Ο Ευρωπαϊκός Μύθος και η υποτιθέμενη άρρηκτη ενότητα

Ο Ευρωπαϊκός Μύθος και η υποτιθέμενη άρρηκτη ενότητα

Η Ευρωπαϊκή ενοποίηση από τα σπάργανα της και σε όλη την πολυκύμαντη μέσα στις δεκαετίες διαδρομή της, υπήρξε ένας Μύθος. Σαν τέτοιος, κεντρικό στόχο είχε να μοιράσει απλόχερα ελπίδα, να προσφέρει μεγαλόπνοες στοχεύσεις και να χαράξει ένα διαφορετικό και πιο ευοίωνο μέλλον για τους λαούς της ηπείρου.

Όπως όλοι όμως οι μύθοι, για να συντηρηθεί, επενδύθηκαν πάνω του και χαρακτηριστικά τα οποία δεν διέθετε, δόθηκαν υποσχέσεις ανεδαφικές, πουλήθηκαν «πουκάμισα αδειανά» -για ατέρμονη ευημερία και πρόοδο, για γεωμετρική αύξηση πλούτου, για πλήρη απασχόληση και κοινωνική ισότητα. Τώρα όμως που αναπόφευκτα η φούσκα έσκασε, οι λαοί της Ευρώπης βλέπουν κατάματα το αληθινό πρόσωπο του Μύθου και η προσαρμογή επέρχεται βίαιη και αμείλικτη. Ο Μύθος τείνει να ξεφτίσει ανεπανόρθωτα.

Η τελευταία μετενσάρκωση του μεγαλόπνοου αυτού πρότζεκτ, η Ευρωζώνη, βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα πρωτοφανές αδιέξοδο, σε μία αληθινή μάχη επιβίωσης. Έχοντας από τη δημιουργία της μία ανεδαφική πίστη απόλυτης δύναμης και ασφάλειας, δεν ήταν ούτε θεσμικά, ούτε «ψυχολογικά» προετοιμασμένη για μία τέτοια μητέρα των μαχών. Διότι πλέον, ακόμα και η ίδια η διάλυσή της, ενδεχόμενο το οποίο μέχρι και πριν λίγους μήνες ανήκε σε σφαίρες αρρωστημένης φαντασίας, αποτελεί ορατό ενδεχόμενο, με τις πρωταγωνίστριες αγορές να στοιχηματίζουν ήδη για την πραγμάτωσή του.

Βέβαια, μπορεί η προοπτική να μοιάζει ρεαλιστικά «μαύρη», δεν θα πρέπει όμως σε καμία περίπτωση να λησμονείται το γεγονός ότι ανέκαθεν, το ευρωπαϊκό πρότζεκτ έκανε αποφασιστικά βήματα προόδου, μοναχά ευρισκόμενο μπροστά σε μεγάλα αδιέξοδα. Και μπορεί η τωρινή κρίση να μην συγκρίνεται με οτιδήποτε πρότερο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η καταστροφή και η διάλυση αποτελούν νομοτέλειες. Λύσεις υπάρχουν –απαιτούν όμως σιδηρά πολιτική βούληση και τα βέλτιστα ανακλαστικά.

Η πρώτη κίνηση που δύναται να δρομολογηθεί άμεσα, είναι η αναθεώρηση της απελπιστικά μονόπλευρης θεώρησης στην χάραξη οικονομικής πολιτικής, τόσο από την πλευρά της Γερμανίας, όσο και από αυτήν της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Ιδιαίτερα σε περίοδο τέτοιας πρωτοφανούς κρίσης, δεν νοείται η οικονομική πολιτική της Ευρωζώνης να περιορίζεται στην σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή και στον έλεγχο των –ανύπαρκτων ουσιαστικά- πληθωριστικών πιέσεων. Πρέπει να δοθεί άμεσα προτεραιότητα σε ουσιαστικές πολιτικές τόνωσης της ανάπτυξης και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, ιδιαίτερα εφόσον η γερμανική συνταγή έχει πλέον και αποδεδειγμένα αποτύχει στην αναστροφή της κρίσης χρέους στις περιπτώσεις των PIGS που έχει εφαρμοσθεί –ιδιαίτερα σε Ελλάδα και Πορτογαλία.

Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο πραγματικότητα, απαιτείται ταυτόχρονα και η άμεση διεύρυνση του ρόλου της ΕΚΤ με την μετατροπή της σε πραγματική Κεντρική Τράπεζα. Ως τέτοια, θα μπορεί αρχικά να παρεμβαίνει αγοράζοντας απευθείας κρατικά ομόλογα και στη συνέχεια να προβεί και στην έκδοση του περίφημου ευρωομολόγου, το οποίο μπορεί δυνητικά να παίξει τον ρόλο τείχους προστασίας σε περιόδους αντίστοιχης κρίσης. Άλλωστε, το γεγονός ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί αυτήν την στιγμή να παίξει τον ρόλο του δανειστή τελευταίας ευκαιρίας, αποτελεί και την πλέον ρεαλιστική εξήγηση της υφιστάμενης κρίσης στην Ευρωζώνη, παρά το ότι η τελευταία διαθέτει καλύτερα μακροοικονομικά μεγέθη από οικονομίες όπως αυτές των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας.

Αναμφίβολα, ο απώτερος στόχος θα πρέπει να είναι η ολοκλήρωση της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης. Ό,τι έμεινε ημιτελές στο Μάαστριχτ, διότι ενδεχομένως τότε να ήταν πρώιμο, τώρα αποτελεί μονόδρομο για την έξοδο από την κρίση και την εξασφάλιση της μελλοντικής πορείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση αυτή η ενοποίηση οφείλει να έχει και τη δημοκρατική νομιμοποίηση των Ευρωπαίων πολιτών, οι οποίοι μπορεί να νοιώθουν πλέον –για μύριους διαφορετικούς λόγους- αποξενωμένοι από το ευρωπαϊκό ιδεώδες, δεν παύουν όμως να είναι η θεμέλια αρχική προϋπόθεση της δημιουργίας της ενωμένης Ευρώπης. Η εμπιστοσύνη τους στο όραμα πρέπει να ξανακερδηθεί πόρτα με πόρτα, ψυχή με ψυχή, διότι μόνο εφόσον οι Ευρωπαίοι λαοί «ξαναγκαλιάσουν» την Ευρώπη, μπορεί αυτή να έχει ευοίωνο μέλλον ως ενιαία οντότητα.

Μέσα σε όλα αυτά, έρχεται κανείς να αναρωτηθεί για το ποια μπορεί να είναι η θέση της «ταπεινωμένης» Ελλάδας στο ευρωπαϊκό μέλλον. Αναμφισβήτητα, από την περαιτέρω εξέλιξη της οικονομικής ενοποίησης, η χώρα μας έχει να κερδίσει πολλά –με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα εκπληρώσει τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της και θα κάνει στροφή 180 μοιρών τόσο στο οικονομικό όσο και στο κοινωνικό της μοντέλο. Όσον αφορά δε, τις λαϊκίστικες κορώνες περί δήθεν απώλειας εθνικής κυριαρχίας, είναι προφανές ότι σε ορισμένο βαθμό, αυτή έχει «παραχωρηθεί» εξαρχής από όλες τις χώρες, με την έναρξη της συμμετοχής τους στην ενωμένη Ευρώπη.

Πέραν τούτου όμως, μία χώρα με την ισχυρή εθνική ταυτότητα της Ελλάδας, από τις αξίες και τα ιδανικά της οποίας οικοδομήθηκε και τράφηκε η ευρωπαϊκή σκέψη, όχι μόνο δεν θα έπρεπε να φοβάται για τέτοια ενδεχόμενα, τουναντίον –θα όφειλε να είναι ο ιδεολογικός και πνευματικός μπροστάρης της περαιτέρω ενοποίησης, όπως άλλωστε υπήρξε σε παρελθόντες καιρούς. Διότι, -κάτι που έχει αφεθεί στο περιθώριο- το ευρωπαϊκό οικοδόμημα «πάτησε» σε δύο κύριους πυλώνες, τον οικονομικό και τον πολιτιστικό –και η συνεισφορά της χώρας μας στον δεύτερο υπήρξε αναντίρρητα καθοριστική.

Αυτός ακριβώς ο πολύμορφος χαρακτήρας που διέκρινε το ευρωπαϊκό ιδεώδες είναι που πρέπει να αναστηλωθεί. Οι οραματιστές της ενωμένης Ευρώπης –από τον Ντε Γκολ, τον Αντενάουερ και τον Μοννέ, μέχρι τον Μιτεράν, τον Κολ και τον Ντελόρ– ποτέ δεν την αντιμετώπισαν ως ένα απλό οικονομικό πρότζεκτ. Αντίθετα, την είχαν εξαρχής μπολιάσει με τις αξίες της ειρήνης και της συνύπαρξης, της πολιτιστικής ανάπτυξης και της κοινωνικής ευημερίας. Αυτός ο Μύθος, όσο ξεθωριασμένος και αν μοιάζει σε αυτήν την συγκυρία, δεν μπορεί να αφεθεί στην απαξίωση και στο τέλμα, η «αρπαγή της Ευρώπης» πρέπει να αποφευχθεί.

Οι τωρινοί Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να του εμφυσήσουν ξανά τις αξίες που τον θέριεψαν και του χάρισαν αυτήν την αξιοζήλευτη μοναδικότητα στον διάβα της ιστορίας. Και -τολμώ να πω-, κόντρα σε επαγγελματίες καταστροφολόγους, σε κερδοσκόπους και Κασσάνδρες, μπορούν να τα καταφέρουν. Αρκεί να πατήσουν στα χνάρια της ασάλευτης πολιτικής βούλησης και του γνήσιου οραματισμού και να αφήσουν στην άκρη κοντόφθαλμες και υστερόβουλες λογικές.

Προηγούμενο άρθροΤο σύνδρομο του «Πλούταρχου».
Επόμενο άρθροΠαιδιά του σωλήνα
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας