Νοσταλγίες νέας κοπής και οι ψηφιακές εξελίξεις

Νοσταλγίες νέας κοπής και οι ψηφιακές εξελίξεις

Η ιδέα των παραδοσιακών αξιών, εκείνων που έχουν κατοχυρωθεί προ πολλού και αντέχουν στο χρόνο, έχει ταυτιστεί με μια συχνά εύκολη νοσταλγία για παλαιότερες, πιο «αγνές» εποχές.

Η αλήθεια είναι ότι η νοσταλγία μπορεί να γίνει παραλυτική, βαρίδι σε κάθε απόπειρα να αποδεχθεί κανείς την εποχή του (και τη μοίρα του), επίσης όμως οι αλλαγές τα τελευταία χρόνια στη συμπεριφορά και τα ήθη είναι τόσο ραγδαίες, έντονες και μαζικές, εξαιτίας της αντίστοιχα ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης και του εθισμού στην ψηφιακή επικοινωνία, που δικαιολογούν συχνά τη λαχτάρα για λιγότερο πολύπλοκους και τσιτωμένους καιρούς.

Ο γνωστός συγγραφέας των μπεστ σέλερ «Διορθώσεις» και «Ελευθερία» στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, της σύγχρονης σοβαρής (με ή χωρίς εισαγωγικά), ευρέως φάσματος αμερικανικής λογοτεχνίας, Jonathan Franzen, έχει πολλές φορές γκρινιάξει δημοσίως στο παρελθόν για τα στραβά της «νέας ψηφιακής εποχής», αποκομίζοντας συχνά για τα ξεσπάσματά του χαρακτηρισμούς όπως «παραδοσιακός», «κολλημένος» ή ακόμα και «Λουδίτης». Χαρακτηρισμοί δόκιμοι εν μέρει, όταν πρόκειται για κάποιον που έχει δηλώσει με υπερηφάνεια ότι πέταξε την τηλεόραση του το 1994 και δεν ξαναπήρε από τότε, αν και πλέον δεν σημαίνει τίποτα η φράση «Δεν βλέπω τηλεόραση», ειδικά όταν, αντί για τηλέοραση, χαζεύει κάποιος με τις ώρες την οθόνη του υπολογιστή. Αυτό είναι «τηλεόραση επί χίλια», όπως είχε πει κάποιος γνωστός.

Πριν μερικά χρόνια περίπου, ο Franzen ξαναχτύπησε, με αφορμή το νέο συγγραφικό του πόνημα, με τίτλο The Kraus Project, το οποίο είναι (εκ πρώτης όψεως) η αγγλική απόδοση των γραπτών του Αυστριακού δοκιμιογράφου – κριτικού – σχολιαστή – χρονογράφου Karl Kraus, ο οποίος έδρασε στις αρχές του περασμένου αιώνα στην τότε «αυτοκρατορία του πνεύματος και της κουλτούρας», τη Βιέννη, πριν από τα σύννεφα του ναζισμού. Μορφή της εποχής του (αλλά και πολύ μπροστά από αυτή, σύμφωνα με τον Franzen), ο Kraus έμοιαζε να έχει έτοιμο τον κατάλληλο σαρκαστικό αφορισμό για κάθε περίσταση και περίπτωση: «Ψυχανάλυση είναι η αρρώστια που νομίζει ότι είναι η θεραπεία», έλεγε συχνά, όπως επίσης και ότι «οι διπλωμάτες λένε ψέματα στους δημοσιογράφους και μετά πιστεύουν τις επικεφαλίδες με τις ψεύτικες δηλώσεις τους». Αλλά και ότι «οι σκύλοι είναι πιστοί, ναι, αλλά σε μας μόνο, μεταξύ τους δεν είναι». Τέτοιους παράδοξους αφορισμούς ο ίδιος τους αποκαλούσε «μισή αλήθεια ή αλήθεια και μισό» και συχνά τις κατέγραφε στο περιοδικό που εξέδιδε (και στο οποίο πολλές φορές έγραφε αποκλειστικά) ο ίδιος με τίτλο Ο Πυρσός.

Είναι σχεδόν αδύνατον πια να ολοκληρωθεί ένα γεύμα με φίλους χωρίς κάποιος να ψάξει στο smartphone το είδος της πληροφορίας που κάποτε ήταν ευθύνη του μυαλού να θυμάται.

Ο Αμερικανός συγγραφέας, ανακαλώντας το πνεύμα του προ εκατονταετίας συναδέλφου του, βρίσκει ιδανικό πλαίσιο για να εξαπολύσει λίβελο εναντίον της σύγχρονης κυρίαρχης κουλτούρας στην οποία κυριαρχεί το «πάθος με την τεχνολογία, την πληροφορία και την επικοινωνία, και όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντέξουν πέντε λέπτα χωρίς να ψαχουλέψουν νευρικά το κινητό τους». Στο στόχαστρο του Franzen βρίσκονται μεταξύ άλλων: Οι πρόσφατες εκδόσεις των Windows («καταδιώκοντας απεγνωσμένα την κομψότητα της Apple, προδίδουν την αυστηρή ομορφιά που επιτρέπει η λειτουργικότητα των PC’s»), «η αεικίνητη αγωνία αυτών που θεωρούνται hip και trendy στις μέρες μας», το «εμπορικό διαδίκτυο», του οποίου πρώτος στόχος είναι να γεννά όλο και περισσότερα hits και βάζει τους πάντες σε πειρασμό να παριστάνουν τους σοφιστικέ σχολιαστές όταν ποστάρουν τις απόψεις τους, οι «ανοησίες» που ανεβάζει ο διάσημος συνάδελφός του Salman Rushdie στο Twitter, οι Η.Π.Α. τού σήμερα, που μοιάζουν σαν τη Βιέννη των αρχών του περασμένου αιώνα, «άλλη μία αποδυναμωμένη αυτοκρατορία που νανουρίζει τον εαυτό της με ιστορίες του μεγαλείου της». Επίσης: «Ο διαρκής ηλεκτρονικός αντιπερισπασμός», που έχει γίνει «η πραγματική ουσία της καθημερινής μας ζωής».

Στα μαύρα κατάστιχα τίθενται, επίσης, τα «αρρωστάκια του Twitter», που τον αποκάλεσαν Λουδίτη όταν χαρακτηρίσε το αγαπημένο τους μέσο κοινωνικής δικτύωσης «ηλίθιο», «η επιχειρηματολογία των οπαδών του Dylan υπέρ της απονομής στον Dylan του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας», οι «ψαγμένοι έφηβοι που υπονομεύουν την ουσία μέσω της μπλαζέ ειρωνείας», «η λέξη προσωπικότητα όταν αναφέρεται σε στημένες τηλεοπτικές περσόνες» και η «άμεση ανέυρεση πληροφορίας»: «Είναι σχεδόν αδύνατον πια να ολοκληρωθεί ένα γεύμα με φίλους χωρίς κάποιος να ψάξει στο smartphone το είδος της πληροφορίας που κάποτε ήταν ευθύνη του μυαλού να θυμάται». Θα μπορούσε να προσθέσει, επίσης, το γεγονός ότι όλοι πια φαίνεται να πιστεύουν ότι έχουν πάθει Αλτσχάιμερ, ενώ απλώς έχουν πάψει να εμπιστεύονται τη μνήμη τους. Ή αισθάνονται ότι την έχουν «κάψει» φορτώνοντάς τη με τόνους περιστασιακής πληροφορίας….

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας