Ένα ζεστό µαγιάτικο απόγευµα, η µικρή της κόρη παίζει µε µια φίλη στον κήπο, το σκυλί τρέχει πίσω τους και η Σοφία Πετρίδου προετοιµάζει ένα ακόµα σεµινάριο health coaching. Δίπλα της, ένα ποτήρι νερό καρύδας που ανακάλυψε στο Λονδίνο, και πολλά βιβλία. Παρακολουθεί τις εξελίξεις όχι µόνο από επαγγελµατικό ενδιαφέρον, αλλά κι από προσωπική ανησυχία.
Άκουσε πρώτη φορά για το health coaching στις ΗΠΑ, τελειώνοντας τις σπουδές της στην ολιστική υγεία στο πανεπιστήµιο του Σαν Φρανσίσκο. Μετά από πέντε χρόνια σπουδών στη γιόγκα, το gyrotonic και την κινέζικη ιατρική, επέστρεψε στην Ελλάδα ανοίγοντας ένα από τα πρώτα στούντιο gyrotonic στην Αθήνα. Προηγουµένως, είχε δεχθεί σχετικά ερεθίσµατα από την οικογένειά της.
«Οι γονείς µου ξεκίνησαν την Apivita, µια από τις πρώτες εταιρείες φυσικών καλλυντικών στον κόσµο. Με έµαθαν να αναζητώ πέρα από το προφανές. Ο σεβασµός στη φύση και τη θεραπευτική της δύναµη ήταν παραπάνω από αυτονόητος». Όσο περισσότερο αναζητούσε λύσεις, τόσο το health coaching βρισκόταν µπροστά της. Πριν από ένα χρόνο, λοιπόν, αποφάσισε να παρακολουθήσει έναν σχετικό κύκλο σπουδών στη Nέα Υόρκη.
«Ο health coatch είναι ένας “προπονητής υγείας” που µας καθοδηγεί να υιοθετήσουµε έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Μας στηρίζει στις αλλαγές που θέλουµε να κάνουµε για να πετύχουµε αρµονία», εξηγεί.
Για το health coaching η αρµονία είναι η λέξη κλειδί. «Οι περισσότεροι περνάµε χρόνια πριν συνειδητοποιήσουµε πόσο έχουµε εγκαταλείψει την υγεία µας», τονίζει, µη εξαιρώντας τον εαυτό της: «Μετά την εγκυµοσύνη αντιµετώπισα προβλήµατα µε τη λεκάνη και το ισχίο µου. Συµβουλεύτικα πολλούς ειδικούς κλασικής και εναλλακτικής ιατρικής, και παρόλο που ο καθένας πρόσφερε κάτι, έλειπε ο συνδετικός κρίκος. Ένιωθα ότι συµπλήρωνα κάποια κοµµάτια του παζλ αλλά έχανα το βασικό που θα ολοκλήρωνε την εικόνα». Αυτός είναι ο σκοπός του health coach.
«Για να ζητήσουµε τη βοήθειά του δε χρειάζεται να χτυπήσει το καµπανάκι. Μόνιµη κούραση και αϋπνία, αδυναµία στο φαγητό ή έλλειψη όρεξης, ένας πόνος που επιστρέφει είναι αρκετά για να καταλάβει κανείς ότι ο οργανισµός έχει χάσει την αρµονία του». Ο health coach προσπαθεί να συµπληρώσει τα κενά.
«Το πρώτο είναι να πάρει αναλυτικό ιστορικό. Όχι τα αναµενόµενα, αλλά και στοιχεία στα οποία δεν δίνουµε σηµασία: πόσο γρήγορα κουραζόµαστε µετά από µισή ώρα περπάτηµα, γιατί θέλουµε πάντα γλυκό στις έξι το απόγευµα, τι συµβαίνει κι ενώ κάνουµε δίαιτα δεν αδυνατίζουµε… Αυτά θα του επιτρέψουν να ολοκληρώσει το προφίλ». Να καταλάβει ποιο κοµµάτι της ζωής µας χρειάζεται περισσότερη προσοχή.
«Ο health coach δεν βλέπει πρόβληµα, αλλά άνθρωπο». Λειτουργεί σαν αντικειµενικός παρατηρητής αποκαλύπτοντας την αλήθεια που, συχνά, δεν θέλει να δει κανείς. «Ο health coach δεν δίνει θεραπεία αλλά θα στείλει έναν άνθρωπο στον γιατρό αν καταλάβει ότι υπάρχει κάτι πιο σοβαρό από απλή κούραση, θα προτείνει µια εναλλακτική θεραπεία, θα προγραµµατίσει ένα διαιτολόγιο που να ταιριάζει στους ρυθµούς του και θα προτείνει ένα πρόγραµµα γυµναστικής που προσαρµόζεται στα πέντε λεπτά ελεύθερου χρόνου τη µέρα». Με άλλα λόγια, είναι ο προπονητής που βρίσκεται δίπλα στον αθλητή και του εξηγεί τον τρόπο να φτάσει στη νίκη.
«Πρόκειται για παράλληλη πορεία που ξεκινάει από δυο συναντήσεις το µήνα το πρώτο εξάµηνο και µετά µια σταθερή συνάντηση επανεξέτασης». Μετά το πρώτο διάστηµα, οι αλλαγές που µοιάζουν αδύνατες, είναι τόσο απλές που δε χρειάζεται η καθηµερινή υποστήριξη του health coach. «Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ o σκοπός του health coach δεν είναι να χάσει κανείς κιλά –εκτός κι αν είναι αυτό που τον ταλαιπωρεί– µετά το τέλος των συναντήσεων ο ενδιαφερόµενος αρνείται από µόνος να επιστρέψει στον τρόπο ζωής που τον οδηγούσε –ανάµεσα στα άλλα– και στο φαγητό σαν υποκατάστατο του θυµού ή της λύπης του».
Στο εξωτερικό, το health coaching ακολουθείται συστηµατικά από στελέχη επιχειρήσεων µε υψηλά επίπεδα στρες. «Όταν ένας άνθρωπος δεν κοιµάται καλά είναι αδύνατον την επόµενη να φάει καλά, να δουλέψει καλά, να αντιµετωπίσει τα προβλήµατα. Ο health coach είναι δίπλα του για να λύσει αυτά στα οποία δε δίνουµε σηµασία αλλά κάνουν τη διαφορά.
Όπως εξηγεί η Marianne Williamson, από τις πιο γνωστές spiritual activist, στο µπεστ σέλλερ της A Return to Love: Reflections on the Principles of a Course in Miracles, ο µεγαλύτερος φόβος δεν είναι το σκοτάδι που κρύβουµε µέσα µας, αλλά το φως. Και για τον health coach σηµασία έχει η δύναµη και όχι οι αδυναµίες µας».
