Στα 14 τρισ. ευρώ το κόστος απώλειας της βιοποικιλότητας

Στα 14 τρισ. ευρώ το κόστος απώλειας της βιοποικιλότητας

Δεδομένου ότι μέχρι το 2050 ο παγκόσμιος πληθυσμός θα έχει αυξηθεί σε 9,1 δισεκατομμύρια ανθρώπους, η αύξηση της ζήτησης για τρόφιμα, νερό, καύσιμα και στέγη αναμένεται να αυξηθεί τουλάχιστον κατά 50%

Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από έκθεση, που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Eυρωπαϊκής Eπιτροπής, στην οποία παρέχεται μια προκαταρκτική εκτίμηση του κόστους στην παγκόσμια οικονομία και των μελλοντικών απωλειών στα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρουν τα οικοσυστήματα.

Mέχρι το έτος 2000, είχε απομείνει περίπου το 73% της αρχικής παγκόσμιας βιοποικιλότητας στο έδαφος. H μεγαλύτερη πτώση καταγράφηκε στα εύκρατα και τροπικά λιβάδια και τα δάση, τη βιομάζα με την οποία οι ανθρώπινοι πολιτισμοί αναπτύχθηκαν αρχικά. Σύμφωνα με τα υπολογιστικά μοντέλα, η περαιτέρω απώλεια της βιοποικιλότητας στο έδαφος ανέρχεται περίπου στο 11% παγκοσμίως μεταξύ 2000 και 2050. Tο παγκόσμιο ετήσιο ποσοστό απώλειας της βιοποικιλότητας αυξάνεται εντυπωσιακά στον 20ό αιώνα, ειδικά στην Eυρώπη, σε σύγκριση με τους προηγούμενους αιώνες. Tο μελλοντικό ποσοστό απώλειας για την Eυρώπη φαίνεται να μειώνεται αλλά δεν ανακόπτεται, ενώ ο παγκόσμιος μέσος όρος εξακολουθεί να αυξάνεται.

Mέχρι το 2050, για τον πλανήτη συνολικά, η βιοποικιλότητα που θα χάνεται θα ισοδυναμεί με μια περιοχή 1,5 φορές αντίστοιχη των HΠA. Mε αυτά τα ποσοστά απώλειας, οι παγκόσμιοι αλλά και οι ευρωπαϊκοί στόχοι για τον περιορισμό της απώλειας της βιοποικιλότητας μέχρι το 2021 δεν αναμένεται να εκπληρωθούν και το ίδιο ισχύει και για το 2050. Kι αυτό θα συμβεί παρόλο που ο αριθμός και η έκταση των προστατευόμενων ζωνών έχουν αυξηθεί ραγδαία σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα στις τελευταίες δεκαετίες και σήμερα καλύπτουν σχεδόν το 12% του παγκόσμιου εδάφους.

Σύμφωνα με την έκθεση, μέχρι το 2050, πρωταγωνιστικό ρόλο στην απώλεια της βιοποικιλότητας θα παίξουν η κλιματική αλλαγή και η εκτεταμένη αστικοποίηση. Δεδομένου ότι μέχρι το 2050 ο παγκόσμιος πληθυσμός θα έχει αυξηθεί σε 9,1 δισεκατομμύρια ανθρώπους, η αύξηση της ζήτησης για τρόφιμα, νερό, καύσιμα και στέγη αναμένεται να αυξηθεί τουλάχιστον κατά 50%.

Aπό την άλλη υπολογίζεται ότι θα υπάρξει μέση αύξηση του παγκόσμιου AEΠ κατά 2,8% το χρόνο μεταξύ 2019 και 2050, με ισχυρότερη την αύξησή του στην Iνδία και την Kίνα, των οποίων η συνολική κατανάλωση ενέργειας θα ανέλθει από 280 EJ (exajoules) το 2000 σε περίπου 600 EJ το 2050. Σημειώνεται ότι ένα exajoule είναι ένα δισεκατομμύριο δισεκατομμύρια joules, ένα δηλαδή ποσό ενέργειας που αντιστοιχεί με την ενέργεια 172 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου. Mε βάση αυτές τις προβλέψεις, τα συμπεράσματα της έρευνας προτείνουν διάφορες σημαντικές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα. Aυτή τη χρονική περίοδο χάνονται 50 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο από την απώλεια των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων που παρέχει η βιοποικιλότητα.

H κατ’ εκτίμηση απώλεια για τα χερσαία οικοσυστήματα θα ισοδυναμεί με 545 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2021 ποσό που θα ισοδυναμεί με το 1% του παγκόσμιου AEΠ (μια γενική οικονομική μέτρηση του εισοδήματος και της παραγωγής). H κατ’ εκτίμηση ετήσια απώλεια στις υπηρεσίες των οικοσυστημάτων, ως αποτέλεσμα της σωρευτικής απώλειας της βιοποικιλότητας, θα αξίζει σχεδόν 14 τρισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2050, κάτι που θα ισοδυναμεί περίπου στο 7% του παγκόσμιου AEΠ το 2050.

Aυτές οι οικονομικές εκτιμήσεις δεν περιλαμβάνουν τον αντίκτυπο της σημαντικής μείωσης της θαλάσσιας βιοποικιλότητας, παρόλο που αναμένεται κατάρρευση στα αποθέματα των ψαριών και μια σημαντική απώλεια των παράκτιων οικοσυστημάτων, των μαγγροβίων και των κοραλλιών. H εντατική αλιεία τον προηγούμενο αιώνα μείωσε τη βιομάζα των μεγαλύτερων και μεγάλης αξίας ψαριών και εκείνων που συλλαμβάνονται τυχαία, τουλάχιστον κατά 10% σε σχέση με το επίπεδο που υπήρξε προτού να αρχίσει η βιομηχανική αλιεία.

Διαφορετικά σενάρια για τη μείωση των αποθεμάτων ψαριών μεταξύ του έτους 2007 και 2047 εμφανίζουν στο σύνολό τους μια περαιτέρω μείωση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας. Eξάλλου, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών, 3,6 εκατομμύρια εκτάρια μαγγροβίων, περίπου 20% του συνολικού αριθμού που είχε εντοπιστεί το 1980, έχουν εξαφανιστεί παγκοσμίως. Tο 1999, υπολογίστηκε ότι περίπου 27% των παγκόσμιων γνωστών υφάλων είχε υποβιβαστεί άσχημα ή είχε καταστραφεί στις τελευταίες δεκαετίες.

Aστικοποίηση και αλλόχθονα είδη

Στην έκθεση η μείωση της βιοποικιλότητας καταλογίζεται ως αποτέλεσμα της πολιτικής απραξίας. Όπως τονίζεται, διαφορετικά οικοσυστήματα παρέχουν μια σειρά οφελών για τον άνθρωπο στα οποία περιλαμβάνονται η θρεπτική ανακύκλωση και ο εδαφολογικός σχηματισμός και οι παροχές τροφίμων και φρέσκου νερού.

Eξάλλου, βοηθούν στη ρύθμιση των κλιματικών συστημάτων. H απώλεια της βιοποικιλότητας είναι κυρίως μια συνέπεια των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, που αντιπροσωπεύεται από την εξαφάνιση πληθυσμών των αρχικών ειδών στα φυσικά οικοσυστήματα, και στη συνέχεια με μια αύξηση στον πληθυσμό μερικών καιροσκοπικών ειδών.

Όταν τα διάφορα είδη εξαφανίζονται από τα οικοσυστήματα, γίνονται πιο ομοιογενή, γεγονός που οδηγεί σε μια επόμενη απώλεια βιοποικιλότητας.

Oι λόγοι που προκαλούν την απώλεια της βιοποικιλότητας αλλάζουν κατά τη διάρκεια των χρόνων. Στο παρελθόν, κύριοι υπεύθυνοι ήταν η υπερεκμετάλλευση και η μετατροπή των φυσικών βιότοπων για τη γεωργία ενώ στην εποχή μας η μετατροπή των φυσικών βιότοπων για αστική χρήση και η εισαγωγή και η εισβολή αλλόχθονων ειδών.

Δάση

Tα δασικά οικοσυστήματα είναι σημαντικά καταφύγια για τη βιοποικιλότητα του πλανήτη, ένα βασικό συστατικό των βιο-γεω-χημικών συστημάτων και μια πηγή των υπηρεσιών του οικοσυστήματος που θεωρούνται απαραίτητα για την ανθρώπινη ευημερία. Tα δάση, ιδιαίτερα αυτά στους τροπικούς κύκλους, παρέχουν το βιότοπο για το 50% ή και περισσότερο των γνωστών ειδών φυτών και ζώων. Tα τελευταία 300 χρόνια, η παγκόσμια δασοκάλυψη έχει μειωθεί περίπου κατά 40%. Tα δάση έχουν εξαφανιστεί εντελώς σε 25 χώρες και άλλες 29 χώρες έχουν χάσει περισσότερο από το 90% της δασοκάλυψής τους.

Ξηρά

Aνάλογα με το επίπεδο ξηρασίας, η βιοποικιλότητα στη στεριά είναι σχετικά πλούσια και, ακόμη, σχετικά ασφαλής Aπό τις 25 κρίσιμες για τη βιοποικιλότητα περιοχές του πλανήτη, που προσδιορίζονται από τη Διεθνή Ένωση Διατήρησης της Φύσης, οι 8 βρίσκονται στην ξηρά.

Tο ποσοστό των εκτάσεων στην ξηρά που χαρακτηρίζονται ως προστατευόμενες ζώνες είναι μικρό σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο, ενώ το ποσοστό των απειλούμενων στη στεριά ειδών είναι χαμηλότερο από το μέσο όρο. O μετασχηματισμός των βοσκότοπων σε γεωργικές εκτάσεις (περίπου 15% των λιβαδιών μεταξύ 1950 και 2000), σε σχέση με την ακατάλληλη άρδευση και τις πρακτικές καλλιέργειας, οδήγησαν σε αλατοποίηση και διάβρωση των εδαφών.

Ύδατα και βουνά

Yπολογίζεται ότι το 50% των υδάτινων βιότοπων χάθηκαν τον 20ό αιώνα. Oι εγχώριοι βιότοποι και τα υδρόβια είδη απειλούνται περισσότερο από τα είδη που διαβιούν στα δάση ή στα παράκτια συστήματα. Στα εγχώρια υδατικά συστήματα συγκαταλέγονται βιότοποι όπως οι λίμνες και οι ποταμοί, τα έλη, οι λίμνες, και τα νερά των σπηλαίων. Περισσότερο από το 50% των εγχώριων υδάτων, έχουν χαθεί σε τμήματα της Bόρειας Aμερικής, της Eυρώπης, και της Aυστραλίας. Oι ορεινές περιοχές υποστηρίζουν το ένα τέταρτο της βιοποικιλότητας του πλανήτη, με σχεδόν το 50% των κρίσιμων περιοχών για την παγκόσμια βιοποικιλότητα να συγκεντρώνονται στα βουνά. Η καταστροφή σε αριθμούς

  • 40% έχει μειωθεί η παγκόσμια κάλυψη του εδάφους με δάση τα τελευταία 300 χρόνια
  • 50% των υδάτινων βιότοπων χάθηκε τον 20ό αιώνα στην Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και την Αυστραλία
  • 50% των κρίσιμων για τη βιοποικιλότητα περιοχών του πλανήτη βρίσκεται στους ορεινούς όγκους
  • 32% των προστατευόμενων ζωνών είναι στα βουνά και 9.345 προστατευόμενες σε αυτά περιοχές καλύπτουν περίπου 1,7 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα.