Σκέψεις ενός dj της αθηναϊκής νύχτας

Σκέψεις ενός dj της αθηναϊκής νύχτας

Το μόνο που δεν γουστάρω είναι τα… Στρουμφάκια!

Στρουμφάκια έχω ονομάσει εκείνες τις παρέες που οι φατσούλες τους είναι μπλε από το παγωμένο φως που ρίχνει η οθόνη του κινητού τους!

Ξεκίνησα να παίζω μουσική σε κλαμπ της Αθήνας, πριν από πολλά χρόνια ως παραγωγός του Rock FM. Η πρόσκληση ήρθε απροσδόκητα ένα μεσημέρι, λίγο πριν τελειώσω την εκπομπή από τον ιδιοκτήτη του ιστορικού Memphis, στην ακόμη πιο ιστορική οδό Βεντήρη, δίπλα από το Χίλτον.

«Μα ξέρετε, εγώ δεν είμαι dj, μουσική που αγαπώ βάζω στο ραδιόφωνο, λέω και δύο λόγια κι ελπίσω ότι φτιάχνω τη διάθεση του κόσμου» είπα διστακτικά, αλλά και με ένα κρυφό καμάρι. Δεν μου είχαν ξανακάνει πρόταση να παίξω σε ένα μαγαζί που είχα δώσει ρέστα, λεφτά, ιδρώτα από το χορό!

«Μα τι λες, αυτά που παίζεις είναι ένα σούπερ πρόγραμμα» επέμεινε και κάπως έτσι ξεκίνησα να δουλεύω επαγγελματικά. Αυτά στα τιμημένα 90’s.

Ξέρεις, κάθε φορά που παίρνω θέση πίσω από τα cd ή το λάπτοπ πλέον είναι σαν την πρώτη φορά, πάντα έχω το άγχος: θα περάσουν καλά; Θα τους «πιάσω» , θα κάνω έστω κι έναν να χορέψει, ή απλώς θα βαρεθούν;

Χρόνια θητεία στη νύχτα, πάντα μου άρεσε η ροκ και τα παρακλάδια της (κι είναι πολλά ευτυχώς) και γυρνώντας από μαγαζί σε μαγαζί αυτός που μας τραβούσε ήταν – εκτός από την μπαργούμαν ή τον μπάρμαν που ως φοιτητές περιμέναμε και κάνα κέρασμα – ο dj.

Αυτός ήταν ο τύπος στον οποίο παραδινόμασταν για να περάσουμε μια αξέχαστη βραδιά! Ο πρώτος πληθυντικός δεν είναι της ψωνάρας, στην παρέα μου αναφέρομαι!

Μια βραδιά που είσαι καλά, ο δισκοθέτης (μπρρρ τι ελληνικούρα) μπορεί να σε απογειώσει, μια βραδιά που είσαι τραβάτε με κι ας κλαίω μπορεί να σε ανεβάσει, μια βραδιά που είσαι στα πατώματα μπορεί να σε κάνει κι άλλο αλοιφή – με την καλή έννοια!

Έχω πέσει λοιπόν στα χέρια πολλών dj της Αθηναϊκής νύχτας, της Παριανής, της Αντιπαριανής… ας μην συνεχίσουμε με τοποθεσίες! Έχω πέσει λοιπόν στα χέρια πολλών dj που μου έχουν χαρίσει νύχτες απίστευτης ενέργειας και κεφιού. Σαν να ήταν στο κεφάλι μου έβαζαν τις μουσικές που γούσταρα, άλλοτε μουσικές που δεν ήξερα άλλα είχαν κάτι που μάλλον υπήρχε μέσα μου και αμέσως με έφτιαχναν. Βλέπεις, αυτή είναι η μαγεία της μουσικής, σε παίρνει μαζί της. Αρκεί να είσαι έτοιμος να ταξιδέψεις.

Ναι έχω κάνει κι εγώ το «έγκλημα»: Σε παρακαλώ, αν σου βγει μπορείς να βάλεις το…

Κάποιοι με έχουν κοιτάξει σαν να τους πέταξα κέρμα (το φαινόμενο juke box), κάποιοι με συμπαθητικό τρόπο αρνήθηκαν, κάποιοι χαμογέλασαν κι είπαν «μετά». Σε όλες τις περιπτώσεις μετά από δύο τρία τραγούδια κι ίσως κάποιο ακόμη ποτό συνέχιζα να γουστάρω και να διασκεδάζω, να λικνίζομαι ή να χορεύω.

Από τους πολλούς dj λοιπόν που έντυσαν μουσικά πολλές νύχτες και ξημερώματα μου θέλω να σου μιλήσω για τον Γιάννη Κόικα, που έκανε το Camel, του συχωρεμένου του Μάκη Σαλιάρη να σείεται. Ο Γιάννης ήταν σαν μικροχειρουργός: έκανε απίστευτες αλλαγές στον πόντο! Πάνω στο μέτρο, μίξαρε ροκ μουσική σαν τεράστιος dj της dance σκηνής (εκεί κι αν πρέπει να είσαι μαέστρος!!!) Έκανε λοιπόν απίστευτης τέχνης αλλαγές αλλά αν πήγαινες τρεις –τέσσερις φορές τη βδομάδα στο μαγαζί για πολύ καιρό όπως και η αφεντιά μου κάποιες στάνταρ αλλαγές τις ήξερες! Στην αρχή ήταν βαρετό, μετά όμως ήταν μέρος του σόου: τις περίμενα! Και γελάγαμε με την παρέα!

Υπήρχαν και άλλοι dj που έστεκαν αγέρωχοι πίσω από την κονσόλα τους και εντελώς μηχανικά έβαζαν το ένα κομμάτι πίσω από το άλλο και η βραδιά κυλούσε χάρις στο δικό μας κέφι.

Και υπήρχαν και άλλοι dj που έβαζαν τραγούδια μόνο για την παρέα τους και για την πάρτη τους. Κοινώς άγνωστο κείμενο! Κι όπως πολλοί πήγαιναν αδιάβαστοι στο μπαρ, έτσι και πολλά μπαρ από τους πολύ «ειδικούς» πήγαν κι αυτά αδιάβαστα.

Κουβαλώντας τόσες αθηναϊκές, πειραιώτικες κλπ νύχτες στο κεφάλι και την ψυχή μου βρίσκομαι πίσω από τα cd ή το λάπτοπ και παίρνω εγώ τη θέση αυτού που μου έφτιαχνε τη διάθεση ή όχι!

Η πιο δύσκολη ώρα είναι η αρχή του σετ και στη συνέχεια η διαχείριση αυτών που λέμε «σιγουράκια». Τι ώρα να βάλεις αυτό; Ή να μη το βάλεις καθόλου;

Το πιο ωραίο όμως σε αυτή τη διαδικασία είναι να δεις τον κόσμο να αντιδρά με τη μουσική που διαλέγεις! Εκείνη την ώρα λες: εντάξει, τους έχω! Και μετά ξανά άγχος για να τους κρατήσεις στην κατάσταση που τους έφερες!

Εκείνο που παρατηρώ όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν είναι… εσάς! Τους θαμώνες! Είστε μεγάλη σχολή! Παρατηρώ ύφος, ντύσιμο, αέρα μέσα στο χώρο, πώς ανάβουν ή πώς σβήνουν το τσιγάρο, αν το πετάνε στο τασάκι ή στο πάτωμα, πώς παραγγέλνουν ποτά, πως κοιτάνε την/τον συντροφό τους, πώς φεύγουν! Aκόμη και πώς ζητάνε ένα κομμάτι.

Το μόνο που έχω (λέμε τώρα) να πω είναι ότι εκείνους που δεν γουστάρω με τίποτα, όχι μόνο ως dj αλλά και ως θαμώνας σε οποιοδήποτε μαγαζί, είναι τα «στρουμφάκια».

Στρουμφάκια έχω ονομάσει εκείνες τις παρέες που οι φατσούλες τους είναι μπλε από το παγωμένο φως που ρίχνει η οθόνη του κινητού τους! Αντε να κανεις ένα τσεκ ιν – μην θίξουμε τα ίερά και τα όσια – άσε που μπορεί να φέρεις και καναν πελάτη ακόμη. Αλλά τι ήρθες στο μπαρ με την παρέα σου άμα είναι να μιλάς με άλλους στο κινητό;

Τα Στρουμφάκια λοιπόν αυτά μου τη δίνουν! Είναι η νέα «φυλή» (ρε πόσες φυλές ειχε ανακαλύψει το ΚΛΙΚ σ’ αυτήν την Αθήνα…) που μάλλον άφιλη μου κάνει κι ευτυχώς δεν την συναντάς παντού! Ανθίζει στα πολύ δήθεν στέκια, που ανέκαθεν δεν ήταν του γούστου μου!

Απίστευτοι νάρκισσοι, που στα σόσιαλ μίντια δεν ανέχονται τίποτα λιγότερο από φωτογραφία της φάτσας τους. Είναι σχεδόν οι ίδιοι που θα σπρώξουν χωρίς να πουν συγνώμη, θα σου χύσουν το ποτό επίσης χωρίς να πουν συγγνώμη, είναι γενικά τα τυπάκια «ο κόσμος μου ανήκει, κι αν δε μου ανήκει ακριβώς, εσείς πάντως δε μου γουστάρετε».

Μου αρέσει να βλέπω κόσμο να φλερτάρει, δεν είναι δυστυχώς συχνό φαινόμενο, και πάντα αυτοί που «τολμάνε» να έρθουν μόνοι τους σε ένα μπαρ μου προκαλούν συμπάθεια! Συνήθως κοιτάνε κάπου άλλου από τους υπόλοιπους αλλά δείχνουν να απολαμβάνουν κάθε γουλιά του ποτού τους και συχνά (κι αυτό είναι τιμητικό για τον dj) κάθε νότα που βγαίνει από τα ηχεία!

Μου αρέσουν και οι ερωτευμένοι που λατρεύουν τον σύντροφό τους χωρίς να τους νοιάζουν οι υπόλοιποι. Βεβαίως αν θες να κάνεις έρωτα, πήγαινε κάπου αλλού γιατί όλοι αγαπήσαμε, ερωτευτήκαμε αλλά αν ψάχνεις νονούς για το παίδι σου… δεν θα τους βρεις στην ομήγυρη!

Α, και τι γίνεται όταν μου ζητάνε ένα κομμάτι; Λέω πάντα την αλήθεια! Αν δεν το έχω λέω «δεν το έχω», αν το έχω και δεν το γουστάρω λέω: κοίτα το έχω αλλά θα το βάλω ίσως πιο μετά ή το ξεκόβω λέγοντας ότι δεν παίζει απόψε, άλλη φορά! Αν το έχω και το γουστάρω αλλά είναι άσχετο με το κλίμα που επικρατεί… εκεί πιάνω την κουβέντα: πώς σου ήρθε τώρα…

Γενικά πάντως δεν με ενοχλεί να φτιάξω μια παρέα που ζητάει ένα τραγούδι! Ούτε το θεωρώ υποτιμητικό, αρκεί βεβαίως να υπάρχει ένα μέτρο! Τι ς προάλλες ένα παλικάρι ζητούσε κομμάτι κάθε δέκα λεπτά… του το είπα: μεγάλε δεν πάει άλλο! Θα προσλάβουν εσένα στο τέλος!

Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας και συνεχίσαμε τη βραδιά μας – από τους τελευταίους έφυγε με την παρέα του!

Εκείνους που βάζω στην καρδιά μου είναι αυτούς που θα πουν ένα «εβίβα» κατά τη διάρκεια και ένα «καλό ξημέρωμα» όταν φύγουν!

Είναι μεγάλη ψυχοθεραπεία το ντιτζεϊλίκι: φτιάχνεις ένα μονοπάτι από αγαπημένες μουσικές για να το διαβείς παρέα με αγνώστους, και όταν εκεί, κάπου στο ξημέρωμα έχεις φτάσει κάπου μαζί με αυτούς τους αγνώστους αισθάνεσαι μια ηρεμία! Είναι απλό μονοπάτι, δεν σε πάει κάπου συγκεκριμένα, ούτε είναι έξοδος κινδύνου, είναι πάντως ένα λιμάνι στους ταραγμένους καιρούς του μυαλού του «καθενός» (που έλεγε και η γιαγιά μου).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας