ΑρχικήΨυχαγωγίαMovies-seriesΒιντεοταινία και η χαμένη δόξα του VHS

Βιντεοταινία και η χαμένη δόξα του VHS

Με το «Γύρνα Το Μόνος Σου» του Μισέλ Γκοντρί να δίνει και επισήμως το έναυσμα για να ξεκινήσει το φεστιβάλ νοσταλγίας για την εποχή του VHS, γυρίζουμε τον χρόνο πίσω, όταν ο κόσμος ανακάλυπτε πως μια ταινία δεν είναι απαραίτητο να προβάλλεται σε 35mm, πως δεν χρειάζεται να φτάσεις μέχρι την πλατεία Ομονοίας για να δεις πορνό και μάθαινε τι είναι το τρικάσετο και τι ακριβώς κάνει το κουμπί του tracking (όχι και πολλά…).

Αν η δεκαετία του 70 στην Ελλάδα σημαδεύτηκε από την πτώση της χούντας, την εμφάνιση του ΠΑΣΟΚ και τη δημιουργία του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, τότε η επόμενη, αν εξαιρέσεις τα οικονομικά σκάνδαλα, τη χυδαιότητα της «Αυριανής» και την κωματώδη κατάσταση σχεδόν κάθε μορφής ελληνικής τέχνης, μοιάζει να ξεχωρίζει μόνο για την εμφάνιση του βίντεο. Η μαγική αυτή ηλεκτρική συσκευή και οι παραλληλόγραμες κασέτες που κατανάλωνε άλλαξε κυριολεκτικά τη μορφή της ελληνική κοινωνίας, δημιούργησε νέες συνήθειες, έπλασε καινούριες λέξεις, έχτισε θρύλους, έφτιαξε καριέρες.

Όπως η Φίνος Φιλμ και η έκρηξη του ελληνικού σινεμά μερικές δεκαετίες νωρίτερα, έτσι και η έλευση του βίντεο μεταμόρφωσε πρώην χασάπικα σε βίντεοκλαμπ, πρώην χασάπηδες σε παραγωγούς βιντεοταινιών, τις γκόμενές τους σε «κινηματογραφικές» σταρ, αλλά κυρίως εκδημοκρατικοποίησε απόλυτα τη βιομηχανία της εικόνας και την κινηματογραφική διασκέδαση.

Η VHS έφερε το σινεμά στο σπίτι, δημιούργησε κοινό για καινούρια είδη κι έκανε πλούσιους και διάσημους ανθρώπους που δεν ήλπιζαν ποτέ να γίνουν σταρ. Μαυροφορεμένοι νίντζα, καρατέκα με χαίτη, λαϊκά φωτομοντέλα, κωμικοί ηθοποιοί της πλάκας, πορνοστάρ εκ του προχείρου: αυτοί υπήρξαν οι ήρωες της καινούργιας εποχής που μπορεί να είχε σαν κράχτη το «Οσα Παίρνει Ο Ανεμος» και τον «Λόρενς Της Αραβίας» σε αποκατεστημένη κόπια, αλλά ο Μάρκος Λεζές, ο Στάθης Ψάλτης και ο Τσακ Νόρις ήταν αυτοί που έκαναν τις ταμειακές μηχανές να αναστενάζουν. Και όχι μόνο…

Για κάθε κλασική ταινία που έφευγε από το ράφι του ισογείου, τουλάχιστον άλλες δέκα κατέβαιναν από το πατάρι, εκεί που το βίντεο ξεχνούσε τις ντροπές και έδινε στο κοινό αυτό που πραγματικά ζητούσε: πορνό από την άνεση του καναπέ και δίχως το στίγμα της «κοινωνικής κατακραυγής». Μπορεί ο παραδοσιακός κινηματογράφος να είδε το νέο μέσο σαν απειλή, αυτοί που αληθινά επλήγησαν από την έλευσή του, όμως, δεν ήταν άλλοι από τους λαϊκούς κινηματογράφους των πέριξ της Ομονοίας δρόμους, εκεί που το σεξ συναντούσε το καράτε και οι θαμώνες τους την μονήρη (ή μη) κινηματογραφική (ή μη) ικανοποίηση.

Σε μια εποχή που το downloading δεν είχε ακόμη εφευρεθεί σαν λέξη και που το ίντερνετ αποτελούσε πανεπιστημιακό πείραμα, το βίντεο και οι VHS έφεραν το πορνό στο σπίτι, κάτι που πέρα από οποιαδήποτε αμφιβολία έκανε τις πωλήσεις του νέου μηχανήματος να ξεπεράσουν και αυτές των… πλυντηρίων.

Και όταν οι ορμές καταλάγιαζαν και τα πάθη έσβηναν μέσα από τις καταγραφές των ερωτικών περιπετειών κοριτσιών με ξανθά μαλλιά και πλαστικά στήθη και αντρών με μουστάκια και ανταύγειες, οι χρήστες του νέου μέσου ήταν διαθέσιμοι να εξερευνήσουν όλο τον πλούτο που κρυβόταν στα ράφια του καινούργιου αγαπημένου τους προορισμού:

Τα στενά τζιν και το κόκκινο μούσι του Τσακ Νόρις, τη θα-σπάσω-κούπες στριγκιά φωνή του Στάθη Ψάλτη, τους μηχανόβιους αλητάμπουρες του Γιάννη Δαλιανίδη, την ξανθιά παρένθεση των μαλλιών της Ρένας Παγκράτη, τις χοντροκομμένες από κάθε άποψη κωμωδίες του Στιβ και της Τέτας Ντούζου, τον Μιχάλη Μανιάτη στον «Αγγελο» που ως καλοί οικογενειάρχες ντράπηκαν να δουν στο σινεμά…

Και αν εσείς σήμερα νιώθετε πως ανακαλύπτετε την πυρίτιδα όταν περνάτε τα σαββατοκύριακα σας κλεισμένοι στο σπίτι παρακολουθώντας τον Μάικλ Σκόφιλντ να το σκάει από την φυλακή στο «Ρrison Βreak», οι γονείς, σας είχαν μετά βεβαιότητας κάνει το ίδιο βλέποντας τη Στέφανι Πάουερς να ποζάρει στον Στέισι Κιτς στην «Κόρη Του Μιστράλ» ή την Ρέιτσελ Γουόρντ να ερωτεύεται ξανά τον ιερέα Ραλφ ντε Μπρικασάρ (μην ξεχνάτε ήταν δεκαετία του 80) ενώ γύρω τους τα «Πουλιά Πέθαιναν Τραγουδώντας». Οι μίνι σειρές ή αλλιώς «τρικάσετα» από τον αριθμό των κασετών στον οποίο χωρούσαν τα επεισόδια δημιούργησαν το δικό τους cult, έκαναν αναγκαίες τις λίστες αναμονής στα βιντεοκλάμπ κι ώθησαν τις Ελληνίδες της εποχής να δηλώσουν αποφασισμένες «Θα Κατακτήσω Το Μανχάταν».

Την ίδια στιγμή που το βίντεο έδινε λόγο ύπαρξης σε ένοχες απολαύσεις και γέμιζε (συχνά όχι με τον καλύτερο τρόπο) τα βράδια των Ελλήνων, λειτουργούσε και σε ένα άλλο πολύ πιο ενδιαφέρον και χρήσιμο επίπεδο, φέρνοντας σε επαφή με το σινεμά ανθρώπους που δεν θα είχαν τη δυνατότητα να το προσεγγίσουν και δημιουργώντας σιγά σιγά τις προϋποθέσεις για να λειτουργήσει σαν μια εναλλακτική μορφή διανομής ή ταινιοθήκης. Κλασικές ταινίες γίνονταν και πάλι προσβάσιμες (στην ολότητά τους κι όχι σε κόπιες θερινών από τις οποίες έλειπαν ολόκληρα δεκάλεπτα), η ελληνική επαρχία στην οποία οι κινηματογράφοι είχαν ήδη αρχίσει να λιγοστεύουν είχε την ευκαιρία να δει έστω και καθυστερημένα τις νέες κινηματογραφικές παραγωγές, όσοι ενδιαφέρονταν μπορούσαν να ανακαλύψουν μικρά διαμάντια ανάμεσα στα σκουπίδια των b-movies.

Και όταν η νεωτερικότητα του καινούργιου μέσου χάθηκε και οι άνθρωποι έπαψαν να θεωρούν ως υπέρτατο cool το να μείνουν σπίτι παρέα με μια βιντεοκασέτα, το βίντεο ήρθε στις αληθινές του διαστάσεις σαν μια άλλη πλευρά της κινηματογραφικής διασκέδασης και αντιμετώπισε τον δικό του μεγαλύτερο εχθρό την απομυθοποίηση και τη συνήθεια.

Είκοσι χρόνια μετά, με τις VHS κασέτες των περισσότερων να παίρνουν σιγά σιγά τον δρόμο για τα σκουπίδια (γιατί δυστυχώς η ταινία των VHS δεν έχει απολύτως κανένα συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι στην ψηφιακή εποχή, όπως για παράδειγμα το βινύλιο απέναντι στα cd), η νοσταλγία για την κακή εικόνα, το tracking και τις μασημένες κασέτες -αλλά στην ουσία για τη ζωή μας τότε- δεν μοιάζει με τίποτα λιγότερο από μια φυσική αντίδραση στον χρόνο που περνά, αφήνοντας πίσω μια περίοδο που σε αντίθεση με την σημερινή blu-ray πραγματικότητα, οι ατέλειες στην εικόνα της την έκαναν να μοιάζει πιο γοητευτική, περιπετειώδης και ικανή να φέρει τις πιο απρόσμενες εκπλήξεις…

Χωρίς το VHS

… μερικά πράγματα πολύ απλά δεν θα ήταν όπως τα ξέρουμε.

Κουέντιν Ταραντίνο / Αν στα 22 του δεν είχε ξεκινήσει να δουλεύει στο Manhattan Beach Video Archives, το βιντεοκλάμπ που τροφοδότησε τη μανία του για κάθε κινηματογραφική παραξενιά και αποτέλεσε σημείο συνάντησης μιας σειράς από ανθρώπους που στη συνέχεια αποτέλεσαν συνεργάτες του (όπως για παράδειγμα ο Ρότζερ Εϊβερι), το αμερικανικό σινεμά πιθανότατα δεν θα ήταν το ίδιο.

«Σέξ, Ψέματα Και Βιντεοταινίες» / Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο ο τίτλος «Σεξ, Ψέματα Και DVD» δεν μοιάζει να έχει την απαραίτητη μαγεία για να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα.

Sex tapes / Μια ολόκληρη, ανθούσα σκανδαλοθηρική βιομηχανία δεν θα είχε γεννηθεί ποτέ αν δεν είχε ανακαλυφθεί το VHS. Ναι, υπήρχαν πάντα οι φωτογραφίες, αλλά ποιος μπορεί να αρνηθεί τη διεστραμμένη απόλαυση να απολαμβάνει τον αγαπημένο του σταρ live σε καυτές στιγμές ή έστω να προσπαθεί να διακρίνει ποιος είναι και τι ακριβώς κάνει σε αυτό το κακογραμμένο, σκοτεινό home video;

Ελληνικός Τύπος / Η έκδοση του περιοδικού «Ο Κόσμος του Video» το 1983 υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες στην ιστορία του ελληνικού Τύπου, ο τίτλος που στην ουσία δημιούργησε ένα εκδοτικό συγκρότημα κι έσπρωξε την αγορά προς την κατεύθυνση μιας νέας εποχής.

Η πρώτη μου βιντεοκασέτα (βιντεοταινία)…

…ενοικιάστηκε το 1984 από το Video Club 13 στην οδό Πευκών του Νέου Ηρακλείου. Ηταν το «West Side Story» φυσικά. Για μένα το βιντεοκλάμπ ήταν η όαση στην οποία ήμουν αποφασισμένος να καταφεύγω για να συμπληρώσω τα «κενά» του κινηματογραφικού παρελθόντος, παρακινούμενος από μια εσωτερική «υποχρέωση». Θυμάμαι ακόμη το κουτί με τη μαύρη μακέτα στις παλιού τύπου συσκευασίες των VHS και το πορτοκαλί-κόκκινο εικαστικό της ταινίας με τις σκάλες. Η αίσθηση ήταν μοναδική: μπορούσα να βλέπω και να ξαναβλέπω το «Dance At The Gym» και τη σκηνή του γκαράζ όσες φορές ήθελα. Η κασέτα επιστράφηκε μετά από είκοσι μέρες.

Μάρκος

Όσο κι αν προσπαθώ να θυμηθώ ποια ήταν η πρώτη ταινία που είδα σε βίντεο, η μνήμη μου αρνείται να υπακούσει, φέρνοντας πίσω ένα μονταρισμένο βίντεο κλιπ από άγριο ξύλο, ομοβροντίες πυροβολισμών, κακά κουρέματα και ανύπαρκτα σενάρια. Η συσκευή του βίντεο άργησε (περισσότερο από μια μέρα) να φτάσει στο σπίτι μας, έτσι οι πρώτες βιντεο-εικόνες που καταγράφηκαν στον φλοιό του εγκεφάλου μου ήταν από την τηλεόραση στο σπίτι των θείων μου.

Ο μη έλεγχος μου πάνω στο ποια κασέτα νοικιαζόταν από το βιντεοκλάμπ προς θέαση είχε σαν αποτέλεσμα κάμποσες βραδιές με τα άπαντα του Τσακ Νόρις και άλλων θρύλων του καράτε που στις σκοτεινές μέρες της κρατικής τηλεόρασης έμοιαζαν με αληθινό μάννα εξ ουρανού. Η αλήθεια είναι πως όχι στα μάτια μου, όμως στη νεαρή ηλικία της εφηβείας και με μια όρεξη για κατανάλωση εικόνων που συναγωνιζόταν αυτή για… ας το αφήσουμε καλύτερα, ποιος μπορεί να ζήσει μόνο με τις ταινίες του Αντονιόνι ή του Ντάγκλας Σερκ στην Κινηματογραφική Λέσχη του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου;

Γιώργος

Οι γονείς απολάμβαναν τις τελευταίες καλοκαιρινές διακοπές που θα έκαναν μόνοι τους για πολλά χρόνια και εκείνες τις ημέρες την ανατροφή μου και της -μεγαλύτερης- αδερφής μου είχε αναλάβει η νονά-με-βίντεο. Το πρώτο μεσημέρι ντυθήκαμε ελαφρά και κατευθυνθήκαμε στο βιντεοκλάμπ για να επιλέξουμε ποια ταινία θα παρακολουθήσουμε το βράδυ. Η αδερφή μου επέλεξε το «Καράτε Κιντ», ωστόσο, θυμάμαι πως δεν ήμουν ιδιαίτερα ικανοποιημένος από την επιλογή της. Τελικά, όντως τη βαρέθηκα την ταινία, μιλούσαν και «ξένα». Αν και ο «Λαλάκης Ο Εισαγόμενος» ήταν σημαίνουσα προσωπικότητα της εποχής, μπορώ να κομπάσω πως ουδέποτε υπήρξα τοπικιστής. Απλά, δεν ήμουν και σε θέση να διαβάσω τους υπότιτλους. Σε τρεις μήνες θα ξεκινούσα το σχολείο.

Ηλίας

Πιτσιρίκες. Ολομόναχες στο σπίτι. Εγώ και η αδερφή μου. Ολοι οι άλλοι είναι στο νοσοκομείο. Ο μπαμπάς υποβάλλεται σε μικροεγχείρηση. Η μαμά συμπαραστέκεται στον μπαμπά. Τι να κάνουν τα κοριτσάκια για να τιθασεύσουν την ανησυχία τους; Νοικιάζουν από το βιντεοκλάμπ το «Ακρως Τρελό Και Απόρρητο!» Και πεθαίνουν στο γέλιο. Μέχρι δακρύων, πόνου στο στομάχι και… συχνοουρίας. Οταν η ταινία τελειώνει, προλαβαίνουν να πάρουν μόνο μια ανάσα πριν το REWIND και το PLAY. Ξανά και ξανά. Οταν ο μπαμπάς γύρισε, η κασέτα ήταν ακόμα εκεί. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να πατήσει το PLAY…

Ιωάννα

Δεν ξέρω τι απέγιναν έκτοτε, αλλά για χρόνια πίστευα ότι οι μαυροφορομένοι νίντζα των πρώιμων βιντεοημερών μου δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα αλλά ήταν μία ύπουλη εφεύρεση της Ασίας για να κατακτήσει επιτέλους τη Δύση. Θορυβώδεις, σχεδόν ελαστικοί, με ισχυρές δόσεις ανοησίας και ερασιτεχνικό ντουμπλάζ, ήμουν σίγουρος ότι ξυπνούσαν το βράδυ και ανακάτευαν τις ταινίες στις προθήκες του βιντεοκλάμπ βάζοντας τις «9 1/2 Εβδομάδες» στις κωμωδίες και το «Τop Gun» στα κλασικά. Το οριστικό τέλος τους θα γραφόταν όταν εμφανίστηκε ο «Νίντζα Από Τα Τρίκορφα» και σήκωσαν κεφάλι τα πέντε Ρόκι (το 3 γυρνούσε μόνο του πίσω δέκα λεπτά πριν το τέλος, αλλά δεν το ομολόγησα ποτέ στον βιντεοκλαμπά). Μετά θα άνοιγε ο λάκκος με τον «Εφιάλτη Στο Δρόμο Με Τις Λεύκες» και ο Φρέντι θα οριοθετούσε το τέλος μιας εφηβείας που -ευτυχώς- δεν χρειάστηκε ποτέ extras και ιδεατές συνθήκες εικόνας και ήχου για να μείνει «κλασική».

Μανώλης

Ο Τόλης ήταν ο ιδιοκτήτης του ομώνυμου βιντεοκλάμπ της παλιάς μου γειτονιάς στη Θεσσαλονίκη, που μας άφησε χρόνους (το βιντεοκλάμπ, όχι ο Τόλης) μέσα στη μεγάλη ξηρασία των 90s. Ο Τόλης, λοιπόν, πιθανότατα δεν είχε διαβάσει ποτέ Νίτσε, αλλά γύρω στα τέλη της χρυσής βιντεο-δεκαετίας πρέπει να είχε εμπεδώσει για τα καλά τι σημαίνει αιώνια επιστροφή, όταν έβλεπε τον ίδιο μπόμπιρα να του ζητάει κάθε (μα κάθε) εβδομάδα τα άπαντα του Μπρους Λι, με τον ενθουσιασμό χρυσόψαρου που βλέπει συνεχώς τα πάντα για πρώτη φορά. Και όχι μόνο αυτό, αλλά πού και πού ο μπόμπιρας έκρινε σκόπιμο να προβαίνει σε εκτενείς αναπαραστάσεις σκηνών από τον «Κίτρινο Πράκτορα Εναντίον Της Μαφίας», σε μια θλιβερή προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή της κατά τι μεγαλύτερης κόρης του Τόλη. Σιωπηλή στο φόντο, η δύσμοιρη μάνα του μικρού εθελοτυφλούσε μπροστά στην ασταθή ψυχική υγεία του γιου της, που είχε ήδη για καλύτερό του φίλο ένα βίντεο.

Κωνσταντίνος

Η μαμά είχε αδυναμία στις ταινίες τρόμου, εκτιμούσε πάντα ένα καλό σπλάτερ, αγαπούσε σφόδρα τον κόμη Δράκουλα και είχε μεταδώσει τον αιμοδιψή πυρετό στον γιο. Εκείνος την «έψηνε» από καιρό να αγοράσουν βίντεο με την πρόφαση ότι έτσι θα μπορούσαν να βλέπουν με την ησυχία τους όσα κινηματογραφικά μακελειά ήθελαν, δίχως να χρειάζεται να περιμένουν πότε το επαρχιακό σινεμά θα ελεούσε να φέρει κανένα θριλεράκι. Μετά από παρακάλια, ο μπαμπάς παραχώρησε το απαραίτητο οικονομικό κονδύλι.

Και ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1986, ο υπάλληλος ήρθε σπίτι μας, κρατώντας τη μαγική συσκευή και μια κασέτα για δοκιμή. Μαμά και γιος αντίκρισαν με τρόμο ότι η βιντεοκασέτα δεν ήταν κάποια μακάβρια έκπληξη αλλά η «Γυναικάρα Με Τα Πράσινα» στην οποία έπαιζε η Ελένη Φιλίνη! Ευχαριστήσαμε μουδιασμένοι τον υπάλληλο για την… πρωτοβουλία (δεν θέλαμε να φανούμε αγενείς), τον ξεπροβοδίσαμε κακήν κακώς και λίγα λεπτά μετά πήγαμε να γραφτούμε στο πλησιέστερο βιντεοκλάμπ. Αργά το ίδιο βράδυ κι ενώ έσκαγε ο τζίτζικας (και ο μπαμπάς, επειδή κάναμε κατάληψη στην τηλεόραση), βλέπαμε τον «Κόμη Δράκουλα». Ηταν μια νύχτα που θα θυμάμαι για πάντα.

Λουκάς

Πρέπει να είχαν προηγηθεί αρκετά καουτσουκένια προϊστορικά τέρατα, όμως τότε δεν γνώριζα ακόμη τι εστί Χάρι Χαριχάουζεν, οπότε το «Κορίτσι Απ Την Τεργέστη» αποτελεί την πρώτη (βίντεο)καταγραφή στο αδύναμο μνημονικό μου. Γεγονός σοκαριστικό αν σκεφτεί κανείς ότι το είδαμε οικογενειακώς. Τώρα πώς οι γονείς μου το επέτρεψαν αυτό, ενώ ήμουν δεν ήμουν δέκα ετών, και όταν στην εν λόγω ταινία η Ορνέλα Μούτι σουλατσάρει τσιτσίδι και με κεφάλι ξυρισμένο γουλί, αποκαλύπτοντας τα κάλλη της σε ανύποπτα παπαδοπαίδια, παραμένει ακόμη μυστήριο.

Προσθέστε στην παντελή έλλειψη αιδούς έναν ομαδικό βιασμό από τρόφιμους ψυχιατρείου και τη λασκαρισμένη βίδα της πρωταγωνίστριας που οραματίζεται σμήνη μαμουνιών στο πεντακάθαρο μπάνιο της και να, πώς τραυματίζεται ο ευαίσθητος παιδικός ψυχισμός. Ας όψεται η εποχή που η μόδα του βίντεο συγκέντρωνε την οικογένεια πιο εύκολα κι από το κυριακάτικο τραπέζι με το ψητό κατσικάκι!

Θανάσης

Μια και η μαμά μου δεν με άφησε ποτέ να δω Κάντι Κάντι, τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα το γυναικείο ψυχισμό μου, με το που άνοιξε βιντεοκλάμπ στη γειτονιά έπεσα με τα μούτρα στο next best thing. Οχι δεν νοίκιασα τα άπαντα της Μάρθας Βούρτση (αν και τόσο δράμα και αδικία μόνο αυτή έχει βιώσει στον Ελλαδικό χώρο), αλλά την αγαπημένη Σάντιμπελ. Με μία κάλτσα κόκκινη και μία γαλάζια ως δείγμα στυλιστικής αθωότητας, η Σάντιμπελ αλώνιζε τα χωράφια ταλανισμένη από μια ανθυγιεινή ψύχωση με τους ασφόδελους, που ήταν και το αγαπημένο λουλούδι της νεκρής μαμάς της. Κι επειδή εκεί στην Ιαπωνία το παίδευαν το anime και τα καινούργια επεισόδια αργούσαν, νοίκιασα ενδιάμεσα ότι κυκλοφορούσε σε νιντζάκια, με αποτέλεσμα όχι μόνο να χάσω κάθε ίχνος θηλυκότητας που ενδεχομένως να κρυβόταν βαθιά μέσα μου, αλλά να γίνω και μέλος του φαν κλαμπ του Ραλφ Μάτσιο (βλέπε «Καράτε Κιντ»). «Wax on… wax off».

Δέσποινα

Υπήρχε ένα μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας με έναν κατάλογο για ταχυδρομικές παραγγελίες βιντεοκασετών από την Μ. Βρετανία. Ανοιγες το καταλογάκι και αισθανόσουν σαν τζάνκι, ικανός να κλέψεις, να εξαπατήσεις, να εκβιάσεις προκειμένου να μαζέψεις τα απαραίτητα χρήματα ώστε να εξασφαλίσεις τη δόση σου (λίγο καιρό μετά ήρθε το ίντερνετ, η πρώτη σου πιστωτική κάρτα και ο πρώτος σου λογαριασμός υπέρβασης του πιστωτικού σου ορίου).

Έχω την εντύπωση ότι το πρώτο πράγμα που αγόρασα από εκείνο το καταλογάκι ήταν όλα τα επεισόδια του «Τwin Ρeaks», («μα καλά, κυκλοφορεί και σε βίντεο» ρώτησα έκπληκτος) που το έπαιζε μεν η κρατική τηλεόραση, αλλά αφενός δεν το είχε πάρει χαμπάρι κανείς, αφετέρου έχανα συνέχεια επεισόδια λόγω φροντιστηρίων και αγγλικών. Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία και του δεύτερου κύκλου της θρυλικής σειράς του Ντέιβιντ Λιντς (και μια πιο πρόσφατη μετακόμιση), οι δέκα περίπου λατρεμένες κασέτες των νεανικών μου χρόνων βρέθηκαν στα σκουπίδια, μαζί με μια ολόκληρη εποχή στη σύντομη διάρκεια της οποίας ήμουν σίγουρος πως θα πεθάνω νωρίς, αναπάντεχα και μυστηριωδώς όπως η Λόρα Πάλμερ, και η μπάντα του δήμου θα παίζει στην κηδεία μου τη μουσική του Μπανταλαμέντι από τους τίτλους της σειράς.

Τάσος

Η πρώτη ταινία που είδα σε VHS ήταν αποφασισμένα προμελετημένη: Μόλις αγοράζαμε βίντεο θα νοίκιαζα τον «Αταίριαστο» και θα τον έβλεπα όλη την μέρα. Κι έτσι έγινε. Ηταν καλοκαίρι του 1986, νοίκιασα την κασέτα από το βίντεο κλαμπ της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Νέα Σμύρνη και την έβλεπα κάθε μέρα, όλη τη μέρα, πληρώνοντας πρόστιμο καθυστερημένης επιστροφής (μία συνήθεια που μου έχει μείνει μέχρι σήμερα). Ηταν όμως η ταινία που όταν βγήκε στις αίθουσες μου ανατίναξε το μυαλό, με έκανε να δω το σινεμά με άλλα μάτια, ασπρόμαυρα με στιγμές έγχρωμης αποκαλυπτικής μαγείας.

Την έβλεπα ξανά και ξανά, σαν ναρκωτικό, δύο και τρεις φορές την εβδομάδα στο «Σπόρτινγκ» -μετά το σχολείο, μετά το φροντιστήριο, αντί σαββατιάτικης βόλτας (μια συνήθεια που μου έχει μείνει μέχρι σήμερα). Κι όταν κυκλοφόρησε στο βίντεο την κατέγραψα καρέ καρέ στα μάτια, στην ψυχή μου και σε λευκές κόλες χαρτί – γιατί αν αυτά που αισθανόμουν τα κρατούσα μέσα μου θα γινόμουν χίλια κομμάτια. Επρεπε να τα γράψω. Μια συνήθεια που μου έχει μείνει μέχρι και σήμερα.

Κατερίνα

Ο γκατζετάκιας μπαμπάς μου είχε αγοράσει βίντεο πολύ νωρίς -μου είχε γράψει από την τηλεόραση το «Βugsy Μalone» του Αλαν Πάρκερ και το βλέπαμε μαζί τουλάχιστον μία φορά τη βδομάδα. Μου έλεγε ότι ο τίτλος της ταινίας είναι «Το Κεντράκι» (επειδή του έμοιαζε ως παιδική εκδοχή του «Τhe Sting») και διασκέδαζε που γοητευόμουν από τους λιλιπούτειους γκάνγκστερ και τη μοιραία Ταλούλα!

Μαίρη

  • Video Νasties
  • Οι σχέσεις του σινεμά με το βίντεο ποτέ δεν ήταν οι καλύτερες, σε κάποιες ταινίες όμως δεν κρατούνται καν τα προσχήματα: μια VHS αναλαμβάνει να παίξει κυριολεκτικά τον ρόλο του κακού.
  • «Τhe Ring» («Ringu» /1998)
  • Στην ταινία του Χίντεο Νακάτα (και σε όσες ακολούθησαν σε Ιαπωνία και Αμερική) αν δεις μια συγκεκριμένη βιντεοκασέτα θα χτυπήσει πρώτα το τηλέφωνο και ο θάνατος θα σου χτυπήσει την πόρτα ακριβώς μια εβδομάδα μετά. Η κασέτα κυκλοφορεί αντιγραμμένη από χέρι σε χέρι, οπότε προφανώς η πειρατεία δεν σκοτώνει μόνο τη μουσική.
  • «Αlexandras Ρroject» (2003)
  • Αν στα γενέθλιά σου, γυρίσεις σπίτι μόνο και μόνο για να το βρεις σκοτεινό και άδειο και αντί για «χρόνια πολλά» βρεις μια VHS να σε περιμένει δίπλα στην τηλεόραση με τις λέξεις «play me» γραμμένες πάνω καλύτερα να αρχίσεις να τρέχεις. Στην ταινία του Ρολφ Ντε Χέερ μια τέτοια βιντεοκασέτα αποδεικνύεται το πιο αποτελεσματικό όργανο ψυχολογικού βασανισμού.
  • «Κρυμμένος» («Cache»/2005)
  • Ενα ζευγάρι βρίσκει στο γραμματοκιβώτιό του μια σειρά από βιντεοκασέτες που κινηματογραφούν το σπίτι τους και τους ίδιους να μπαίνουν ή να βγαίνουν από αυτό. Ακούγεται αθώο, αλλά η συνέχεια οδηγεί σε έναν εφιάλτη, Η ζωή δεν θα ήταν πιο εύκολη αν απλά δεν είχαν βίντεο;
  • «Χαμένη Λεωφόρος» (Lost Highway/1997)
  • Ενα ζευγάρι βρίσκει στην πόρτα του μια βιντεοκασέτα που έχει κινηματογραφήσει το εσωτερικό του σπιτιού τους όταν αυτοί απουσιάζουν. Ακούγεται αθώο, αλλά η συνέχεια οδηγεί σε έναν εφιάλτη. Η ζωή δεν θα ήταν πιο εύκολη αν απλά δεν είχαν βίντεο; (φωτό)
  • «Videodrome» (1983)
  • Στο στομάχι του Τζέιμς Γουντς, ιδιοκτήτη ενός σταθμού που προβάλει σαδομαζοχιστικές βιντεοταινίες και snuff movies αγνώστου προελεύσεως εμφανίζεται ένα αιδοίο που καταπίνει βιντεοκασέτες. Δεν ξέρω για σας αλλά σε μένα κάτι τέτοιο δεν ακούγεται ακριβώς καλό.

Remote Control. Μια σύντομη ιστορία του VHS

  • play: Η ιδέα για την κατασκευή ενός μηχανήματος που να καταγράφει σε μαγνητικό μέσο εικόνες και να τις αναπαράγει στην τηλεόραση, γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 60.
  • FF: Το 1970 τα πρώτα δείγματα ενός τέτοιου βιώσιμου μηχανήματος κάνουν την εμφάνισή τους. Το πρώτο που φτάνει στο κοινό είναι το umatic τις JVC που χρησιμοποιεί τις δικές του συνονόματες κασέτες.
  • FF: Το 1972 η Philips ανακοινώνει τη δημιουργία του πρώτου VCR το οποίο θα φτάσει στην αγορά δύο χρόνια αργότερα.
  • FF: Η πρώτη ταινία θα κυκλοφορήσει σε VHS τον Σεπτέμβρη του 1976 και θα είναι η νοτιοκορεάτικη ταινία «Τhe Young Τeacher». Σκηνοθέτης της ο Κίμ Κι Ντουκ, αλλά μην τρομάζετε, όχι αυτός που ξέρετε εσείς, σήμερα.
  • FF: Στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, το VHS θα γίνει το πιο δημοφιλές μέσο εγγραφής και αναπαραγωγής εικόνας και θα αντιμετωπίσει μια σειρά από διεκδικητές του θρόνου του, ανάμεσα τους την Betamax της Sony, το Video 2000 της Philips αλλά και το laserdisc της RCA.
  • pause: Ακριβώς τη στιγμή του εφησυχασμού του στη θέση του νικητή στην αρένα της εικόνας, ένα μικρό ψηφιακό δισκάκι ετοιμαζόταν να αποδειχθεί Δαβίδ στον Γολιάθ του. To DVD κυκλοφορεί τον Μάρτιο του 1997 στην Αμερική και αρχίζει να κερδίζει έδαφος παρά το γεγονός ότι δεν είναι ακόμη εγγράψιμο. FF8 Τον Ιούνιο του 2003 οι πωλήσεις DVD ξεπερνούν για πρώτη φορά αυτές των VHS και οι τίτλοι του τέλους αρχίζουν να πέφτουν. FF: Οι πωλήσεις κενών κασετών εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα υψηλές, όμως μέχρι το 2006 τα περισσότερα χολιγουντιανά στούντιο έχουν πάψει να κυκλοφορούν τις ταινίες τους σε DVD.
  • stop: To 2007, το «Τέλος Της Βίας» θα είναι η τελευταία ταινία που θα κυκλοφορήσει σε VHS στην Αμερική πριν η παραγωγή από τα μεγάλα στούντιο σταματήσει ολοκληρωτικά. eject
Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Σχολίασε το άρθρο

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166