτυα (intranets) των οικονομικών αγορών, να δημιουργηθεί η εμπιστοσύνη που απαιτείται για την ενθάρρυνση των καταναλωτών να προβαίνουν σε ηλεκτρονικές εμπορικές συναλλαγές και να εμφανίζουν ως δημόσια σφαίρα αυτό που είναι καθαρά η βάση της παγκόσμιας οικονομίας.

Έλλειψη; Υπερβολή; Πρέπει να είναι η ιδεολογία: Η δημοσιότητα ως ιδεολογία της τεχνοκουλτούρας

Τι κάνουμε επομένως, εφόσον έχουμε δύο αντιφατικές εκδοχές του Διαδικτύου, μία που δεν το θεωρεί αρκετά όμοιο με δημόσια σφαίρα και μία άλλη που το θεωρεί παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει όμοιο; Θεωρούμε τη δημόσια σφαίρα ως ιδεολογικό κατασκεύασμα και την υποβάλλουμε στην κριτική ιδεολογίας. Η δημοσιότητα είναι η ιδεολογία της τεχνοκουλτούρας. Η δημοσιότητα είναι αυτή που καταφέρνει να παρουσιάσει τον επικοινωνιακό καπιταλισμό ως φυσικό και αναπόφευκτο. Αυτή είναι που παρέχει το πλέγμα που μας υπαγορεύει πως να σκεφτούμε, τι να δούμε, τι να επιθυμήσουμε. Μας δίνει τα πρωτόκολλα για την κατασκευή της πραγματικότητάς μας. Η δημοσιότητα υλοποιείται στην σύγχρονη τεχνοκουλτούρα, όπως θα παρουσιάσω περισσότερο αναλυτικά παρακάτω.

Η τεχνοκουλτούρα συχνά προαγγέλλεται για τους τρόπους με τους οποίους ενισχύει τη δημοκρατία υλοποιώντας τις νόρμες της δημοσιότητας. Από τις εικονικές βουλές στο chat και στις πεποιθήσεις των προφανώς ήδη πολιτικοποιημένων πολιτών του Διαδικτύου, η αλληλεπίδραση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή έχει προσφερθεί ως η σωτηρία της δημοκρατίας (λες και αυτό μάς έλειπε να ήταν οι πληροφορίες ή η πρόσβαση σ’ αυτές). Οι νέες τεχνολογίες φαίνεται ότι έλυσαν την παλιά δημοκρατική ανησυχία σχετικά με το αν η συσκεπτική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει σε κοινωνίες πολύ μεγάλες για συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο. Στην τεχνοκουλτούρα έχουμε το προνόμιο και την άνεση της δημοκρατίας χωρίς αντιαισθητική ακαταστασία καθώς εκατομμύρια ανθρώπων συμμετέχουν σε μία πολύ μεγάλη δημόσια σφαίρα.

Ή, τουλάχιστον, αυτή είναι η φαντασίωση. Τα νέα μέσα αυτοπαρουσιάζονται για και ως ένα δημοκρατικό κοινό. Αυτοεμφανίζονται για ένα δημοκρατικό κοινό στην πρόθυμη προσφορά τους από πληροφορίες, πρόσβαση και ευκαιρία. Αυτοπαρουσιάζονται ως δημοκρατικό κοινό, όταν το ίδιο το γεγονός των δικτυακών επικοινωνιών καταλήγει να σημαίνει εκδημοκρατισμό, όταν προεκτάσεις στην υποδομή της κοινωνίας της πληροφορίας αποτελούν υποθετικά τη θέσπιση ενός δήμου. Όπως γίνεται ολοένα και πιο φανερό, η επέκταση και η εντατικοποίηση των δικτύων επικοινωνίας και ψυχαγωγίας δεν παράγουν δημοκρατία αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό, τον επικοινωνιακό καπιταλισμό.

Στον επικοινωνιακό καπιταλισμό, αυτό που είχε προαγγελθεί ως κεντρικό θέμα στα δημοκρατικά ιδανικά της εποχής του Διαφωτισμού, υλοποιείται στις νέες τεχνολογίες. Πρόσβαση, πληροφορίες και επικοινωνία καθώς και ανοικτά δίκτυα συζήτησης και σχηματισμού άποψης είναι συνθήκες για την εξουσία του κοινού, που φαίνονται να έχουν πραγματωθεί μέσω των παγκόσμιων τηλεπικοινωνιών.

Όμως, αντί να οδηγεί σε δικαιότερη διανομή πλούτου και επιρροής, αντί να διευκολύνει την εμφάνιση πλουσιότερης ποικιλίας σε τρόπους διαβίωσης και πρακτικές ελευθερίας, ο κατακλυσμός από οθόνες και θεάματα υπονομεύει την πολιτική ευκαιρία και αποτελεσματικότητα για τους περισσότερους ανθρώπους στη γη. Όπως γίνεται φανερό από την έρευνα της Saskia Sassen για τον αντίκτυπο της οικονομικής παγκοσμιοποίησης στην κρατική κυριαρχία και την εδαφικότητα, η ταχύτητα, το ταυτόχρονο και η αλληλοσύνδεση των δικτύων ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών παράγουν τεράστιες διαστρεβλώσεις και συγκεντρώσεις πλούτου.

Η πιθανότητα υπερ-κερδών στον τομέα οικονομίας και υπηρεσιών όχι μόνο οδηγεί σε υπερκινητικότητα κεφαλαίου και απαξίωση της παραγωγής αλλά, επιπλέον, οι ίδιες οι οικονομικές αγορές αποκτούν την ικανότητα να “σωφρονίζουν” εθνικές κυβερνήσεις. Ομοίως, σε κράτη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο πολλαπλασιασμός των μέσων μαζικής επικοινωνίας έχει συνοδευτεί από μία μετατόπιση στην πολιτική συμμετοχή. Αντί να είναι ενεργά οργανωμένη σε κόμματα και σωματεία, η πολιτική έχει μετατραπεί σε ένα χώρο όπου οι διαμεσολαβούμενες οικονομικά και οι επαγγελματοποιημένες πρακτικές εστιάζουν στη διαφήμιση, στις δημόσιες σχέσεις και στα ΜΜΕ.

Πράγματι, με την εμπορευματοποίηση της επικοινωνίας, όλο και περισσότεροι τομείς της ζωής μοιάζουν να έχουν αναδιαμορφωθεί βάσει της αγοράς και του θεάματος, λες και η ίδια η αποτίμηση της αξίας τους να έχει ξαναγραφεί σε δυαδικό κώδικα. Για να το θέσουμε ωμά, τα στάνταρντς για μία κουλτούρα διασκέδασης που καθοδηγείται από την οικονομία και την κατανάλωση καθορίζουν σήμερα τους ίδιους τους όρους της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Στην ουσία, για ν’ αλλάξουμε το σύστημα, οργανωμένοι ενάντια στον επικοινωνιακό καπιταλισμό, φαίνεται ότι απαιτείται ενδυνάμωση του συστήματος: πώς αλλιώς να προβάλλουμε το μήνυμα παρά συγκεντρώνοντας χρήματα, αγοράζοντας χρόνο προβολής στην τηλεόραση, κατοχυρώνοντας ονόματα ηλεκτρονικών τόπων (domain names), κτίζοντας web sites και φτιάχνοντας το προσβάσιμο, φιλικό προς τον χρήστη, θεαματικό μήνυμα; Η δημοκρατία απαιτεί δημοσιότητα.

Έτσι φτάνουμε στο αδιέξοδο το ιδανικό των δημόσιων έργων να ενσωματώνει συγχρόνως και τη δημοκρατική πρακτική και την τεχνοκουλτούρα της παγκόσμιας αγοράς. Ακριβώς αυτές οι τεχνολογίες που υλοποιούν μία υπόσχεση από πλήρη πολιτική πρόσβαση και συμμετοχή αποτελούν την κινητήρια δύναμη ενός οικονομικού σχηματισμού, οι θηριωδίες του οποίου καθιστούν τη δημοκρατία άχρηστη για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Το αποτέλεσμα: η δημοσιότητα είναι για την τεχνοκουλτούρα ότι ο φιλελευθερισμός για τον καπιταλισμό. Η ιδεολογία είναι αυτή που αποτελεί τις συνθήκες αλήθειας του παγκόσμιου κεφαλαίου της εποχής της πληροφορίας. Η δημοσιότητα είναι αυτή που κάνει το σημερινό επικοινωνιακό καπιταλισμό να εμφανίζεται απολύτως φυσικός.

Η ιδέα της δημοσιότητας διαμορφώνει το Διαδίκτυο ως ένα χώρο κοινής αποδοχής. Αυτό όχι μόνο κάνει παθολογικές πολλές μορφές αλληλεπίδρασης που αποτελούν επί μακρόν μέρος της διαμεσολαβούμενης από τον υπολογιστή επικοινωνίας -σεξ, πορνογραφία, παιχνίδια, μπανάλ φλυαρία- αλλά επιπλέον παρεμποδίζει τον τρόπο κατά τον οποίο το Διαδίκτυο λειτουργεί ως το πλέον βασικό συστατικό στοιχείο της υποδομής της παγκόσμιας οικονομίας. Μπορούμε να το δούμε αυτό καθαρά στις εξαγγελίες του ICANN, όπου τονίζεται η σπουδαιότητα του ανταγωνισμού στο Διαδίκτυο.

Ο εμπορικός ανταγωνισμός είναι συνδεδεμένος με το κοινό καλό, μ’ αυτό που είναι καλό για όλους. Είναι το ίδιο περίεργο πράγμα που εμφανίζεται σε όλες τις ρητορικές του τύπου: η αγορά είναι δημόσια, η αγορά καταγράφει και υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ανταγωνισμός της αγοράς ως δημόσιο αγαθό μεταθέτει την προσοχή από τους πραγματικούς ανταγωνισμούς, από την πραγματική σύγκρουση που υπάρχει στον κόσμο σε διάφορες μορφές και σε διάφορους χώρους. Το Διαδίκτυο είναι ένας από τους χώρους όπου η σύγκρουση αυτή διεξάγεται με πλήρη ισχύ. Όταν λοιπόν μιλάμε για το Διαδίκτυο ως δημόσια σφαίρα, μεταθέτουμε την προσοχή από αυτή τη σύγκρουση.

Jodie Dean

Αναφορές

  1. Στο βιβλίο του The Fall of Public Man (London: Faber & Faber 1976 – Σε ελληνική μετάφραση Η τυραννία της οικειότητας, Αθήνα: Νεφέλη 1999), ο Robert Sennett, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και εκπρόσωπος της γενιάς της Νέας Αριστεράς (New Left), αναλύει τις σχέσεις ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας κατά τρόπο διαφορετικό από τις πλέον καθιερωμένες προσεγγίσεις, όπως εκείνες του Habermas και της Arendt, και διατυπώνει τη θεωρία της “κοινωνίας της οικειότητας”. Σύμφωνα με το Sennett, ως κοινωνικά όντα ζούμε δύο ζωές, μία ιδιωτική και μία δημόσια. Τα κριτήρια που τηρούμε και έχουμε στην ιδιωτική μας ζωή δε μπορούν να βρουν εφαρμογή στη δημόσια ζωή, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται ότι δε μπορούμε να είμαστε αυθεντικοί και ειλικρινείς στο δημόσιο χώρο, και γενικά να επενδύσουμε τις συναναστροφές μας στο χώρο αυτό με ηθικό περιεχόμενο. Η συμβολή του Sennett στην κατανόηση της κοινότητας και του δημόσιου χώρου χρεώνεται με μία αναστολή της δημόσιας συλλογικής συμπεριφοράς όπως και με μία νοσταλγία επιστροφής σε αδιαμεσολάβητες μορφές κοινωνικής συμβίωσης.
  2. Η Hannah Arendt στο έργο της The Human Condition (Chicago: The University of Chicago Press 1958 – Σε ελληνική μετάφραση Η Ανθρώπινη Κατάσταση, Αθήνα: Γνώση 1987), έχοντας ως θεωρητική εκκίνηση της ανάλυσής της την Αρχαία Ελλάδα προτείνει μία σύμμειξη του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου. Ειδικότερα, εστιάζει στην αντιστροφή της εσωτερικής διάρθρωσης της vita activa, δηλαδή στην καταστροφή των ορίων που καθορίζουν την κοινωνία. Καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα με τον Sennett, εξετάζοντας όμως διαφορετικές εποχές, καθώς ο τελευταίος ασχολείται με τον 18o και τον 19o αιώνα.
  3. Η συγγραφέας του παρόντος Jodie Dean χρησιμοποίησε την αγγλική μετάφραση του έργου του Habermas The Structural Transformation of the Public Sphere: An Inquiry into a Category of Bourgeois Society (Cambridge: Polity Press 1989).
  4. ICANN ονομάζεται ο οργανισμός που διαχειρίζεται τα domain names που αντιστοιχούν στις ηλεκτρονικές τοποθεσίες και επιλύει τις διαφορές που προκύπτουν από την καταχώρησή τους μέσω διαμεσολαβητικής υπηρεσίας του.
  5. Chatrooms ονομάζονται τα εικονικά δωμάτια, όπου οι χρήστες του Διαδικτύου μπορούν να συνομιλούν μέσω υπολογιστή σε πραγματικό χρόνο (real-time).
  6. Κυβερνοσαλόνια (cybersalons) ονομάζονται τα chatrooms, όπου οι συζητήσεις γίνονται αποκλειστικά επί θεμάτων κυβερνοχώρου μεταξύ των επιλεγόμενων digerati, δηλαδή των μελών μίας δικτυακής ελίτ, χωρίς ουσιαστικά ισότιμη συμμετοχή απλών χρηστών, οι οποίοι όμως μπορούν να παρακολουθήσουν τη συζήτηση και να υποβάλλουν ερωτήσεις. Οι συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα σε κυβερνοσαλόνια συνήθως ασχολούνται κατά κύριο λόγο με κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά φαινόμενα του κυβερνοχώρου και πολύ λιγότερο με αμιγώς τεχνικά ζητήματα, τα οποία κατά κανόνα εξετάζονται ως προς την επίδρασή τους στα πρώτα.
  7. Ο όρος Cyberia έχει καθιερωθεί ως μία άλλη ονομασία του κυβερνοχώρου, αποσκοπώντας να του αποδώσει ένα όνομα που να ομοιάζει με αυτό χώρας (στ’ αγγλικά προφέρεται όπως ακριβώς και η Σιβηρία). Αν και ελληνικά, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε το όνομα Cyberia ως “Κυβερ(ν)ία”, ο όρος Cyberia έχει επικρατήσει και στην ελληνική γλώσσα των υπολογιστών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας