LaCroix και οίκοι μόδας υψηλής ραπτικής στον κατήφορο

LaCroix και οίκοι μόδας υψηλής ραπτικής στον κατήφορο

Επιβίωσε παγκόσμιων πολέμων, κοινωνικών επαναστάσεων, σκανδάλων, κραχ αλλά και των φημών για το επερχόμενο τέλος της. Η οικονομική κρίση αναβιώνει αυτά τα σενάρια και όσοι δεν ανησυχούν στοχάζονται πάνω στο παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον.

Με τον οίκο του LaCroix να κηρύττει πτώχευση πριν κάποια χρόνια και τον Yves Saint Laurent να έχει φύγει από τη ζωή, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που φοβήθηκαν ότι η υψηλή ραπτική πνέει τα λοίσθια.

«Εδώ και 30-40 χρόνια υπάρχει διαρκώς μια φήμη για την επικείμενη κηδεία της haute couture», δήλωσε μετά την παρουσίαση της χειμωνιάτικης συλλογής του 2010 το τέως κακό παιδί της μόδας Jean Paul Gaultier. «H οικονομική κρίση, όμως, είναι το σωστό timing για να εφεύρεις καινούριους τρόπους να δημιουργείς και να θέτεις υπό αμφισβήτηση ώς και τα πιο βασικά». Και έχει δίκιο.

Διότι η Iστορία επαναλαμβάνεται και η κακόγουστη φήμη που κηρύττει το τέλος της υψηλής ραπτικής κυκλοφορεί και ανακυκλώνεται από δεκαετία σε δεκαετία. Το 1965 οι Times της Νέας Υόρκης έγραφαν: «Κάθε 10 χρόνια οι γιατροί συγκεντρώνονται στο προσκέφαλο της γαλλικής υψηλής ραπτικής και ανακοινώνουν ότι ο θάνατος είναι κοντά».

Η διάγνωση, σύμφωνα με τους ειδικούς της μόδας, ήταν σοβαρή: Το απόλυτο sex symbol της εποχής, η Brigitte Bardot, είχε απορρίψει την πρόταση της Coco Chanel να τη μετατρέψει σε κομψή γυναίκα, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «η υψηλή ραπτική είναι για τις γιαγιάδες». Το 1973, όταν η Vreeland διοργάνωσε την αναδρομική έκθεση του Balenciaga στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, οι ειδήμονες των Τimes αποφάσισαν ότι η υψηλή ραπτική «ανέπνεε πολύ βαριά».

Σήμερα, με τον αξιοσέβαστο οίκο του Lacroix να έχει καταθέσει αίτηση για προστασία από τη χρεοκοπία, η αναγγελία θανάτου της haute couture επανέρχεται στο προσκήνιο. Εντούτοις, ο επιθανάτιος ρόγχος της δεν έχει ακόμα ακουστεί. Παράδειγμα, οι οίκοι Chanel και Dior, που σημείωσαν στο τέλος του Ιανουαρίου αύξηση των πωλήσεών τους κατά 20% και 35% αντίστοιχα.

Τι είναι εκείνο, τελικά, που κάνει κάποιους οίκους να πουλάνε υψηλή ραπτική εν μέσω οικονομικής θύελλας και κάποιους άλλους να χρεοκοπούν; Είναι το label που κάνει τη διαφορά; Μήπως είναι η αισθητική; Ή μήπως, τελικά, δεν υπάρχει ευελιξία σε όλους τους οίκους υψηλής ραπτικής να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες; Για τους σχεδιαστές, οι ready-to-wear συλλογές είναι το εμπορικό κομμάτι της δουλειάς τους και οι haute couture δημιουργίες είναι η τέχνη τους, που πρέπει να υπηρετούν με τη μεγαλοπρέπεια και την υπερβολή που της αρμόζει.

Μια φορά και έναν καιρό

Οι ρίζες της υψηλής ραπτικής ξεκινούν από τη Γαλλία. Κάποιοι θεωρούν χρονική περίοδο «γέννησης» της τον 17ο αιώνα, την εποχή του Λουδοβίκου του 14ου, του οποίου ο υπουργός Οικονομικών Jean-Baptiste Colbert είχε καταστήσει τη Γαλλία κυρίαρχο κατασκευαστή σατέν και άλλων ειδών πολυτελείας (1660).

Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι η haute couture χρονολογείται από τον 18ο αιώνα, όταν η τέχνη, η αρχιτεκτονική, η μουσική και οι τάσεις της μόδας στη γαλλική αυλή των Βερσαλιών απολάμβαναν μιμητές από όλη την πολιτισμένη Ευρώπη. Επισκέπτες στο Παρίσι έφερναν στην πατρίδα τους ρούχα που τα έδιναν στους τοπικούς ράφτες για να τα αντιγράψουν. Οι Γάλλοι μόδιστροι και ράφτες θεωρούνταν άριστοι από τότε και τα γνήσια παριζιάνικα υφάσματα ήταν τα πιο εντυπωσιακά.

Ο πατέρας της υψηλής ραπτικής, πάντως, ήταν Αγγλος: Ο Charles Frederick Worth άνοιξε το ατελιέ του στο Παρίσι, το 1858. Ανάμεσα στις καινοτομίες του ήταν το label και η παρουσίαση των κολεξιόν του ανά σεζόν, με τη χρήση μοντέλων ?τα οποία δεν διάλεγε με κριτήριο την ομορφιά τους, αλλά τις σωματικές τους αναλογίες, που έπρεπε να ταιριάζουν με αυτές των πελατισσών του.

Με την αυτοκράτειρα Ευγενία, τη γυναίκα του Ναπολέοντα Γ΄, ως το απόλυτο μοντέλο του, ο Worth και οι νεωτερισμοί του, τα κρινολίνα, τα στριφώματα και τα ειδικά μαξιλαράκια που ανασήκωναν το πίσω μέρος της φούστας διείσδυσαν στον Νέο Κόσμο. Οι πελάτες του διάλεγαν ένα μοντέλο, συγκεκριμένα χρώματα και υφάσματα και αποκτούσαν ένα tailor-made ρούχο φτιαγμένο στο ατελιέ του οίκου του. Ομως, όπως συμβαίνει με τα μάγια στα παραμύθια, ο οίκος Worth δημιούργησε τη δική του ιστορία για 100 ολόκληρα χρόνια και μετά έκλεισε.

Αλλά ένας πρώην υπάλληλος του Worth, ο Paul Poiret, ήταν αυτός που έφερε στα ρούχα το avant-garde ύφος της εποχής πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εποχή της jazz, ωστόσο, είχε ήδη «γεννήσει» την επόμενη πρωταγωνίστρια στη μόδα: Οι προχωρημένες πελάτισσες του Poiret, όπως η Josephine Baker και η Peggy Guggenheim, στράφηκαν σε φρέσκους δημιουργούς όπως η Coco Chanel, που δημιούργησε θηλυκά ρούχα λεηλατώντας την αντρική γκαρνταρόμπα.

Τα κλασικά ταγέρ, τα μεγάλα μεταλλικά κουμπιά, οι τσέπες, οι φούστες μέχρι το γόνατο, οι τσάντες ώμου για ελευθερία στα χέρια και, βέβαια, οι πέρλες είναι μόνον κάποιες από τις βασικές αρχές του οίκου Chanel που εξελίχθηκαν στην κλασική αισθητική. Και ύστερα ήταν η Madeleine Vionnet.

Μια επαναστάτρια της εποχής της καθώς ήταν υπέρμαχος της γυμνής επιδερμίδας. Θεωρούσε ότι αφού το σώμα δεν έχει εσωτερικές γραμμές ούτε τα ρούχα έπρεπε να έχουν. Ετσι, οι σατέν κρεπ τουαλέτες της με τα χαρακτηριστικά πλαϊνά κοψίματα ταίριαζαν τόσο αρμονικά με την ανατομία του σώματος που ήταν αδύνατον για μια γυναίκα να φορέσει εσώρουχα.

Ο οίκος Vionnet έκλεισε το 1939, λίγο πριν από τη γερμανική κατοχή. Τότε επικεφαλής του Chambre Syndicale ήταν ο Lucien Lelong, που κατάφερε να αποτρέψει τα σχέδια του Hitler να πάρει την έδρα της haute couture από το Παρίσι στο Βερολίνο. Eτσι, κατάφερε παράλληλα να κρατήσει 60 οίκους ανοιχτούς διατηρώντας 12.000 θέσεις εργασίας ανάμεσα στους οποίους και οι οίκοι Dior, Pierre Balmain και Hubert de Givenchy.

Το new look του Dior

Μέσα από τα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα «υπέροχο κομψό λουλούδι» φαίνεται να ανθίζει. Είναι ο οίκος του Christian Dior, που το 1946 στεγάζεται στo νούμερο 30 της Avenue Μontaigne. Μαλακοί ώμοι, πλούσια μπούστα, μέση δαχτυλίδι και μεγάλες ανοιχτές φούστες ήταν η περιφραστική περιγραφή αυτού που, με δυο λέξεις, το Harper’s Bazaar της εποχής αποκαλούσε new look. O Dior μπορούσε για ένα καθημερινό φόρεμα να χρησιμοποιήσει 20 μέτρα υφάσματος, ποσότητα υπερβολικά μεγάλη αν σκεφτεί κανείς ότι μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος.

Όμως, τα κέρδη του οίκου ξεπερνούσαν ακόμη και αυτήν την υπερβολή των ρούχων του καθώς η μέση τιμή για ένα φόρεμα Dior υπολογιζόταν στα 10.000 δολάρια. Οι οίκοι της χρυσής δεκαετίας του ’50 όπως ο Dior, o Balenciaga, o Rochas κι o Balmain είχαν αυστηρή δομή και κάποιους απαράβατους κανόνες. Τα ρούχα ράβονταν σε στάδια όλα στο χέρι πρώτα σε μουσελίνα.

Οι τελικές διακοσμήσεις (φτερά, χάντρες, κουμπιά, πέτρες) μπορεί να γίνονταν εκτός οίκου, από τον Lemarie ή τον Lesage, ενώ οι πελάτισσες μπορούσαν να δουν τις συλλογές μόνον κατόπιν αιτήματος στο σαλόνι του οίκου, και με μια τελετουργία που θα ζήλευαν και οι βασιλικές οικογένειες.

Όταν πέθανε ο Dior, oι κληρονόμοι του ήταν πολλοί. Ωστόσο, τα ηνία του οίκου ανέλαβε ο μέχρι τότε βοηθός του, ο Yves Saint Laurent, το 1957, ο οποίος τέσσερα χρόνια αργότερα ίδρυσε τον δικό του οίκο. Το 1966, ξεκινάει το κίνημα των ready-to-wear συλλογών του με τα εγκαίνια της πρώτης Rive Gauche boutique. Μέχρι το 1968, θέλοντας να εναρμονιστούν με το γενικό κλίμα των αλλαγών στη Γαλλία, ακολουθούν το ίδιο μοντέλο και οι οίκοι Courreges, Ungaro ακόμη και αυτός ο «ευγενής» Givenchy, ανοίγοντας pret-a-porter boutiques.

Οι δεκαετίες των 60’s και 70’s είναι θολές και μπερδεμένες, με τον Thierry Mugler, τον Claude Montana και τον Jean Paul Gaultier να επενδύουν δυναμικά στις ready-to-wear συλλογές. Οι haute couture εμπνεύσεις εξαφανίζονται από τα καλά σαλόνια και μεταπηδούν στις πιο «λαϊκές» πασαρέλες.

Οι πωλήσεις των ready-to-wear συλλογών εκτοξεύονται και οι τηλεοπτικές κάμερες βρίσκουν πια μια θέση στα fashion shows. «Για να επιβιώσει η haute couture, πρέπει να γίνει χαμαιλέοντας όπως η μούσα ενός σχεδιαστή», ακούγεται η απελπισμένη φωνή του John Galliano.

Όμως, τελικά τα υπερβολικά 80’s αναγεννούν την υψηλή ραπτική. Ο Κarl Lagerfeld αναλαμβάνει τον οίκο Chanel και τον απογειώνει, δίνοντας τη νέα, υπέρλαμπρη εκδοχή των κλασικών μοτίβων της Coco. Και γι’ αυτό έχει δικαίωμα να υποστηρίζει: «Αυτοί που υποστηρίζουν ότι η υψηλή ραπτική έχει ξοφλήσει είναι αυτοί που δεν έχουν σήμερα δουλειά. Σήμερα, υπάρχει ένα διαφορετικό είδος ραπτικής, ανάλογο των περιστάσεων που επικρατούν.

Οι πολυτελείς ready-to-wear συλλογές δεν απέχουν πολύ από αυτό που ήταν κάποτε η haute couture. Πάντως, το να επιστρέψει η υψηλή ραπτική σε αυτό που ήταν από τα 20’s ώς τα 50’s δεν είναι καλή ιδέα. Τότε, οι συνθήκες εργασίας ήταν άθλιες. Σήμερα, τα εργαστήρια είναι σαν spa και οι εργαζόμενοι νιώθουν σαν stars γιατί είναι δύσκολο να βρεθούν άνθρωποι με ικανότητες.

Οι πελάτισσές μας είναι όμορφες και νέες από τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότιο Αμερική. Οσο για τις πελάτισσες από τον αραβικό κόσμο; Αυτές δεν έρχονται στο Παρίσι. Πάει ο σχεδιαστής μαζί με τις κολεξιόν του σε εκείνες».

Πάντως, για τον Christian Lacroix ?ο οποίος σήμερα δεν απευθύνεται σε καμία αγορά και ο οποίος λίγο πριν από το τελευταίο του show, στις 7 Ιουλίου, ήταν αντιμέτωπος με την πιθανή εξαγορά του οίκου του από την κόρη του προέδρου του Ουζμπεκιστάν… η σαγηνευτική υψηλή ραπτική αντιπροσωπεύει μόνον «πολιτισμό».

Η ιστορία της υψηλής ραπτικής μάς δίνει μαθήματα για το μέλλον της. Γιατί όπως η τέχνη έτσι και η haute couture επηρεάζεται από τα κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα. Και εμπνέεται από αυτά. Δημιουργεί νέα κινήματα, αισθητικές τάσεις, στάσεις και επαναστάσεις, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πεθαίνει· όπως άλλωστε και η τέχνη.

The rules

Το να εξελιχθεί κάποιος σχεδιαστής σε δημιουργό υψηλής ραπτικής δεν είναι απλό. Αν ένας σχεδιαστής φορεμάτων χρησιμοποιήσει τον όρο «σχεδιαστής υψηλής ραπτικής», χωρίς να έχει την έγκριση του Chambre Syndicale, μπορεί να συλληφθεί. Σύμφωνα με τους νόμους του Chambre Syndicale (φορέα του γαλλικού Υπουργείου Βιομηχανίας), σχεδιαστής haute couture είναι αυτός που έχει την εποπτεία χειροποίητων δημιουργιών που γίνονται κατά παραγγελία, μέσα σε ένα atelier που αριθμεί προσωπικό 20 τουλάχιστον ατόμων στο Παρίσι.

Ο σχεδιαστής οφείλει να παρουσιάζει 25 τουλάχιστον σύνολα, δύο φορές τον χρόνο (Ιανουάριο & Ιούλιο) και να δημιουργεί ένα ρούχο μέσα από διαφορετικούς συνδυασμούς, κατευθείαν πάνω στο σώμα της πελάτισσας ή σε μια σιλουέτα κούκλας που θα αποτυπώνει τις αναλογίες του σώματος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας