Τι είναι Πολίτευμα: Πληροφορίες και διάφορα ιστορικά στοιχεία

Τι είναι Πολίτευμα: Πληροφορίες και διάφορα ιστορικά στοιχεία

Ως Πολίτευμα νοείται το σύνολο των κανόνων δικαίου με τους οποίους σχηματίζεται και ασκείται η θέληση που συνιστά την κρατική εξουσία. Οι κανόνες αυτοί ρυθμίζουν με τρόπο συστηματικό κυρίως δύο πράγματα: τη “μορφή του κράτους” – δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η κρατική εξουσία, και τη “μορφή της κυβέρνησης”, δηλαδή το συστηματικό τρόπο με τον οποίο ασκείται η κρατική εξουσία. Αλλά οι τρόποι κατά τους οποίους συγκροτείται και ασκείται η κρατική εξουσία δεν είναι οι ίδιοι παντού και πάντοτε.

Διακρίνονται, κυρίως, με δύο κριτήρια:

  • είτε με βάση την πηγή της κρατικής εξουσίας
  • είτε με βάσει την εξάρτηση ή μη αυτών που κυβερνούν από αυτούς που κυβερνώνται

Στην πρώτη περίπτωση πηγή της κρατικής εξουσίας αποτελεί η θέληση του φορέα της, η οποία και χαρακτηρίζει τη μορφή του κράτους. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο που παίρνεται υπόψη είναι το αν οι άρχοντες ασκούν την εξουσία από μόνοι τους ή την έλκουν και ελέγχονται από τους αρχόμενους, οπότε αναφερόμαστε στη μορφή της κυβέρνησης.

Η διάκριση που επικρατεί και σήμερα στην επιστήμη είναι εκείνη που θα παίρνει υπόψη της τη “μορφή του κράτους”, που στηρίζεται δηλαδή στο αντικειμενικό και τυπικό κριτήριο του αριθμού των προσώπων από τα οποία πηγάζει η θέληση που συνιστά την κρατική εξουσία. Με βάση λοιπόν την αριθμητική συγκρότηση του ανώτατου οργάνου του κράτους, τα π. διακρίνονται σε μοναρχίες, ολιγαρχίες και δημοκρατίες. Μπορεί όμως να γίνει λόγος μόνο για μοναρχίες και πολυαρχίες (ολιγαρχίες ή δημοκρατίες).

Παίρνοντας, αντίθετα, υπόψη το ουσιαστικό κριτήριο και ερευνώντας το βαθμό και το μέτρο που αυτός που ασκεί την κρατική εξουσία εκλέγεται, ελέγχεται, παύεται και είναι υπεύθυνος απέναντι σαυτούς που υφίστανται την κρατική εξουσία, μιλάμε για πολιτεύματα αυταρχικά και δημοκρατικά.

Έτσι στα αυταρχικά καθεστώτα η θέληση των αρχομένων δεν εξετάζεται από αυτούς που καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία και μ αυτόν τον τρόπο δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί η ικανότητά τους για την άσκησή της. Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τέτοια πρόσωπα γίνεται είτε με τη βία, οπότε έχουμε “επανάσταση”, όταν χρησιμοποιείται και λαϊκή τάξη, ή “πραξικόπημα”, όταν για να καταλυθεί η έννομη τάξη που ισχύει χρησιμοποιείται η κρατική δύναμη που υπάρχει (στρατός, σώματα ασφαλείας) και πάντως σε κάθε περίπτωση δικτατορικά καθεστώτα, είτε κληρονομώντας την ικανότητα να ασκεί την κρατική εξουσία, είτε με ανάδειξη ή διορισμό από αυτούς που ήδη εξουσιάζουν.

Στα δημοκρατικά πολιτεύματα οι άρχοντες είναι αιρετοί, δηλαδή αναδεικνύονται με εκλογές από τους αρχομένους, οι οποίοι και ελέγχουν συνεχώς την άσκηση της κρατικής εξουσίας με το δικαίωμα όχι μόνο να κρίνουν εκείνους που εξέλεξαν, αλλά και να τους θεωρήσουν υπεύθυνους για την καταχρηστική ή παράνομη ή αντικοινωνική άσκηση της εξουσίας που τους δόθηκε.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η παραπάνω διάκριση, μολονότι είναι ουσιαστικότερη από επιστημονική άποψη, είναι όμως σχετική. Κανένα πολίτευμα δεν έχει αμιγή αυταρχικό ή δημοκρατικό χαρακτήρα, αλλά υπάρχουν πάμπολλες παρεκκλίσεις και μορφές είτε στο αυταρχικότερο είτε στο δημοκρατικότερο ενός π.

Ο Αριστοτέλης διέκρινε στα “Πολιτικά” του τα πολιτεύματα με κριτήριο τον αριθμό των προσώπων στα οποία ανήκει η κρατική εξουσία: “ανάγκη είναι κύριον ή έναν ή ολίγους ή τους πολλούς…”. Όταν η εξουσία ανήκει σε ένα πρόσωπο, το π. ονομάζεται βασιλεία (δηλ. μοναρχία), όταν ανήκει σε λίγα αριστοκρατία και όταν ανήκει σε πολλούς πολιτεία, δηλαδή δημοκρατία όπως λέμε σήμερα.

Κατά τον Αριστοτέλη αυτά είναι τα “ορθά” πολιτεύματα, γιατί σ` αυτά η κρατική εξουσία ασκείται για το κοινό συμφέρον. Διαφορετικά, όταν ασκείται με ιδιοτέλεια, για το ατομικό συμφέρον του άρχοντα, έχουμε άλλες παρεκβάσεις των πολιτευμάτων, οπότε η βασιλεία μεταβάλλεται σε τυραννία, η αριστοκρατία σε ολιγαρχία και η πολιτεία σε δημοκρατία, δηλαδή οχλοκρατία, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Στους νεότερους χρόνους, ο Μοντεσκιέ, στο έργο του “Το πνεύμα των νόμων”, διέκρινε τρία είδη πολιτευμάτων ή “κυβερνήσεων”: τη δημοκρατική κυβέρνηση, τη μοναρχική και τη δεσποτική. Επιπλέον επισήμανε και ανέλυσε τις “αρχές”, δηλαδή τα κίνητρα που χαρακτηρίζουν κάθε πολίτευμα. Έτσι στην κυρίως δημοκρατία υπάρχει η πολιτική “αρετή”, στην αριστοκρατία η “μετριοπάθεια”, στο μοναρχικό πολίτευμα οι “τιμητικές διακρίσεις” και στο δεσποτικό ο “φόβος”.

Το σύνταγμα του 1986 στο πρώτο άρθρο του και στην πρώτη παράγραφο, κάτω από τον τίτλο “Μορφή του Πολιτεύματος”, ορίζει ότι: “Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία”. Αναλύοντας τον ορισμό αυτό παρατηρούμε ότι: Το π. της Ελλάδας είναι πρώτα απ` όλα “δημοκρατία”. Δημοκρατία είναι το π. στο οποίο ο λαός, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας, είναι το ανώτατο όργανο του κράτους, που εκφράζει την υπέρτατη θέληση μέσα στο κράτος αυτό.

Για το λόγο αυτόν θεμέλιο της δημοκρατίας είναι η λαϊκή κυριαρχία (άρθρο 1 παρ. 2). Η λαϊκή κυριαρχία κατά το σύνταγμά μας συνεπάγεται την καθολική ψηφοφορία κατά τις εκλογές για την ανάδειξη των αρχόντων, το σύστημα της “μονήρους Βουλής”, δηλαδή τον αποκλεισμό της Γερουσίας ως δεύτερο νομοθετικό όργανο, και το κοινοβουλευτικό σύστημα, που έγκειται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση και οι υπουργοί που διορίζει και παύει ο ανώτατος άρχοντας εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Η εμπιστοσύνη της Βουλής στην κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι όχι μόνο αναγκαία, αλλά και αρκετή προϋπόθεση τόσο για το διορισμό όσο και για τη διατήρηση στην εξουσία της κυβέρνησης, και συνεπώς αυτό περιορίζει ή θα έπρεπε να περιορίζει τον ανώτατο άρχοντα στην κρίση του για το διορισμό και την παύση της κυβέρνησης, αφού μάλιστα η τελευταία είναι υπεύθυνη πολιτικά μόνο απέναντι στη Βουλή και όχι στον πρόεδρο της δημοκρατίας. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η ουσία της δημοκρατίας, όπως ορθά την είχε συλλάβει ο Αριστοτέλης, είναι η ελευθερία και η ισότητα.

Η δημοκρατία δεν ορίζεται μόνο ως “κοινοβουλευτική”, αλλά και ως “προεδρευόμενη”. Αυτό σημαίνει πως ο ανώτατος άρχοντας εκλέγεται και δεν κληρονομεί το αξίωμά του, επειδή στο αξίωμα αυτό βρισκόταν προηγουμένως μέλος της οικογένειάς του. Έτσι η δημοκρατία στο σημείο αυτό τουλάχιστο δεν είναι “κολοβή”, αλλά ολοκληρωμένη, γιατί, όπως λέει ο Αριστοτέλης, “(δει) αιρείσθαι τας αρχάς πάντας εκ πάντων”.

Προεδρευόμενη δημοκρατία είχε η Ελλάδα πάλι από τις 13 Απριλίου 1924 μέχρι τις 3 Νοεμβρίου 1935, χωρίς όμως να λειτουργήσει ομαλά, λόγω των πολλών στρατιωτικών πραξικοπημάτων της εποχής. Η νέα προεδρευόμενη δημοκρατία προήλθε από τη λαϊκή θέληση που εκφράστηκε πανηγυρικά με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974.

Στον ποινικό κώδικα τέλος ορίζεται ότι τιμωρούνται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης ή της πρόσκαιρης κάθειρξης εκείνος ή εκείνοι που χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλές αποπειρώνται να μεταβάλουν το πολίτευμα του κράτους.

Το έγκλημα αυτό εντάσσεται στις περιπτώσεις εκείνες που συνιστούν την έσχατη προδοσία, η οποία είναι έγκλημα που στρέφεται κατά της πολιτείας, δηλαδή της υπόστασης και της ασφάλειάς της. Ας σημειωθεί όμως ότι η επιδίωξη της μεταβολής, έστω και με νόμιμα συνταγματικά μέσα του πολιτεύματος, δεν αποτελεί μεν έγκλημα έσχατης προδοσίας, είναι όμως παράνομη, αφού κατά το άρθρο 110 του συντάγματος οι διατάξεις περί της βάσης και μορφής του πολιτεύματος δεν μπορούν να αναθεωρηθούν.