ΑρχικήΑπόψειςΤέσσερις συναντήσεις και μια κηδεία

Τέσσερις συναντήσεις και μια κηδεία

Πήγα να δω την Σώτη στην παρουσίαση του βιβλίου της «Κινέζικα κουτιά» στον Ιανό την Τρίτη το βράδυ. Την πέτυχα έξω από το βιβλιοπωλείο στην Αριστοτέλους να τη φωτογραφίζουν (για κάποιο περιοδικό), περίμενα να τελειώσει η φωτογράφηση και μετά την πλησίασα μόλις μπήκε μέσα. Τη φίλησα σταυρωτά, τα είπαμε στα πεταχτά κι έπειτα τα ξαναείπαμε πάνω στο πατάρι λίγο πιο διεξοδικά.

Αργότερα, όταν άρχισε να μιλάει στο κοινό για το βιβλίο της, καθώς αναφέρθηκε σε κάποια στιγμή στον Μπουνιουέλ είπε «Να, ο Σωτήρης τα ξέρει αυτά… Λέω για τον Σωτήρη τον Ζήκο που στέκεται εκεί πίσω, όπως πάντα στο τελευταίο θρανίο» κι εγώ σήκωσα ελαφρά το χέρι -σαν μαθητής- σε περίπτωση που γύριζε κάποιος και ήθελε να δει ποιον εννοούσε.

Το άλλο βράδυ, Τετάρτη, στο σπίτι είπαμε κάτι με την Αναστασία για την Σώτη, που η Αναστασία της είχε κάνει τηλεφωνική συνέντευξη στην ραδιοφωνική της εκπομπή στον 9,58, και μου λέει «Δεν είναι φοβερή; Εκδίδει τουλάχιστον ένα βιβλίο το χρόνο εδώ και χρόνια… Την ρώτησα γιΆ αυτό και μου είπε ότι κάποιες φορές γράφει και δύο βιβλία ταυτόχρονα… Και μετά μου σχολίασε: ΓιΆ αυτό φοβάμαι μήπως πεθάνω νωρίς». Κι εγώ μουρμούρισα «Ναι, τώρα τελευταία αναφέρετε στο θάνατο συχνά».

Την άλλη μέρα, την Πέμπτη πριν το μεσημέρι, μάθαμε από την Σώτη ότι είχε πεθάνει στην Αθήνα ένας κοινός μας φίλος, ο Μπάμπης Ακτσόγλου -κριτικός κινηματογράφου στο «Αθηνόραμα»- στις έξι τα χαράματα από καρδιακή ανακοπή στα 52 του χρόνια. Ο Μπάμπης, που τελευταία φορά τον είχα δει τον Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, αρκετά αλλαγμένο, με μπαστούνι και με περισσότερα κιλά –«από τα φάρμακα», γιατί έπασχε τον τελευταίο καιρό «από μια μορφή σκλήρυνσης κατά πλάκας» όπως μου εξήγησε ό ίδιος.

Τηλεφωνηθήκαμε με την Σώτη και ήταν αναστατωμένη (σχεδόν θυμωμένη με τον άδικο αυτό χαμό) και της υποσχέθηκα να μάθω πότε και πού θα γίνει η κηδεία και να την ενημερώσω.

Λίγο αργότερα βγήκα και πήγα στο βιβλιοπωλείο «Κεντρί» στη Δημητρίου Γούναρη που το έχει ο Αντώνης και πήρα το βιβλίο «Η τελευταία πνοή» του Λουίς Μπουνιουέλ εξαιτίας της αναφοράς της Σώτης στον Μπουνιουέλ.

Το βιβλίο αυτό το είχα κάποτε στην πρώτη, χαρτόδετη έκδοσή του από τις εκδόσεις Οδυσσέας, αλλά μου το είχε «κλέψει» ένας παλιός μου φίλος, ο Λάμπρος, που δεν ζει πια (και που, όταν τον φιλοξενούσα, κοιμόταν στο δωμάτιο που βρίσκεται η βιβλιοθήκη μου, και αν του γυάλιζε κάποιο βιβλίο μου, το σούφρωνε πριν φύγει, κάτι που αργότερα μου το ομολογούσε, σαν να το είχε πάρει «δανεικό και αγύριστο», απλώς χωρίς να με ρωτήσει).

Ο Λάμπρος, που έχει πεθάνει στα 35 του πριν από 10 χρόνια, υπήρξε κοινός μας φίλος με τον Αντώνη που έχει το «Κεντρί» κι έτσι λέμε για αυτόν: ότι κάποια κείμενα δακτυλογραφημένα (με διηγήματα και θεατρικά) που μας άφησε ο Λάμπρος, πρέπει να βρούμε επιτέλους έναν τρόπο να τα εκδώσουμε και κλείνουμε ραντεβού για να επιληφθούμε σοβαρά του ζητήματος

Επιστρέφοντας στο γραφείο μαθαίνω ότι η κηδεία του Μπάμπη θα γίνει το Σάββατο στις 11 στο ναό των Ταξιαρχών στην Άνω Πόλη και ενημερώνω πρώτη την Σώτη και μετά παίρνω στο τηλέφωνο τον Αρσένη στην Αθήνα που έχει κλείσει θέσεις (ένα μήνα πριν) για τους δυο μας για την παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου για να του πω ότι, δυστυχώς, δεν θα μπορέσω να κατέβω, εξαιτίας της κηδείας.

Την επομένη το βράδυ, Παρασκευή, είμαστε καλεσμένοι κάποιοι δημοσιογράφοι που ασχολούμαστε στη Θεσσαλονίκη με τον κινηματογράφο από τη διοίκηση του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου για δείπνο στο μπαρ-ρεστωράν «Μόλυβος». Κάθομαι στο τραπέζι δίπλα στον Νότη και απέναντι από τον Βασίλη και λέμε για τον Μπάμπη αλλά και για τον Περικλή που έφυγε ακόμα πιο αναπάντεχα και ακόμα πιο νωρίς (νεότερος) και από τον Μπάμπη, πίνοντας κρασί.

Την άλλη μέρα, Σάββατο πρωί, συναντιόμαστε στο ναό των Ταξιαρχών παλιοί φίλοι και γνωστοί από τα περιοδικά «Κινηματογραφικά Τετράδια» και «Οθόνη» και το φεστιβάλ κινηματογράφου, έρχεται και η Σώτη, και παρακολουθούμε την νεκρώσιμη τελετή για τον Μπάμπη, ανάμεσα στην οικογένεια και τους συγγενείς του και τους φίλους του από την Αθήνα.

Αργότερα μεταφερόμαστε με λεωφορείο στο νεκροταφείο της Αναστάσεως στη Θέρμη για την ταφή και καταλήγουμε στην αίθουσα όπου προσφέρονται σοκολατάκι, κονιάκ και καφές (της παρηγοριάς) στους παρευρισκόμενους. Εκεί τα τσούζουμε και φτιάχνουμε μια παρέα που αρχίζει να λέει καλαμπούρια αλλά και «πονηρά» για τον Μπάμπη από τα χρόνια τα παλιά και το κλίμα αποφορτίζεται, ώσπου να αποχαιρετισθούμε.

Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Απλώς ότι είμαστε θνητοί. Να τι είμαστε….

Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166