Στις φτωχές χώρες, η χρονική απόσταση μεταξύ των γεννήσεων επηρεάζει τη βρεφική θνησιμότητα

Στις φτωχές χώρες, η χρονική απόσταση μεταξύ των γεννήσεων επηρεάζει τη βρεφική θνησιμότητα

Για τα μωρά που ζουν σε υποανάπτυκτες χώρες και μαστίζονται από ακραία φτώχεια, η πιθανότητα επιβίωσης τους εξαρτάται από τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ των δύο γεννήσεων που έχει κάνει μία μητέρα, δηλαδή από τη γέννηση του πρώτου παιδιού από το δεύτερο, του 2ου από το 3ο και ούτω καθεξής , σύμφωνα με νέα μελέτη που διεξήγαγε το MPIDR (ελληνικά: Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών Μαξ Πλανκ).

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αύξηση του χρόνου μεταξύ των γεννήσεων κατά ένα έτος μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο βρεφικής θνησιμότητας κατά 50% περίπου.

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα αυτής της μελέτης είναι πως στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, εκεί που δεν υπάρχει η βασική φροντίδα για τα νεογνά, ο κίνδυνος της βρεφικής θνησιμότητας θα μπορούσε να μειωθεί στο μισό αυξάνοντας κατά ένα χρόνο το διαχρονικό διάστημα μεταξύ των δύο γεννήσεων από 12 σε 24 μήνες, κάτι που προφανώς δεν τηρείται στις πολύ φτωχές χώρες λόγω άγνοιας και λόγω αμέλειας.

ο Kieron Barclay, συν-επικεφαλής της παρούσας έρευνας ανέφερε: «Τα αποτελέσματά μας υπογραμμίζουν τη σημασία των διαστημάτων μεταξύ των γεννήσεων για την επιβίωση των βρεφών, και ελπίζουμε ό,τι αυτά τα αποτελέσματα θα βοηθήσουν τις τοπικές υγειονομικές αρχές να εφαρμόσουν τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσουν όσο το δυνατόν περισσότερα μωρά γίνεται, διαφορετικά θα συνεχίζεται αυτή η απαράδεκτη κατάσταση εσαεί.

Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν θέσει ως στόχο τη βελτίωση της επιβίωσης των νεογνών και των βρεφών παγκοσμίως μέχρι το 2030. Συνολικά, η παιδική θνησιμότητα μειώνεται δραστικά παγκοσμίως, αλλά οι πιθανότητες επιβίωσης για τα βρέφη που ζουν στις φτωχότερες χώρες της Αφρικής και της Ασίας εξακολουθούν να είναι πολύ χαμηλές.

Εκτός από την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, το καθαρό νερό, τον ηλεκτρισμό και τους εμβολιασμούς, πολλές μελέτες υποδεικνύουν ό,τι το μήκος των διαστημάτων μεταξύ των γεννήσεων είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των μωρών. Ως εκ τούτου, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) συνιστά στις γυναίκες να γεννούν το επόμενο παιδί όταν το προηγούμενο φτάσει τουλάχιστον στην ηλικία των τριών ετών, προκειμένου να μειώσουν τους κινδύνους για την υγεία, τόσο για τα παιδιά, όσο και για τις μητέρες.

Υπάρχουν αρκετές εξηγήσεις και ερμηνείες γιατί θα πρέπει να ακολουθούνται από τις μητέρες αυτά τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των γεννήσεων.

Μια εξήγηση είναι η «εξάντληση της μητέρας», καθώς τα σύντομα διαστήματα γέννησης δεν επιτρέπουν στις γυναίκες να αναρρώσουν πλήρως από την προηγούμενη εγκυμοσύνη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, το σώμα της μητέρας δίνει προτεραιότητα στη δική της ευημερία έναντι αυτής του εμβρύου. Μια άλλη εξήγηση αφορά τη μετάδοση λοιμωδών νοσημάτων. Τα βρέφη των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα δεν αναπτύσσεται πλήρως μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο και τελικά να προσβληθούν από κάποια λοίμωξη από τα μεγαλύτερα του αδέλφια.

Φυσικά, για να είμαστε ρεαλιστές και να αντιμετωπίζουμε την αληθινή διάσταση των πραγμάτων, όλα ξεκινούν από τη σωστή ενημέρωση των πολιτών από τις αρμόδιες αρχές κάθε χώρας, κάτι που αντικειμενικά δεν ενέχει μεγάλο οικονομικό κόστος, όμως επειδή στις φτωχές χώρες δεν λειτουργεί σωστά το δημόσιο σύστημα σε όλους τους τομείς, για πολλούς και διάφορους λόγους, η βρεφική και η παιδική θνησιμότητα θα συνεχίζεται εις τον αιώνα των αιώνων αμήν, και απλά θα προσευχόμαστε για τους συνανθρώπους μας μήπως και αλλάξει η κατάσταση. Εν ολίγοις η απόλυτη κατάντια.

Εν τούτοις αυτό το έργο το έχουν αναλάβει οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (Μ.Κ.Ο) ιδιαίτερα στην Αφρική που όμως και πάλι φαίνεται ό,τι αυτοί οι άνθρωποι δεν γίνεται να τα καταφέρουν μόνοι τους εάν δεν συνετιστούν οι κυβερνήσεις και δεν ενεργήσουν αυτοβούλως για να πράξουν τα δέοντα.