Να αντικαταστήσουμε το απαξιωμένο «εγώ» με τη συλλογικότητα του «εμείς»

«Aς προσπαθήσουμε να είμαστε εντελώς ανοιχτοί, με τα αυτιά τεντωμένα, έτοιμοι να κινηθούμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση στο πιο ανεπαίσθητο κάλεσμα, σαν κάποιον που είναι πολύ κουρασμένος και πολύ λυπημένος και με τις αισθήσεις τεντωμένες σαν χορδή, αφημένοι, παρασυρμένοι και χαϊδεμένοι από τους μυστηριακούς ανέμους της ανατέλλουσας Εποχής, έτοιμοι να δεχθούμε την παραμικρή κίνηση, κάλεσμα ή σήμα – ας προσπαθήσουμε να πάμε προς μία οποιαδήποτε κατεύθυνση για να ξεγλιστρήσουμε από το δίχτυ που μας τραβάει προς τα κάτω…»

Τζόνας Μίκας

Η Θεσσαλονίκη, εγκλωβισμένη στο ομιχλώδες τοπίο της κρίσης, ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο, εξαρτώμενη από τους μοιραίους καθοριστικούς παράγοντες της γεωγραφίας της, της ιστορίας, της οικονομίας, της κουλτούρας της, από τον ιστορικό πλούτο, ένα ζωντανό μουσείο, αφημένη στο ναρκισσισμό του παρελθόντος της, με την παθητική μνήμη της νοσταλγίας, αδιαφορώντας επί της ουσίας για το παρόν και το μέλλον της, η πόλη που έχασε ή δεν είχε ποτέ ταυτότητα.

Αυτό που όμως θεωρώ σημαντικό, εξαιτίας του ότι δεν ανήκει πουθενά, είναι η ελευθερία της για τη δυνατότητα του ονείρου, του επαναπροσδιορισμού και επανασχεδιασμού της.

Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη των υπόγειων, σιωπηλών δυνάμεων, των πολιτών της, που μέσα σ’ αυτήν την κρίση που βιώνουμε -με άμεσες απειλές εξαφάνισης- πρέπει να αποκτήσουνε λόγο, δυναμικό ρόλο, ώστε να διαλυθεί το θολό πλέγμα συγκάλυψης της πραγματικότητας, να αποκτήσουμε την «παρατήρηση», σταματώντας να παρατηρούμε τον εαυτό μας και ίσως μέσα απ’ αυτόν τους άλλους, αλλά, παρατηρώντας τους άλλους και το χώρο μας, να ανακαλύψουμε τη φρεσκάδα της έκπληξης, της νέας πραγματικότητας, να αναλάβουμε το βάρος της ιστορίας μας, να διεκδικήσουμε το μέλλον, ελεύθεροι από αγκυλώσεις του παρελθόντος, για μια πόλη εμπιστοσύνης και κοινωνικών αξιών.

Οι δημιουργικές παραγωγικές και ανήσυχες αστικές ομάδες να αναλάβουν τη δημιουργία δομών που λείπουν, όχι για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις που αδιαφορούν, αλλά για την κοινωνία που επιθυμεί, να οργανωθούν δράσεις-θεσμοί ψυχαγωγίας, επιμόρφωσης, βελτίωσης της σχέσης πολίτη – πόλης, να βρεθούν, να επικοινωνήσουν και να αναδειχτούν άνθρωποι με αξιώσεις για μία καλύτερη επαγγελματική και προσωπική ποιότητα ζωής, για να δημιουργηθεί η πόλη όπου ο αδικημένος βρίσκει καταφύγιο, όπου κυριαρχεί το ελεύθερο βλέμμα, το χαμόγελο της αξιοπρέπειας, η χειρονομία της αισιοδοξίας, για μία πόλη η οποία θα σηματοδοτηθεί από την ευσυνειδησία, την κουλτούρα, τον πολιτισμό.

Για να δημιουργηθεί η πόλη που ονειρευόμαστε, όπου η ενεργή συμμετοχή του πολίτη αντικαθιστά την έννοια του απαξιωμένου «εγώ» με την συλλογική θέση του «εμείς».

«Δεν ζητούσα τίποτα περισσότερο από το να προσπαθώ να ζω σύμφωνα με ό,τι πιο αληθινό ήθελε να βγει από μέσα μου. Γιατί άραγε ήτανε τόσο πολύ δύσκολο;»

Έρμαν Έσσε: «Ντέμιαν»