Singles vs Albums. Ο τρόπος που καταναλώνουμε μουσική

Singles vs Albums. Ο τρόπος που καταναλώνουμε μουσική

Με τις πωλήσεις των ολοκληρωμένων άλμπουμ σε διαρκή κάθοδο, οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες κάνουν στροφή προς τα σινγκλ. Το Texnologia.Net καταγράφει την αλλαγή στον τρόπο που καταναλώνουμε μουσικά προϊόντα.

Λος Άντζελες, 25 Μαρτίου, Τρεις νέες γυναίκες που ανήκουν σε ένα νέο φανταχτερό Rap και R&B; τρίο που ονομάζεται Candy Hill, υπέγραψαν ένα δισκογραφικό συμβόλαιο και ελπίζουν να γίνουν διάσημες. Μέσα στο πρόγραμμα του συμβολαίου υπάρχει το γύρισμα ενός μουσικού βίντεο κλιπ και συναντήσεις με ραδιοφωνικούς παραγωγούς για να παρουσιάσουν τη μουσική τους.

Αλλά οι κοπέλες δεν έχουν ένα CD για να προωθήσουν. Η εταιρία τους Universal/Republic Records έκανε ένα συμβόλαιο στις Candy Hill με σκοπό να ηχογραφήσουν δύο τραγούδια και όχι ένα ολόκληρο άλμπουμ.

«Αν βγάλουμε δυο τραγούδια προς τα έξω τότε μας δίνεται μία ευκαιρία», μας είπε η εικοσάχρονη Vatana Shaw που δημιούργησε το τρίο πριν από 4 χρόνια, «Μόνο οι πραγματικοί φαν θα αγόραζαν ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το κάνουν αυτό πια».

Οι δισκογραφικές εταιρίες παγκοσμίως, βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να συμφωνήσουν μαζί της: το κοινό αγοράζει όλο και λιγότερα ολοκληρωμένα άλμπουμ. Με το πέρασμα από τα CD στην ψηφιακή μουσική, το αγοραστικό κοινό τώρα μπορεί να επιλέξει τα συγκεκριμένα τραγούδια της αρεσκείας τους χωρίς να χρειάζεται να πληρώσουν 10 δολάρια για ένα άλμπουμ.

Oι πωλήσεις των σινγκλ καλπάζουν

Τον προηγούμενο χρόνο οι πωλήσεις των σινγκλ σε ψηφιακή μορφή, ξεπέρασαν για πρώτη φορά αυτές των CD. Σύμφωνα με πληροφορίες από το Nielsen Sound Scan, μέχρι αυτή τη στιγμή, το 2020 οι πωλήσεις των ψηφιακών κομματιών έχουν αυξηθεί κατά 54% και αντιστοιχούν σε 189 εκατομμύρια ψηφιακές μονάδες. Οι ψηφιακές πωλήσεις των ολοκληρωμένων μουσικών άλμπουμ έχουν αυξηθεί και αυτές σε ελάχιστα υψηλότερο ποσοστό. Οι αγοραστές ψηφιακής μουσικής όμως επιλέγουν να αγοράσουν σίνγκλ αντί για άλμπουμ, με αναλογία 19 αντί ενός.

Η ψηφιακή μόδα

Υπάρχει μία αλλαγή στις προτιμήσεις του αγοραστικού κοινού- που αντικατοπτρίζεται στις δημοσιεύσεις των μπλογκ, στις επιλογές MP3 και στις στήλες κριτικής των σίνγκλ στο περιοδικό Rolling Stone. Οι δισκογραφικές εταιρίες προσπαθούν να βρουν τρόπους να διαχειριστούν την απώλεια των μουσικών άλμπουμ σαν το βασικό τους αγοραστικό προϊόν και τον κύριο οικονομικό πόρο των εισοδημάτων τους.

Για να αντιμετωπίσουν αυτές τις νέες συνθήκες οι δισκογραφικές εταιρίες κάνουν μία ολική επανεξέταση στην πολιτική μάρκετινγκ που ακολουθούν καθώς και στα νέα συμβόλαια που υπογράφουν. Σύμφωνα με κυνηγούς ταλέντων και νομικούς, οι συνέπιες αυτής της νέας πολιτικής, επηρεάζουν τους καλλιτέχνες όπως οι Candy Hill που θα ηχογραφήσουν μόνο μερικά ring tones ή κάποια σινγκλ.

iTunes

Την ίδια στιγμή η μουσική βιομηχανία, προσπαθεί να καθυστερήσει όσο δυνατόν περισσότερο την έκδοση ενός άλμπουμ, με σκοπό να ωθήσει το κοινό να αγοράσει το ολοκληρωμένο άλμπουμ αφού αγοράσει πρώτα το σινγκλ. Η εταιρία Apple, σε συνεννόηση με διάφορες δισκογραφικές εταιρίες, αποφάσισε να παρέχει κάποιο μπόνους στους κατόχους iTunes που έχουν αγοράσει ένα σινγκλ και μέσα σε ένα προκαθορισμένο διάστημα αποφασίσουν να αγοράσουν το ολοκληρωμένο άλμπουμ του συγκροτήματος. (Η πολιτική της Apple ουσιαστικά σημαίνει ότι οι πελάτες της αγοράζοντας ένα σινγκλ και μετά όλο το σχετικό άλμπουμ πληρώνουν το τραγούδι που αγόρασαν στη διπλάσια τιμή).

Παρόλα αυτά κάποιοι αναλυτές αμφιβάλουν ότι αυτή η πολιτική προώθησης των προϊόντων μπορεί να αλλάξει την τάση του αγοραστικού κοινού.

Τα άλμπουμ πεθαίνουν;

Ο Aram Sinnreich, που είναι ένας από τους μάνατζερ που συνεργάζεται με την Radar Research, μίας εταιρίας που εδρεύει στο Λος Άντζελες και παρέχει συμβουλές για την πολιτική των μέσων, δήλωσε: «Πιστεύω ότι τα άλμπουμ θα πεθάνουν». «Οι καταναλωτές ακούνε play lists» ή μία μίξη από τραγούδια σινγκλ διαφόρων καλλιτεχνών. «Οι προτιμήσεις των καταναλωτών που είχαν iPod και αγόραζαν ψηφιακά σινγκλ, θα στραφούν περισσότερο προς τους καλλιτέχνες που ενστερνίζονται αυτήν την πολιτική».

Όλα αυτά συμβαίνουν καθώς η μεγάλη πτώση την μουσικής βιομηχανίας συνεχίζει την καθοδική της πορεία. Οι πωλήσεις των άλμπουμ είτε σε CD, είτε σε ψηφιακή μορφή μέχρι στιγμής αυτόν τον χρόνο έχουν πέσει κατά 16%. Τα στελέχη των εταιριών την αποδίδουν αυτή την πτώση σε μία ασυνήθιστη καμπή στις προκαθορισμένες παραγωγές νέων άλμπουμ καθώς και στο περιορισμένο πεδίο πωλήσεων που καταλαμβάνει η μουσική βιομηχανία στην γενικότερη αγορά. Αν και οι πωλήσεις μεμονωμένων μουσικών κομματιών – που πουλήθηκαν κυρίως μέσα από το iTune – έχουν αυξηθεί, δεν έχουν φτάσει στο σημείο να αποζημιώσουν τη μουσική βιομηχανία για την πτώση της.

Ή μήπως όχι;

Πολλά στελέχη μουσικών εταιριών αμφισβητούν την άποψη ότι τα άλμπουμ θα εκλείψουν. Πιο συγκεκριμένα αναφέρουν, ότι οι φίλοι της τζαζ, της κλασικής μουσικής, της όπερας και ορισμένων συγκροτημάτων της ροκ (όπως για παράδειγμα των Radiohead και των Tool), θα συνεχίσουν να απαιτούν για πολλά χρόνια ακόμα να απολαμβάνουν την αγαπημένη τους μουσική στην χρονική διάρκεια που έχουν τα άλμπουμ. Αλλά για άλλα μουσικά είδη – όπως κάποια παρακλάδια της ποπ μουσικής, της ραπ, της R&B; και ένα μεγάλο κομμάτι της κάντρι – όπου οι επιτυχημένες πωλήσεις είναι άμεσα συνδεδεμένες με τον ραδιοφωνικό χρόνο που καταλαμβάνουν τα σινγκλς, τα άλμπουμ φαίνεται ότι πιθανότατα να έχουν φτάσει στο τέλος τους.

Ο Jeff Kempler υψηλόβαθμο στέλεχος της Capitol Music Group, που είναι θυγατρική της EMI δήλωσε ότι: «Για κάποια μουσικά είδη και ορισμένους καλλιτέχνες, ο σχεδιασμός της πορείας τους με γνώμονα τη δημιουργία ενός άλμπουμ, φαίνεται να περνάει στο παρελθόν». Τα παραδοσιακά άλμπουμ είναι πολύ σημαντικά για τους οπαδούς ενός συγκροτήματος. Ο Kempler επίσης επισημαίνει ότι: «συνέχιση ενός επιχειρηματικού σχεδίου που είναι προσκολλημένο σε μία συγκεκριμένη μορφή ενός προϊόντος, είναι επιζήμια σε σχέση με τις δυνατότητες που προσφέρει το διαδίκτυο και είναι επίσης επιζήμια σε σχέση με τις επιλογές που επέδειξε πεντακάθαρα το πλήθος των καταναλωτών».

Ο τρίτη οδός

Μία άλλη λύση η οποία συζητείται στην μουσική βιομηχανία, είναι η στροφή των δισκογραφικών εταιριών σε συγκεκριμένες ομάδες μουσικών οπαδών. Εταιρίες που ανήκουν στον όμιλο της Warner Music και της EMI σκέφτονται ένα σύστημα κατά το οποίο οι οπαδοί ενός συγκροτήματος θα πληρώνουν ένα χρηματικό ποσό, πιθανόν μηνιαίως, για να γίνουν μέλος στο κλαμπ των αγαπημένων τους καλλιτεχνών και έτσι να λαμβάνουν μια σειρά ηχογραφήσεων, βίντεο και άλλα προϊόντα σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα.

Τα στελέχη των εταιριών συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι πρέπει να διαμορφώσουν μία πιο σταθερή σχέση με τους οπαδούς ορισμένων συγκροτημάτων, που μπορεί να χάσουν το ενδιαφέρον τους, αν αναγκαστούν να περιμένουν δύο ή και περισσότερα χρόνια πριν ο αγαπημένος τους καλλιτέχνης κυκλοφορήσει μία νέα δουλειά.

Πριν από μία δεκαετία η μουσική βιομηχανία είχε σχεδόν σταματήσει να πουλάει μουσική μεμονωμένων κομματιών. Αλλά σήμερα 4 χρόνια μετά τον εγκαινιασμό της υπηρεσίας iTunes που έκανε η Apple – η τιμή πώλησης των σινγκλ κυμαίνεται στα 99 σεντ το κομμάτι, ενώ ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ κοστίζει $9.99 – οι πωλήσεις των μεμονωμένων κομματιών αντιστοιχούν περίπου στα 2/3 του συνολικού όγκου των μουσικών πωλήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Nielsen, σε αυτό το ποσοστό δεν συγκαταλέγονται αγορές μουσικής σε ψηφιακή μορφή όπως τα ring tones, που έχουν πουλήσει πάνω από 54 εκατομμύρια κομμάτια μέχρι στιγμής φέτος.

Εξουσία στον ακροατή

Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ένας από τους σημαντικότερους λόγους για αυτήν την αλλαγή, είναι ότι οι καταναλωτές – που πια έχουν την εξουσία να μπορούν να επιλέγουν τα αγαπημένα τους κομμάτια μέσα από τα καινούργια άλμπουμ – ενώ μέχρι πριν από μερικά χρόνια πλήρωναν την τιμή ενός ολόκληρου CD από το οποίο τα κομμάτια που τους άρεσαν πραγματικά μπορεί να ήταν ελάχιστα. Υπάρχουν βέβαια ακόμα περιπτώσεις όπου ορισμένα άλμπουμ είναι επιτυχημένα όπως το διπλό CD άλμπουμ των Red Hot Chili Peppers “Stadium Arcadium” με τον ογκωδέστατο αριθμό 28 κομματιών, το οποίο πούλησε πάνω από 2 εκατομμύρια αντίτυπα. Αλλά η συνολική εικόνα της οικονομικής πίτας έχει αρχίσει να μικραίνει.

Λεφτά με τη σέσουλα

Σε ορισμένα σημεία το κλίμα που επικρατεί στην αγορά μοιάζει με αυτό της δεκαετίας του 1950 και σε κάποια σημεία της δεκαετίας του 60, όπου πολλά διάσημα γκρουπ πούλησαν περισσότερα σινγκλ από ότι άλμπουμ. Χρειάστηκαν ορισμένα πολύ σπουδαία άλμπουμ όπως το “Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band” των Beatles και το “Pet Sounds” των Beach Boys, τα οποία συνέβαλλαν σημαντικά στην μεταμόρφωση των άλμπουμ στην κυρίαρχη επιλογή του αγοραστικού κοινού της ποπ μουσικής.

Παρόλα αυτά ο οικονομικός όγκος των εξόδων της μουσικής βιομηχανίας είναι πολύ υψηλότερος από ότι την εποχή που ο Bob Dylan πήρε στα χέρια του μία ηλεκτρική κιθάρα. Τα σημερινά έξοδα – όπως για τηλεοπτικές διαφημίσεις, μουσικά βιντεοκλίπ, μέχρι και τους παχυλούς μισθούς των στελεχών μίας εταιρίας – στηρίζονται ακόμα σε μεγάλες επιτυχίες που θα κάνουν ορισμένα άλμπουμ.

Έτσι προέκυψαν τα περικομμένα συμβόλαια με συγκροτήματα όπως οι Candy Hill. Οι δισκογραφικές εταιρίες υπογράφουν συμβόλαια για σινγκλ με νέους καλλιτέχνες, που αν κυκλοφορήσουν μία επιτυχία οι εταιρίες την κρίνουν εφήμερη ή προσωρινή. Τα στελέχη της Universal δηλώνουν ότι αυτού του τύπου τα συμβόλαια θα παρουσιάζονται όλο και πιο συχνά σε συγκροτήματα που βρίσκονται λίγο πολύ στο ίδιο επίπεδο. Αυτό συμβαίνει γιατί το σινγκλ από μόνο του είναι ένα προϊόν στην τελική του μορφή.

Με τις Candy Hill η Universal πλήρωσε μία μικρή προκαταβολή – που ειπώθηκε ότι κυμάνθηκε σε πενταψήφιο αριθμό – με σκοπό την κάλυψη των εξόδων ηχογράφησης. Η δεσποινίς Shaw που έφτιαξε το συγκρότημα που αποτελείται από την Casha Darjean και την Ociris Gomez, μας δήλωσε ότι τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος κράτησαν τις δουλειές που είχαν πριν το συμβόλαιο σε μία ασφαλιστική εταιρία και έκαναν επιπλέον και άλλες δουλειές με φωνητικά για να μπορέσουν να πληρώσουν το νοίκι στο διαμέρισμα στο οποίο μένουν όλες μαζί.

Αν ένα από τα τραγούδια τους γίνει μεγάλη επιτυχία, ελπίζουν να κυκλοφορήσουν ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ και να αυξήσουν τα εισοδήματα τους από τα έσοδα συναυλιών και από πωλήσεις προϊόντων.

Αλλά το να κάνουν ένα τραγούδι τους επιτυχία δεν φαίνεται να είναι και τόσο εύκολο.

Ο Ron Shapiro μάνατζερ καλλιτεχνών και τέως πρόεδρος της Atlantic Records, μας έκανε την ερώτηση: «Ποιες είναι οι πιθανότητες να έχεις γκίνια συνέχεια στο Λας Βέγκας;» – αναφερόμενος σε ένα κομμάτι του τραγουδιστή Daniel Powter που πούλησε πάνω από 2 εκατομμύρια αντίτυπα, αφού χρησιμοποιήθηκε στην εκπομπή American Idol.

Ενώ οι δισκογραφικές εταιρίες μοχθούν για να χτίσουν καριέρες για καλλιτέχνες που είναι ικανοί να κυκλοφορήσουν άλμπουμ, στη συνέχεια μας λέει ότι: «Πρέπει να δημιουργήσουν έναν σχεδόν υστερικό ρυθμό παραγωγής επιτυχιών, που θα πουλούν σε ψηφιακή μορφή ή σε ring tones και θα μπορούν να κατεβάζουν από το διαδίκτυο οι πάντες. Είναι κάτι το τρομαχτικό.»

Προηγούμενο άρθροΑναπτύχθηκε ραντάρ για γρήγορη διάσωση θαμμένων ανθρώπων
Επόμενο άρθροΣυνέντευξη με τον Erik Comas
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας