Ο «ακροβάτης» της lehman Brothers

Ο «ακροβάτης» της lehman Brothers

Ο πρώην επικεφαλής της Leh­man Ρ.Φαλντ είχε λόγους να πιστεύει πως θα εξακολουθούσε να κερδίζει χρήματα από την αμερικανική αγορά ακινήτων.

Ο κ. Ρίτσαρντ Φαλντ έμοιαζε να έχει ιδιαίτερη επίγνωση των καταιγίδων που επρόκειτο να ξεσπάσουν στον χρηματοοικονομικό τομέα. Στη διάρκεια του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ το 2006, στο Νταβός της Ελβετίας, είχε προειδοποιήσει ανοικτά για τους κινδύνους που απειλούσαν τον τομέα εξαιτίας των υψηλών αποτιμήσεων των ακινήτων, την υπερβάλλουσα μόχλευση και την άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου και των εμπορευμάτων.

Στις 29 Μαΐου 2007, καθώς εξελισσόταν μια από τις πιο εντυπωσιακές περιόδους εκρηκτικής ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς ακινήτων στα χρονικά, ο Ρίτσαρντ Φαλντ πόνταρε, για άλλη μια φορά, στην αγορά κατοικιών των ΗΠΑ.

Οι πιθανότητες δεν ήταν ευνοϊκές για τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers.

Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ τερμάτισε την περίοδο του φθηνού χρήματος, με μια σειρά αλλεπάλληλων αυξήσεων των επιτοκίων της που διαμόρφωσαν το διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού της μιας ημέρας (overnight ) στο 5,25%, τον Ιούνιο του 2006, από 1% τον Ιούνιο του 2005. Είχαν περάσει περισσότεροι από τρεις μήνες από τότε που η HSBC έγινε η πρώτη μεγάλη διεθνής τράπεζα που αποκάλυψε ότι υπέστη ζημίες ύψους πολλών δισ. δολαρίων εξαιτίας της έκθεσής της στην αγορά στεγαστικών δανείων υψηλής επισφάλειας (subprime).

Ο πιστωτικός κύκλος είχε μεταστραφεί, όπως είχε γίνει κατ’ επανάληψη στη διάρκεια των 40 ετών παρουσίας του κ. Φαλντ στη lehman Brothers, ωστόσο, ο ίδιος εξακολούθησε να αισθάνεται τυχερός. Αποτέλεσμα όλης εκείνης της κατάστασης ήταν, η Lehman, μια τράπεζα με χρηματιστηριακή αξία λίγο υψηλότερη από 20 δισ. δολάρια εκείνη την περίοδο, να συμπράξει με την κατασκευαστική οικοδομική εταιρεία Tishman και την Bank of America προκειμένου να δαπανήσουν 15 δισ. δολάρια για να εξαγοράσουν την Archstone – Smith Trust, εταιρεία επενδύσεων ακινήτων που ήλεγχε ένα μεγάλο αριθμό διαμερισμάτων στις πλέον ελκυστικές αστικές περιοχές των ΗΠΑ.

Η lehman Brothers είχε λόγους να πιστεύει πως θα εξακολουθούσε να κερδίζει χρήματα από την αμερικανική αγορά ακινήτων.

Η Blackstone, η εταιρεία private equity που διαχειριζόταν ο Στιβ Σουόρτσμαν και ο Πίτ Πίτερσον -πρώην διοικητικά στελέχη της Lehman- είχε καταπλήξει την Wall Street με μια σειρά κερδοφόρων deals.

Η συμφωνία της Arch­stone ήταν επίσης συνεπής με την υψηλού ρίσκου, υψηλών αποδόσεων φιλοσοφία από την οποία διαπνεόταν η Lehman. Διαθέτοντας λιγότερα κεφάλαια από τους ανταγωνιστές της, όπως είναι οι Goldman Sachs και Mor­gan Stanley, η Lehman ήταν γνωστή για τις φιλόδοξες κινήσεις της, που πολλές φορές υπερέβαιναν τις πραγματικές δυνατότητές της, και την ταχύτητα των αντιδράσεών της όσον αφορά στην εκμετάλλευση των ευκαιριών που της παρουσιάζονταν.

Ο κ. Φαλντ, πρώην χρηματιστής της αγοράς ομολόγων και ευρύτερα γνωστός με το προσωνύμιο «ο γορίλας», ήταν η ενσάρκωση της φιλοσοφίας αυτής.

Στο διάστημα που προηγήθηκε της συμφωνίας με την Archstone, η χρηματιστηριακή αξία της Lehman ανερχόταν στα 60 δισ. δολάρια και θεωρούταν ως μία από τις καλύτερα διοικούμενες επενδυτικές τράπεζες στην Wall Street. Ο ίδιος ο κ. Φαλντ έμοιαζε να έχει ιδιαίτερη επίγνωση των καταιγίδων που επρόκειτο να ξεσπάσουν στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Στη διάρκεια του περσινού Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, στο Νταβός της Ελβετίας, είχε προειδοποιήσει ανοικτά για τους κινδύνους που απειλούσαν τον τομέα εξαιτίας των υψηλών αποτιμήσεων των ακινήτων, την υπερβάλλουσα μόχλευση και την άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου και των εμπορευμάτων. Αλλά, ενώ ο κ. Φαλντ έμοιαζε να έχει επίγνωση των κινδύνων και εμφανιζόταν έτοιμος να λάβει μέτρα προφύλαξης, μέσα στη Lehman, όπως είπε χαρακτηριστικά ένας χρηματιστής, «η μηχανή των εξαγορών εργαζόταν ακατάπαυστα».

Η συμφωνία της Arch­stone αποτέλεσε ορόσημο για τη Lehman, καθώς η επενδυτική τράπεζα απέμεινε να διακρατεί σημαντικό μέρος του ύψους 30 δισ. δολαρίων προβληματικού χαρτοφυλακίου ακινήτων της εταιρείας επενδύσεων ακινήτων, που δεν μπορούσε να ξεπουλήσει, γεγονός που προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στους επενδυτές. Η χρηματιστηριακή αξία της τράπεζας κατέρρευσε, σε σημείο που να έχει διαμορφωθεί στα μόλις 2 δισ. δολάρια, στις 12 Σεπτεμβρίου.

Την προηγούμενη Δευτέρα, έσπευδε να ζητήσει προστασία από τους πιστωτές της. Το γεγονός πως η Leh­man απέμεινε να διακρατεί ένα τεράστιο και μη ρευστοποιήσιμο χαρτοφυλάκιο ακινήτων ήταν εντελώς ξένο προς για μια τράπεζα που είχε δημιουργηθεί, στην ουσία, κατ’ εικόνα και ομοίωση του 62χρονου διευθύνοντα συμβούλου της.

Ο κ. Φαλντ κατάφερε να ανασύρει τη Lehman από την «άβυσσο» και να τη μετατρέψει σε έναν δυναμικό επενδυτικό οργανισμό. Με τη Fed να διατηρεί χαμηλά τα επιτόκιά της για να αποτρέψει την ύφεση αμέσως μετά τα δραματικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η Lehman αναπτύχθηκε ταχύτατα, παίζοντας έναν υπερμεγέθη ρόλο στην αγορά τιτλοποιημένων ομολόγων και στον τομέα των μοχλευμένων πιστώσεων, εμφανίζοντας αλλεπάλληλα κέρδη – ρεκόρ την περίοδο 2005 – 2007.

Ο κ. Φαλντ χαρακτηρίστηκε ως οραματιστής, με το διοικητικό συμβούλιο της Lehman να τον ανταμείβει με την παροχή μπόνους, υπό τη μορφή μετοχών, ύψους 186 εκατ. δολαρίων το 2006 – κίνηση που προκάλεσε έντονες επικρίσεις στην αγορά. Η Lehman είχε αρχίσει έναν αγώνα δρόμου προκειμένου να εξεύρει νέες πηγές χρηματοδότησης τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων των ΗΠΑ. Ακόμη, είχε ξεκινήσει επαφές με επενδυτές οι οποίοι ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου της ακινήτων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν τα hedge funds Blackstone και Colony Capital.

Το αναπότρεπτο τέλος για τη Lehman, ήταν σύντομο. Καθώς ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Χανκ Πόλσον και ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης Τιμ Γκάιτνερ συγκέντρωσαν τους επικεφαλής ορισμένων από τις μεγαλύτερες τράπεζες στον κόσμο για επείγουσες συνομιλίες, την προηγούμενη Παρασκευή, δεν χρειάστηκαν πολύ χρόνο για να αντιληφθούν πως η Lehman ήταν καταδικασμένη.

Από την Αλαμπάμα στην τελευταία πράξη της τραγωδίας

Για μια ολόκληρη γενιά διευθυντικών στελεχών της Wall Street ήταν δύσκολο να παρακολουθήσουν τις περιγραφές των διαπραγματεύσεων της ύστατης ώρας για την πώληση της Lehman Brothers χωρίς να ανατρέξουν στα γεγονότα που σημάδεψαν την επενδυτική τράπεζα πριν από περισσότερο από δύο δεκαετίες. «Παρακολουθώ τα τεκταινόμενα με ένα αίσθημα θλίψης», δήλωσε πρώην στέλεχος της Lehman την περασμένη εβδομάδα. «Είναι σαν αυτή την αίσθηση πως έχεις ξαναζήσει κάτι στο παρελθόν, αλλά για διαφορετικούς λόγους», πρόσθεσε ο ίδιος.

Η lehman Brothers απώλεσε την ανεξαρτησία της το 1984 ύστερα από μια σκληρή μάχη εξουσίας μεταξύ των δύο κορυφαίων στελεχών της, του Πιτ Πίτερσον και τους Λιούις Γκλάκσμαν. Το μπεστ σέλερ του Κεν Αουλέτα με τίτλο «Greed and Glory on Wall Street: The Fall of the House of Lehman» αναφέρει πως ενώ η μάχη εξουσίας βοήθησε να καταστραφούν οι σταδιοδρομίες πολλών από τα κορυφαία στελέχη της, από τον Στίβεν Σουόρτσμαν και τον Έντουαρντ Όλτμαν μέχρι τον Πίτερ Σόλομον και τον Στίβεν Ράτνερ, η τράπεζα συνέχισε να αναπτύσσεται.

Ο κ. Γκλάκσμαν, που απεβίωσε το 2006, κέρδισε τη μάχη εξουσίας το 1983 μόνο και μόνο για να υποχρεωθεί να πουλήσει το τρόπαιό του, ένα χρόνο αργότερα, στην American Express, η οποία συγχώνευσε τις δραστηριότητες της τράπεζας με εκείνες της Shearson, του δικού της χρηματιστηριακού οίκου. Ιδρύθηκε στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, το 1850 από τους αδελφούς Λέμαν, Γερμανοεβραίους μετανάστες και άρχισε να λειτουργεί ως κατάστημα γενικού εμπορίου, κυρίως βάμβακος.

Ο αμερικανικός εμφύλιος διέκοψε την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας του Νότου, υποχρεώνοντας τους αδελφούς Εμμάνουελ και Μάγιερ Λέμαν να μετακινηθούν στην ασφάλεια της Νέας Υόρκης, όπου άρχισαν να δραστηριοποιούνται εκτός του τομέα του βάμβακος σε άλλα εμπορεύματα, προτού, τελικά, στραφούν στις μετοχές.

Όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποχρέωσε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιλέξουν μεταξύ της εμπορικής τραπεζικής και της διαχείρισης μετοχών, στη δεκαετία του 1930, η Lehman επέλεξε το δεύτερο.

Η τράπεζα αναπτύχθηκε για να γίνει ένα από τα πλέον πανίσχυρα ιδρύματα στην Wall Street.

Αν και ανέκαθεν διέθετε ένα σταθερό επιτελείο ταλαντούχων τραπεζιτών και χρηματιστών, η έμφαση της τράπεζας στην ιδιωτική πρωτοβουλία έμοιαζε να προκαλεί διαφωνίες μεταξύ των ανωτάτων στελεχών της, γράφει στο χρονικό του ο κ. Αουλέτα. Πράγματι, ο κ. Πίτερσον αναρριχήθηκε στην εξουσία ύστερα από εσωτερικές διεργασίες που οδήγησαν στην αποχώρηση του προκατόχου του, Φρεντ Έρμαν, το 1973.