No Filth, No Wisdom

No Filth, No Wisdom

Η πόλη παραμένει υπέροχη. Ανοιχτόμυαλη. Ο καιρός ήταν φέτος καλοδιάθετος όσο ποτέ ξανά τα τελευταία πέντε χρόνια. Και οι ένθερμοι φεστιβαλιστές προέκυψαν πρωτοφανώς πολυάριθμοι (σχεδόν οι διπλάσιοι από πέρυσι), αναγκάζοντας τη διοργάνωση να παίζει την καθημερινή, απογευματινή προβολή σε δύο αίθουσες. Η πρόσφατη Berlinale δεν στάθηκε, ωστόσο, αντάξια της κινηματογραφικής γιορτής που είχαμε μάθει και αγαπήσει από τη στιγμή που πήρε τα ηνία της ο Ντίτερ Κόσλικ στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας.

Πρωταρχική πηγή της απογοητευτικής γεύσης που μας άφησε ήταν το μετριότατο επίπεδο των ταινιών που επιλέχθηκαν για το επίσημο Διαγωνιστικό, είτε εντός, είτε εκτός συναγωνισμού. Από τις μεν, με το ζόρι ξεχώρισαν δύο, άντε τρεις, και μόνο μια (εκείνη του Μάικ Λι) προκάλεσε αυθόρμητα, ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Από τις δε, δεν υπήρξε καμία που να αξίζει τίποτα περισσότερο από… απάθεια, καθώς εκεί που είχαμε συνηθίσει να ανταλλάσσουμε παθιασμένες απόψεις για ακριβοθώρητα στουντιακά τέκνα όπως το «V For Vendetta» ή έστω τους αμφιλεγόμενους «300», φέτος υπομείναμε κρύες και αποπροσανατολισμένες, δήθεν καλλιτεχνικές ταινίες σαν τα «Fireflies In The Garden» και «Η Αλλη Ερωμένη Του Βασιλιά».

Ταυτόχρονα, ανησυχητική κάμψη στην ποιότητά τους παρουσίασαν και τα παράλληλα προγράμματα, με το πάλαι ποτέ τολμηρό Forum να έχει πλέον χάσει σε επικίνδυνο βαθμό τον εναλλακτικό χαρακτήρα του και να μεταμορφώνεται σε κλώνο του Πανοράματος.

Η διάχυτη δυσαρέσκεια όμως δεν εκπορεύτηκε μόνο από τα επί της οθόνης δρώμενα. Για πρώτη φορά νιώσαμε την έως τώρα άρτια διοργάνωση να χωλαίνει ενοχλητικά. Αφενός, η απόλυτη σειρά προτεραιότητας στην είσοδο των προβολών (και όχι μόνο) που κάποτε τηρούνταν αυστηρά, φέτος όχι μόνο δεν εξασφαλίστηκε αλλά και καταπατήθηκε οικτρά, με αποκορύφωμα τον μέχρι ασφυξίας χαοτικό συνωστισμό που επικράτησε για μια θέση στη συνέντευξη τύπου του «Filth And Wisdom» – σκηνοθετικού ντεμπούτου της Μαντόνα. Αφετέρου οι άψογες συνθήκες προβολής, στις οποίες είχαμε καλομάθει, δήλωσαν τουλάχιστον δύο φορές απούσες στις δημοσιογραφικές προβολές: στα 40 πρώτα λεπτά του «Θα Χυθεί Αίμα» ο ήχος «κλαψούριζε» ακατάπαυστα, ενώ το «Τropa De Εlite» δεν παίχτηκε με αγγλικούς υπότιτλους !

Μετά από όλα αυτά, ήρθε και η ανακοίνωση των Βραβείων και μας αποτελείωσε. Εντάξει, καλά κάνει το Φεστιβάλ και (αντίθετα με ό,τι συνηθίζουν Κάννες και Βενετία) ποντάρει σε νέους, ανερχόμενους και όχι καταξιωμένους δημιουργούς. Πόσο όμως άξιζε τη Χρυσή Αρκτο ο Χοσέ Παντίγια («Τropα De Εlite»), όταν η ταινία του δεν άρεσε σε κανέναν; Μα κανέναν;

Οι ταινίες που παραλίγο να σώσουν το Βερολίνο.

La Rabia της Αλμπερτίνα Κάρι

Θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται στο Διαγωνιστικό. Αντιθέτως λίγο έλειψε να χαθεί ανάμεσα στους πάμπολλούς τίτλους που φιλοξένησε το τμήμα του Πανοράματος. Επρόκειτο όμως για μια από τις απειροελάχιστες ταινίες του φετινού φεστιβάλ που δεν ζητιάνεψε την αποδοχή του κοινού αλλά άφησε τους ενδιαφερόμενους θεατές να γυρέψουν μόνοι τους μία θέση στον άκρως ιδιόρρυθμο και ερμητικά σφαλιστό κόσμο της. Αγροτικό δράμα που μεταμορφώνεται σε τραγωδία, το φιλμ της Αργεντινής σκηνοθέτη πακετάρει μια καθόλου κολακευτική εικόνα της ανθρώπινης κατάστασης σε ένα αλλόκοτο και ασφυκτικό ενενηντάλεπτο που μεταφράζει μια ιστορία βεντέτας, μοιχείας και εκδίκησης μεταξύ δύο οικογενειών σε βία, ωμό σεξ και δυσβάσταχτη ψυχολογική ένταση.

Happy-Go-Lucky Του Μάικ Λι

Μια δασκάλα δημοτικού ζει τη ζωή της πεισμωμένα χαρούμενη. Ενα χαμογελαστό πλάσμα στο γκρίζο Λονδίνο μοιάζει με κωμικό καρτούν, αλλά για τον βαθιά ανθρωπιστή Μάικ Λι η ηρωίδα του που χαιρετάει, αγκαλιάζει, συμπονά, εμπιστεύεται, συντρέχει, συγχωρεί, γελάει στα εύκολα, γελάει στα δύσκολα, είναι επαναστάτρια. Γιατί σε εποχές που όλοι φοράμε την κακοτυχία στο πέτο ως δικαίωμα, κάποιος έρχεται να αντιπροτείνει τη φιλοσοφημένη, όσο και αβίαστη αισιοδοξία. Οχι απλά ως στάση, αλλά κι ως ευθύνη απέναντι στη ζωή αλλά κυρίως στον εαυτό σου. Οι χαρούμενοι τελικά στέκονται τυχεροί και γι αυτό η πρωταγωνίστρια Σάλι Χόκινς (που ενέπνευσε σύμφωνα με τον σκηνοθέτη την ηρωίδα που υποδύεται) έφυγε κερδίζοντας το βραβείο ερμηνείας αλλά και τις καρδιές όλων.

Lake Tahoe Του Φερνάρντο Ίμπκε

Αν όχι η καλύτερη ταινία (τίτλος που δικαιωματικά ανήκει στο «Ηappy-Go-Lucky»), τότε σίγουρα η πιο γλυκιά και γενναιόδωρη έκπληξη του επίσημου προγράμματος. Πρώτο μεγάλου μήκους κινηματογραφικό πλάσμα του 38χρονου Μεξικανού, είναι μια από τις πιο λιτές και ταυτόχρονα ξεκαρδιστικές, ανθρώπινες και αναπάντεχα συγκινητικές κωμωδίες που έχουμε δει τελευταία. Κινούμενη στα σύνορα με τον Βωβό, με τη κάμερα -εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- ακίνητη ή σβηστή (στην πιο αξέχαστη στιγμή της, όταν ακούμε αλλά δεν βλέπουμε μια ταινία του Μπρους Λι), ακολουθεί τον 16χρονο Χουάν στους δρόμους μια ξεχασμένης από το χρόνο, σιωπηλής, επαρχιακής πόλης, προς αναζήτηση επισκευαστή για το οικογενειακό αυτοκίνητο που τράκαρε, δραπετεύοντας από τη θρηνούσα οικογένεια του.

Βallast Του Λανς Χάμερ

«Βallast» σημαίνει «έρμα». Το βάρος δηλαδή που σε κρατάει στη γη. Κι εσύ πρέπει να αποφασίσεις αν πρέπει να το κόψεις και να πετάξεις ή τελικά το χρειάζεσαι για να ισορροπήσεις. Ο 35χρονος ήρωας που έζησε την αυτοκτονία του δίδυμου αδελφού του έχασε το έρμα του. Η πρώην σύζυγος του αυτόχειρα, κουβαλάει το δικό της: τον μικρό τους γιο. Ολοι βαλτώνουν στο δέλτα του Μισισιπή σε μία βουβή αγωνία επιβίωσης. Η ταινία ήρθε στο Βερολίνο με βαριές αποσκευές (βραβεία σκηνοθεσίας και φωτογραφίας από το φεστιβάλ του Σάντανς), αλλά κατάφερε να απογειωθεί μέσα από τη σοφά συγκρατημένη της ένταση και τις ακριβοθώρητες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Ετσι δεν είδαμε, αλλά ζήσαμε τι σημαίνει να ξυπνάς και να κοιμάσαι σε μία λασπωμένη απεραντοσύνη γιατί, πολύ απλά, εκεί γεννήθηκες. Κι αυτό είναι το έρμα σου.

Boy Α Του Τζον Κρόουλι

Ενας άγουρος άντρας που ως παιδί υπήρξε δολοφόνος, επιστρέφει αναμορφωμένος στα εγκόσμια με νέο όνομα, την αμέριστη συμπαράσταση του κοινωνικού λειτουργού του και όρεξη να ζήσει στο έπακρο τη δεύτερη ευκαιρία που του δίνεται. Χωρίς να χάνει από τα μάτια του την από άκρη σε άκρη, χιλιοστό προς χιλιοστό, εκφραστική μορφή του φωτισμένου νεαρού Αντριου Γκάρφιλντ («Λέοντες Αντί Αμνών») και την ήρεμη δύναμη εκείνης του Πίτερ Μάλεν, ο Ιρλανδός σκηνοθέτης ιχνηλατεί την ανορθόδοξη πορεία ενός ανθρώπου από την ενοχή της ανωριμότητας στην αθωότητα της ωριμότητας και τον φέρνει αντιμέτωπο με την υποκρισία της ενήλικης κοινωνίας, που αρνείται πεισματικά τις ευθύνες της ή έστω ένα βλέμμα στον καθρέφτη.

Coupable Της Λετισιά Μασόν

Ιδιότροπη. Δύσβατη. Μετέωρη ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, την πραγματικότητα και τη φαντασία και μύρια άλλα αντίθετα άκρα – αναπόσπαστα κομμάτια της ανθρώπινης ύπαρξης. Περισσότερο ενδιαφέρουσα παρά καλή, αυτή η 7η σκηνοθετική άσκηση της Γαλλίδας διανοούμενης, μοιάζει με ψυχαναλυτική σπαζοκεφαλιά. Καθώς δύο άντρες (ένας αστυνομικός κι ένας δικηγόρος) επιχειρούν να διαλευκάνουν ένα έγκλημα πάθους, η Μασόν επιχειρεί να απογυμνώσει και -κατά συνέπεια- να απελευθερώσει αμφότερα τα δύο φύλα από το προπατορικό αμάρτημα: να τα ρίξει στην αρένα του έρωτα άνευ αμαρτιών, προκαθορισμένων ρόλων και επίκτητων συμπεριφορών. Το πέρα από τα συνηθισμένα, κωμικοτραγικό αποτέλεσμα είναι ανοιχτό σε κάθε διάθεσης ανάγνωση και προσφέρει ουκ ολίγες αφορμές για συζήτηση.

Ηeart of Fire Του Λουίτζι Φαλόρνι

Στην πρώτη του απόπειρα μυθοπλασίας, ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ «Η Ιστορία Της Καμήλας Που Δάκρυζε» απέτυχε να προκαλέσει παρόμοιες αντιδράσεις και στο κοινό του. Οχι, πάντως, επειδή δεν είχε στα χέρια του μία πολύ δυνατή ιστορία. Βασισμένη στο ομότιτλο, αυτοβιογραφικό βιβλίο της γεννημένης στη φλεγόμενη από τον εμφύλιο Ερυθραία, αλλά μεγαλωμένης στην Γερμανία, Σενέτ Μεχαρί, η ταινία μας ξεναγεί στην πραγματικότητα των παιδιών-πολεμιστών της Αφρικής. Μόνο που το κάνει στεγνά και ανέμπνευστα. Στο τέλος νιώθεις ότι κατάφερε απλά να σχολιάσει το προφανές, χάνοντας μία μεγάλη ευκαιρία να συγκλονίσει. Το μόνο που την εξιλεώνει είναι τα δύο μάτια-κάρβουνο της μικρής πρωταγωνίστριας που κουβαλάει το ρόλο της με χαρισματική φυσικότητα και αξιοπρέπεια.

Τropa De Elite Του Χοσέ Παντίγια

Το ντεμπούτο του Βραζιλιάνου Χοσέ Παντίγια στη μυθοπλασία έφτασε στο Βερολίνο, έχοντας ήδη γίνει τεράστιο box office χιτ στη χώρα του μετά τη διαρροή του σε πειρατικές κόπιες που υπολογίζεται ότι ξεπέρασαν το αστρονομικό νούμερο των 3 εκατομμυρίων θεατών πριν καν η ταινία βγει επίσημα στις αίθουσες. Τοποθετημένη το 1997, η «Επίλεκτη Ομάδα» διερευνά μέσα από μία προσωπική ιστορία ενός αξιωματούχου τη διαφθορά που κυριαρχεί στις τάξεις των αρχών ασφαλείας καθώς ο πόλεμος ανάμεσα στις συμμορίες και τους αστυνομικούς έχει μετατρέψει τις φαβέλες του Ρίο Ντε Τζανέιρο σε πεδίο μάχης.

Όχι αδικαιολόγητα, το φίλμ φέρνει στο νου συνεχώς την «Πόλη του Θεού» του Φερνάντο Μειρέλες τόσο εξ αιτίας της αεικίνητης κάμερας όσο και της ιδιαίτερης γραφής του σεναριογράφου της «Πόλης» Μπραούλιο Μαντοβάνι που διασκέυασε το βιβλίο – μαρτυρία «Εlita De Τropa» του Αντρέ Μπατίστα. Ο Τζέι Βάισμπεργκ του Variety θα χαρακτήριζε την ταινία ως μία «αποθέωση της βίας για τη βία που λειτουργεί ως ένα φιλμ -στρατολόγηση για φασίστες» ενώ στο σύνολο της, η κριτική θα έμενε αμέτοχη και επικριτική στον ενθουσιασμό της κριτικής επιτροπής που τελικά θα έδινε στον Παντίγια την Χρυσή Αρκτο.

First she took Manhattan, then she took Βerlin

Κι εκεί που νομίζεις ότι η Μαντόνα τα έχει κάνει όλα σ’ αυτή τη ζωή, εκείνη αποφάσισε ότι κάτι της ξέφυγε: η σκηνοθεσία. Εγραψε λοιπόν και σκηνοθέτησε το 80λεπτο «Filth And Wisdom», μία ταινία για κάτι που ξέρει πολύ καλά: τη σύγκρουση με την πραγματικότητα στα πρώτα βήματα των ονειροπόλων, φιλόδοξων καλλιτεχνών που αναγκάζονται να υποκύπτουν σ’ ένα σωρό «βρόμικους» συμβιβασμούς για να επιβιώσουν. «Μέσα από την εξαθλίωση μπορείς να κερδίσεις σοφία» όμως επιμένει η ίδια και, κακά τα ψέματα, αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα.

Όσο για την ταινία που χρησιμοποιεί ως κεντρικό της πρωταγωνιστή τον εκκεντρικό Γιουτζίν Χουτζ, τραγουδιστή των πανκ-τσιγγάνων «Gogol Βordello», δεν προσφέρει τίποτα το αξιοσημείωτο. Απλώς, αναπόφευκτα λυγίζει κάτω από το «ματσό» όνομα της σκηνοθέτιδάς της: όποιοι μίσησαν την ταινία, τη μίσησαν γιατί «ήταν το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Μαντόνα». Για ακριβώς τους ίδιους λόγους κάποιοι άλλοι συγχώρεσαν και όλες τις ελλείψεις της.

Το σημαντικότερο όλων: η Μαντόνα αναμφισβήτητα κατέκτησε το Βερολίνο, απλά γιατί… ήρθε. Ο,τι και να ήταν η ταινία, όσο κι αν η ίδια η σταρ μεγατόνων κράτησε (και είναι προς τιμήν της) χαμηλό προφίλ, τόσο στη συνέντευξη Τύπου, όσο και στην πρεμιέρα (απλά ντυμένη, ήρθε και έκατσε ανάμεσα στο κοινό, με μόνους σωματοφύλακες τους πορτιέρηδες του φεστιβάλ) το Βερολίνο υποκλίθηκε. Οσοι είχαμε την τύχη να εξασφαλίσουμε μία θέση στη συνέντευξη Τύπου και μία πρόσκληση στο Zoo Palast συνειδητοποιήσαμε το γιατί: ακόμα κι αν δεν είσαι και ούτε πρόκειται να γίνεις φαν αυτού του pop icon, μισή ώρα μαζί της είναι αρκετή για να κερδίσει το χειροκρότημά σου.

Όχι ως τραγουδίστρια, σίγουρα όχι ως σκηνοθέτης, αλλά ως η γυναίκα-δύναμη που άλλαξε για πάντα το τοπίο ενός «mans mans world». Ή όπως είπε η ίδια: «Αυτό που θέλεις να γίνεις είναι αποκλειστικά και μόνο στο χέρι σου» και κοίταξε σταθερά, με το non-bullshit κάρφωμά της όποιον είχε τα κότσια να της φέρει αντίρρηση. Δεν βρέθηκε κανείς.

Τα βραβεία

Η φετινή κριτική επιτροπή που αποτελούνταν από τον Κώστα Γαβρά (πρόεδρο), τον Γερμανό καλλιτεχνικό διευθυντή Ούλι Χάνις, την ηθοποιό Νταϊάν Κρούγκερ, τον διεθνώς αναγνωρισμένο Αμερικανό ηχολήπτη Γουόλτερ Μερτς, τον Ουκρανό παραγωγό Αλεξάντερ Ροντνιάνσκι και την Ταϊβανέζα ηθοποιό Σου Κι (η Γαλλίδα ηθοποιός Σαντρίν Μπονέρ και η Δανέζα σκηνοθέτρια Σούζαν Μπίερ αποχώρησαν από την επιτροπή την πρώτη ημέρα) απένειμε τα εξής βραβεία:

  • Χρυσή Αρκτος: «Τropa De Εlite» του Χοσέ Παντίγια
  • Αργυρή Αρκτος – Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής: «Standard Operating Ρrocedure» του Ερολ Μόρις
  • Αργυρή Αρκτος Σκηνοθεσίας: Πολ Τόμας Αντερσον («Θα Χυθεί Αίμα»)
  • Αργυρή Αρκτος Γυναικείας Ερμηνείας: Σάλι Χόκινς («Ηappy – Go Lucky»)
  • Αργυρή Αρκτος Ανδρικής Ερμηνείας: Ρέζα Νάζιε («Αvaze Gonjeshk-ha»)
  • Αργυρή Αρκτος για Αξιοσημείωτη Καλλιτεχνική Συνεισφορά (Μουσική): Τζόνι Γκρίνγουντ («Θα Χυθεί Αίμα»)
  • Αργυρή Αρκτος Σεναρίου: Γουάνγκ Χιαοσουάι («Ιn Love We Τrust»)
  • Βραβείο Aflred Βauer: «Lake Τahoe» του Φερνάντο Ιμπκε

Πώς η Berlinale μεταμορφώθηκε σε ροκ φεστιβάλ

Τα μουσικά ντοκιμαντέρ μοιάζουν να κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος στα mainstream φεστιβάλ. Φέτος, θα ορκιζόσουν ότι βρισκόσουν εν μέσω μουσικών κι όχι κινηματογραφικών δρώμενων, καθώς κάθε μέρα είχαμε αφίξεις εμβληματικών εκπροσώπων της μουσικής σκηνής: οι Rolling Stones σήκωσαν την αυλαία της Berlinale και περπάτησαν το κόκκινο χαλί μαζί με τον αιώνιο φαν τους και οσκαρικό πλέον σκηνοθέτη Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος είναι ο υπεύθυνος του «Shine Α Light» (καταγραφής δύο ζωντανών εμφανίσεων του συγκροτήματος στη Νέα Υόρκη). Λίγες μέρες μετά προσγειωνόταν στο Βερολίνο ο Νιλ Γιανγκ, φέρνοντας την ταινία «CSΝΥ Deja Vu» που σκηνοθέτησε, κατά τη διάρκεια περσινής περιοδείας του με τους Crosby, Stills, Nash & Young, χρησιμοποιώντας για άλλη μια φορά το ψευδώνυμο «Μπέρναρντ Σέικι».

Ο 62χρονος Καναδός ρόκερ εμφανίστηκε στη συνέντευξη Τύπου, δηλώνοντας πως «δεν με ενδιαφέρει να τραγουδάω πια μπαλάντες. Στους καιρούς που ζούμε πρέπει να γυρίζουμε τον κόσμο τραγουδώντας για τον πόλεμο, τη βρόμικη πολιτική και την ευθύνη του ανθρώπου». Κατέληξε όμως πικρά: «Φοβάμαι ότι η μουσική δεν μπορεί πλέον να αλλάξει τον κόσμο». Αντίθετα, η συνομήλικη του, Πάτι Σμιθ, που συνόδευε το ντοκιμαντέρ του Στίβεν Σέμπρινγκ «Ρatti Smith: Dream of Life» – ένα αφοπλιστικό πορτρέτο της ως ποιήτρια, καλλιτέχνης, μουσικός- περιόρισε τις δηλώσεις της και χάρισε την πιο επαναστατική κίνηση απ όλες: εκεί, στη συνέντευξη Τύπου πέρασε την κιθάρα της στον ώμο και παραχώρησε μία αποκλειστική, συγκινητική, unplugged ερμηνεία.

Αυτό προσπάθησε να μιμηθεί κι ο Γιουτζίν Χουτς, τραγουδιστής των βαλκανο-πανκ «Gogol Βordello», βγάζοντας την κιθάρα του στο τέλος της συνέντευξης του «Filth And Wisdom», αλλά όσο εκκεντρική φιγούρα κι αν είναι ο ίδιος, το στιγμιότυπο δεν έγραψε στη μνήμη με την ίδια βαρύτητα. Λακωνικοί μας υποδέχτηκαν οι Ντέιμον Αλμπαρν και Τζέιμι Χιούλετ των Gorillaz στην αίθουσα προβολής του «Βananaz», ενός ντοκιμαντέρ που καταγράφει την πορεία της υπερεπιτυχημένης μπάντας από το ξεκίνημά της. Προ της προβολής, στους παρευρισκόμενους θεατές μοιράστηκαν… μπανάνες.

Προηγούμενο άρθροΓυναίκα από πάνω
Επόμενο άρθροAcross the Universe (2007) Μέχρι Την Άκρη Του Κόσμου
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας