The X-Files: Θέλω να Πιστέψω

X-Files: Θέλω να Πιστέψω

23 χρόνια από την πρώτη ταινία και 17 από το τέλος της πρωτότυπης, απολύτως cult τηλεοπτικής σειράς που άλλαξε για πάντα το τοπίο της μικρής οθόνης, τι άλλο μπορεί να έχουν να μας αποκαλύψουν ο Μόλντερ και η Σκάλι; Ο τίτλος της νέας τελετουργίας αναζήτησης της αλήθειας τα λέει όλα. «Τhe X-Files, Θέλω Να Πιστέψω»: Οτι αυτή είναι μια καινούργια, συναρπαστική, καθαρόαιμα κινηματογραφική αρχή.

Παράξενα νέα από το σύμπαν

Για τους μύστες των «X-Files» ο τίτλος «Θέλω Να Πιστέψω» σημαίνει πολλά. Γνωρίζουν ότι δεν αποτελεί μόνο την τυπωμένη με κεφαλαία γράμματα δήλωση της αφίσας με τον ιπτάμενο δίσκο που κατείχε κυρίαρχη θέση στο γραφείο του Φοξ Μόλντερ, στα υπόγεια του FBI. Με ένα μόλις σχηματισμένο χαμόγελο σιωπηλής κατανόησης και ένα αδιόρατο στους αδαείς, σίγουρα νοσταλγικό βλέμμα συγκίνησης, τον αναγνωρίζουν επίσης ως ιδανικό χαρακτηρισμό ενός πολιτιστικού φαινομένου που σημάδεψε μια ολόκληρη δεκαετία (και όχι μόνο), τρεφόμενο από μια ολοένα ισχυρότερη πίστη. Του Μόλντερ σε όσα υπάρχουν πέρα από τη λογική και τη συνείδηση μας.

Της Ντέινα Σκάλι στην επιστήμη ως μοναδική, λυτρωτική ελπίδα του ανθρώπου να αγγίξει το θείο. Του Μόλντερ στη Σκάλι. Της Σκάλι στον Μόλντερ. Του κοινού σε αυτές τις δύο εξαιρετικά ξεχωριστές, αταίριαστες και όμως τόσο περίπλοκες και ατελείς προσωπικότητες, που συμπλήρωναν τόσο απρόσμενα τέλεια η μια την άλλη. Και, φυσικά, στην αλήθεια που βρίσκεται εκεί έξω. Σε αυτή την τελευταία, η πίστη όλων (επί και εκτός οθόνης) έγινε ακλόνητη. Ανάγοντας τα «X-Files» σε θρησκεία. Κατά πόσο όμως αυτή παραμένει ζωντανή;

Απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δυσκολεύονται ή διστάζουν να δώσουν ακόμα και οι πιο σκληροπυρηνικοί Χ-φίλοι, εύλογα φοβούμενοι ότι η δική τους παρουσία στις αίθουσες όταν το καινούργιο φιλμ κάνει πρεμιέρα δεν θα είναι αρκετή από μόνη της: Για να αποδείξει πως το Χ-σύμπαν είναι ακόμα επίκαιρο. Ικανό να αφυπνίσει συνειδήσεις και προσωπικές, έστω, επαναστάσεις.

Και αν το πεισματικά πυκνό μυστήριο που καλύπτει το σενάριο του «Θέλω Να Πιστέψω» δεν κατευνάζει τις ανησυχίες τους, η χωρίς υπεκφυγές ειλικρίνεια με την οποία αντιμετωπίζουν το εν λόγω ερώτημα οι δημιουργοί του, τους παροτρύνουν να προσδοκούν τα καλύτερα. «Αισθάνομαι ότι σαφέστατα έχουμε κάτι να πούμε» λέει ο Φρανκ Σπότνιτζ, συν-σεναριογράφος και παραγωγός του φιλμ και ένας από το πρωτομάστορες της σειράς. «Πάντα πίστευα ότι τα X-Files μας έδιναν την ευκαιρία να αφηγηθούμε ατελείωτες ιστορίες.

Και θεωρώ πως σε αυτές θα ανταποκρίνεται πάντα το νεαρότερο κοινό. Είναι οι ιστορίες που άρεσαν και σε μένα όταν ήμουν νέος, γι αυτό και ασχολήθηκα με τα X-Files. Μεγάλωσα λατρεύοντας αυτού του είδους το μυστήριο. Σε ικανοποιεί σε πολλά επίπεδα. Μπορείς να το απολαύσεις μόνο ως μια τρομακτική ταινία, ενώ ταυτόχρονα, αν θέλεις να ανακαλύψεις μερικά εξαιρετικά πλούσιες, συναισθηματικές και πνευματικές ιδέες».

Ο πολυβραβευμένος δημιουργός της σειράς, έτερος σεναριογράφος, παραγωγός και σκηνοθέτης της ταινίας, Κρις Κάρτερ, συμφωνεί. «Υπάρχει ένα ολόκληρο καινούργιο κοινό, στο οποίο θέλω να συστήσω τα X-Files. Τα παιδιά που δεν μπορούσαν να δουν τη σειρά γιατί ήταν πολύ τρομακτική, τώρα βρίσκονται στο πανεπιστήμιο και είναι περίεργα να δουν την ταινία. Θέλησα να κάνω ένα φιλμ, στο οποίο να μπορούν να ανταποκριθούν οι πάντες. Το Θέλω Να Πιστέψω δεν αποτελεί κομμάτι της μυθολογίας της συνωμοσίας της σειράς.

Είναι, αντίθετα, σαν ένα μεγάλου μήκους αυτοτελές επεισόδιο. (Από εκείνα που οι Χ-φίλοι αποκαλούσαν Με το τέρας της εβδομάδας). Ηταν μια σπουδαία ευκαιρία για εμάς, καθώς αισθανόμασταν πως τελειώσαμε τη σειρά όσο καλύτερα μπορούσαμε, έχοντας όμως και άλλα πράγματα να πούμε για τους συγκεκριμένους χαρακτήρες. Υπήρχε επίσης μεγάλος ενθουσιασμός από τη πλευρά του Ντέιβιντ Ντουκόβνι, της Τζίλιαν Αντερσον και του Φρανκ. Δεν θα έμπαινα στον κόπο να επιστρέψω στα X-Files χωρίς τους φίλους μου. Δεν θα έκανα απλά μια ταινία. Αποζητούσα μια εμπειρία που θα με εκπλήρωνε».

Αποψη που προφανώς συμμερίζονται και οι δυο πρωταγωνιστές του, οι οποίοι ενσαρκώνοντας τους ανεπιθύμητους από το κατεστημένο πράκτορες τους FBI, Μόλντερ και Σκάλι, αναδείχθηκαν σε εμβληματικές φιγούρες της pop κουλτούρας και σε δυο από τα χαρακτηριστικότερα αλλά και ανορθόδοξα σεξ σύμβολα των 90s. «Εξαρχής, από τη γέννηση της ιδέας του σεναρίου μέχρι και την κινηματογράφηση του, μοναδικό μας κίνητρο ήταν να φτιάξουμε μια καλή ταινία – ένα πραγματικά καλό θρίλερ» παρατηρεί ο Ντουκόβνι.

«Το θέμα και οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες, βέβαια, δεν θα μπορούσαν παρά να ανασκαλέψουν ωραίες αναμνήσεις στον νου των πιστών της σειράς. Δεν φτιάξαμε όμως μια ταινία που να υποθάλπει ή να εκμεταλλεύεται αυτού του είδους τη νοσταλγία, κλείνοντας διαρκώς το μάτι στους μυημένους. Θέλαμε να φτιάξουμε μια εξαιρετική ταινία, που να μπορεί να σταθεί μόνη της.

Και νομίζω ότι το εξυπνότερο πράγμα που έκαναν ο Φρανκ και ο Κρις ήταν να επιτρέψουν στο χρόνο να περάσει φυσικά, μια και τοΘέλω Να Πιστέψω διαδραματίζεται έξι χρόνια μετά τα γεγονότα του τελευταίου επεισοδίου της σειράς. Είναι άκρως ενδιαφέρον για έναν ηθοποιό να προσπαθήσει να δώσει υπόσταση σε έναν χαρακτήρα στο πέρασμα του χρόνου. Να δουλέψει με τις αλλαγές της ζωής και της συνείδησης που συμβαίνουν σε όλους μας».

«Όταν κάναμε την πρώτη ταινία, η σειρά ήταν ακόμα στον αέρα και έτσι ο Κρις βρέθηκε αντιμέτωπος με κάποιους περιορισμούς» δηλώνει από την πλευρά της η Αντερσον. «Εξαιτίας της μυθολογίας που βρισκόταν σε εξέλιξη, δεν μπορούσαμε να αναπτύξουμε την υπόθεση της ταινίας όπως θέλαμε. Τώρα πια όμως έχουμε την ελευθερία να αφηγηθούμε μια εντελώς καινούργια ιστορία. Και αυτή η προοπτική με ενθουσίασε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Το γεγονός ότι η πρώτη ταινία προέκυψε τόσο καλή, παρά τους δεδομένους περιορισμούς, με έκανε να πιστέψω πως το καινούργιο φιλμ μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερο. Δεν αισθάνομαι ότι πρόκειται για sequel, αλλά μια φυσική εξέλιξη αυτών των θαυμάσιων ηρώων και της ιστορίας τους. Η σχέση μεταξύ του Μόλντερ και της Σκάλι είναι τόσο ενδιαφέρουσα και, ακόμα, τόσο γεμάτη δυνατότητες, που θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα».

Είσαι έτοιμος για την αλήθεια;

Τα «X-Files» ολοκλήρωσαν την τηλεοπτική ζωή τους την άνοιξη του 2002, μετά από 9 κύκλους επεισοδίων και αμέτρητα κερδισμένα βραβεία, μεταξύ των οποίων 16 ΕΜΜΥ (το ένα το 1997, για την 29χρονη τότε Αντερσον, η οποία παραμένει η νεότερη ηθοποιός που βραβεύτηκε ποτέ με το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου σε δραματική σειρά), 5 Χρυσές Σφαίρες και 2 SAG.

Η παραγωγός Fox, που είχε ήδη εκφράσει την επιθυμία της για μια ακόμη κινηματογραφική Χ-περιπέτεια από τα τέλη του 8ου κύκλου (και έκανε υπομονή, αφού ο Κάρτερ ήθελε να αφιερώσει όλη του την προσοχή στην τελευταία σεζόν της σειράς), παρήγγειλε αμέσως τη συγγραφή του σεναρίου της δεύτερης ταινίας, με σκοπό να την έχει έτοιμη προς διανομή το καλοκαίρι του 2003.

Όμως κάποιες δικαστικές διαμάχες που προέκυψαν- τους αντίδικους, τις αιτίες και τις λεπτομέρειες των οποίων κανείς δεν θέλει πια να διευκρινίσει, ανέβαλαν επ αόριστον το σχέδιο. Το αίσιο τέλος στα δικαστήρια ήρθε λίγο πριν την εκπνοή του 2007 και η παραγωγή του φιλμ πήρε εκκίνηση με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, αφού οι Κάρτερ και Σπότνιτζ δεν είχαν καθίσει με σταυρωμένα χέρια: το σενάριο ήταν σχεδόν έτοιμο.

Τα γυρίσματα άρχισαν στις 10 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, μέσα στο χιονισμένο καταχείμωνο του Βανκούβερ στον Καναδά, υπό καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. «Στις μέρες μας, πολύ συχνά χαλάει η κινηματογραφική διασκέδαση, καθώς υπάρχει κόσμος που κάνει τα πάντα για να κλέψει το σενάριο και να αποκαλύψει την υπόθεση» σχολιάζει ο Κάρτερ. «Εξακολουθώ όμως να πιστεύω ότι το κοινό εκτιμά μια ταινία περισσότερο, αν δεν ξέρει εκ των προτέρων τι ακριβώς θα δει.

Έτσι κάνουμε τα πάντα για να διατηρήσουμε την έκπληξη και να προσφέρουμε στους θεατές την ευκαιρία να απολαύσουν κάτι διαφορετικό». Ακόμα και τώρα, λιγότερο από ένα μήνα πριν την πρεμιέρα του «Θέλω Να Πιστέψω», τα στοιχεία για το τι συμβαίνει στο φιλμ παραμένουν ελάχιστα και ανεπιβεβαίωτα:

Η ιστορία αφορά μια υπόθεση εξαφανισμένων γυναικών που έχουν πέσει θύματα είτε μιας ομάδας λυκανθρώπων είτε μιας γιγάντιας φωτεινής σφαίρας (;), αίνιγμα που δυσκολεύει πρωτοφανώς το FΒΙ, αναγκάζοντάς το να αναζητήσει και να επαναφέρει στην ενεργό δράση τους φυγάδες Μόλντερ και Σκάλι. «Πρόκειται για μια ιστορία που περικλείει τα καλύτερα χαρακτηριστικά των X-Files» λέει προσεκτικά ο Κάρτερ. «Είναι τρομαχτική, ανατριχιαστική και πατάει σε ένα καλό μυστήριο.

Είναι μια σπουδαία Μόλντερ-Σκάλι ιστορία. Αν είσαι θαυμαστής αυτής της σχέσης, αυτού του συναρπαστικού ρομάντζου του μυαλού, δεν θα μείνεις παραπονεμένος. Κάθε άλλο. Οπως συμβαίνει με τις περισσότερες Χ-ιστορίες, έτσι και αυτή είναι σκοτεινή, τρομακτική, γεμάτη ανατροπές, αιφνίδιες στροφές και εκπλήξεις. Οπως παλιά, επιχειρούμε να σε τρομάξουμε με ό,τι δεν βλέπεις, γιατί ακριβώς αυτό φοβάσαι περισσότερο».

Ένα είναι σίγουρο. Αυτή τη φορά η Ντέινα και ο Φοξ δεν είναι μόνοι εναντίον όλων. Στο πλευρό τους μοιάζουν να στέκουν σύμμαχοι και θαυμαστές τους δύο νεαροί πράκτορες του FBI, οι Γουίτνεϊ (Αμάντα Πιτ) και Μάνχεϊμ (ερμηνευμένος από τον ράπερ Xzibit), καθώς και ο ιερέας – μέντιουμ Τζο (Μπίλι Κόνολι). Κι ενώ ο Κάρτερ αρνείται να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τους συγκεκριμένους ρόλους, δεν βάζει γλώσσα μέσα του για τους ηθοποιούς που τους ενσαρκώνουν. «Εγραψα το ρόλο του πάτερ Τζο ειδικά για τον Μπίλι και ήλπιζα διακαώς να τον δεχτεί.

Του έδωσα το σενάριο, αν και είχα αποφασίσει να μην το δώσω σε κανέναν για να το κρατήσω μυστικό. Το διάβασε μέσα σε μια νύχτα και την επόμενη μέρα μου έστειλε ένα σημείωμα με μια ερώτηση: «Πότε αρχίζουμε γυρίσματα;». Ενα όνειρό μου είχε μόλις γίνει πραγματικότητα. Ως κωμικός έχει άμεμπτο συγχρονισμό, που τον βοηθάει να δίνει συγκλονιστικές δραματικές ερμηνείες, όπως εκείνη στη Μεγαλειοτάτη Κυρία Μπράουν.

Όπλισε τον ρόλο του με βαρύτητα, δύναμη και προσωπικότητα. Ο Xzibit από την άλλη μεριά είναι θαυμάσιος. Κάθε φορά που η κάμερα ήταν πάνω του ένιωθα ευτυχής που τον επιλέξαμε. Χωρίς να μιλά, διαθέτει μια δυνατή, επιβλητική παρουσία.

Παρακολούθησα ένα επεισόδιο του τηλεοπτικού Studio 60 On The Sunset Strip και εντυπωσιάστηκα με την Αμάντα. Την ήθελα οπωσδήποτε για την ταινία. Είναι ικανή όχι μόνο να τα βγάλει πέρα, αλλά και να δικαιώσει τους Χ-διαλόγους, που είναι περίπλοκοι και μακροσκελείς. Οπως και η Τζίλιαν όταν άρχισε να πρωτοπαίζει τη Σκάλι, δεν είναι απλά μια ωραία, νέα γυναίκα. Είναι πανέξυπνη. Καμία σκηνή της δεν είναι άδεια. Εχει τη δυνατότητα να είναι φρέσκια και ώριμη ταυτόχρονα».

Όταν ο Μόλντερ ξανά συνάντησε την Σκάλι

Τίποτα όμως από όλα τα παραπάνω δεν θα είχαν σημασία χωρίς τον Μόλντερ και τη Σκάλι. Χωρίς τον Ντέιβιντ και την Τζίλιαν. Δεν θα υπήρχε ταινία. Δεν θα γινόταν συζήτηση. Δεν θα γραφόταν κείμενο. Και αυτό το γνωρίζουν και το αναγνωρίζουν όλοι. Πιο εύστοχα από όλους, ο Σπότνιτζ: «Τα πάντα καταλήγουν στη χημεία μεταξύ αυτών των δύο καταπληκτικών ηθοποιών. Που ενσαρκώνουν δύο ζουμερούς χαρακτήρες, που εκφράζουν κάτι πραγματικά βαθύ.

Ένας από τους δύο είναι πιστός, ο άλλος σκεπτικιστής. Και η ανατροπή που προκαλεί έκπληξη και καταλύει με τόσο ενδιαφέροντα τρόπο τα στερεότυπα των φύλων είναι πως ο πιστός είναι ο άντρας και σκεπτικίστρια η γυναίκα. Όταν είδα τον Ντέιβιντ και την Τζίλιαν να πρωτοδιαβάζουν το σενάριο στο σπίτι του Κρις, ανατρίχιασα.

Όταν μια εβδομάδα αργότερα κάναμε τα πρώτα δοκιμαστικά μπροστά στην κάμερα, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ο Μόλντερ και η Σκάλι βρίσκονταν και πάλι ανάμεσα μας. Ολοζώντανοι. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τη συγκίνησή μου. Αισθάνομαι άρρηκτα δεμένος με αυτούς τους ήρωες. Εχω περάσει τόσο χρόνια από τη ζωή μου με αυτούς τους δύο πανταχού παρόντες στη σκέψη μου, που πλέον μου είναι αδύνατο να τους ξεχωρίσω από τους πραγματικούς ανθρώπους στη ζωή μου».

Μια φανατική X- φίλη εξομολογείται

Μου παρήγγειλαν από το περιοδικό να συλλέξω τις καλύτερες στιγμές του Μόλντερ και της Σκάλι, με την αιτιολογία ότι εγώ τις ξέρω πιο καλά. Είναι αλήθεια. Φανατική Χ-φίλη από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό της σειράς (ως κομμάτι της οποίας αντιλαμβάνομαι και την πρώτη ταινία του 1998), την έχω δει ολόκληρη τουλάχιστον δύο φορές.

Κάθε φορά όμως που καλούμαι να γράψω για αυτή, δυσκολεύομαι. Τα λόγια ποτέ δεν μου αρκούν και ποτέ δεν φαίνονται κατάλληλα. Σαν να μου ζητείται να μοιραστώ μερικά από τα πιο προσωπικά κομμάτια της ζωής μου. Σαν να έρχομαι αντιμέτωπη με την απαίτηση μιας περιττής επανάληψης.

Γιατί όσες φορές και αν δηλώσεις «καταλαβαίνω», «με εμπνέεις», «σε εκτιμώ», ποτέ δεν θα μπορέσεις εξ ολοκλήρου να εκφράσεις όλα όσα αισθάνεσαι να σε γεμίζουν, πυροδοτώντας το μυαλό και δίνοντας ρυθμό στην καρδιά. Γιατί δεν ωφελεί να υμνήσεις την αυθεντικότητα, το ήθος και τον χωρίς προκατάληψη, φόβο ή πάθος αγώνα του Φοξ και της Ντέινα, χωρίς να φέρεις παραδείγματα. Και αυτά δεν χωρούν ούτε σε αυτό το κείμενο ούτε σε ολόκληρο το περιοδικό. Νιώθω λοιπόν και πάλι την ανάγκη να καταφύγω στη σιωπή. Από όπου λίγα μόνο λόγια καταφέρνουν να αποδράσουν…

Ο Μόλντερ και η Σκάλι ήταν δύο ατρόμητοι, εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους κυνηγοί της αλήθειας και γι αυτό δύο εξαιρετικά μοναχικά πλάσματα, κόντρα στο βολεμένο πλήθος. Συναντήθηκαν στα υπόγεια του FBI – εκείνος μελετητής του ανεξήγητου και εκείνη η επιστήμονας που προσλήφθηκε για να ματαιώσει τις θεωρίες του. Από τη πρώτη στιγμή διαφώνησαν, αλλά και σέβονταν ο ένας τη διαφορετικότητα του άλλου. Χάλασαν τα σχέδια των προϊσταμένων τους. Εγιναν καλοί φίλοι. Και μετά εραστές. Μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα (στο υπέροχα αφαιρετικό επεισόδιο του 7ου κύκλου που έγραψε και σκηνοθέτησε η Αντερσον με τίτλο «Αll Τhings»).

«Με έσωσες… Με κράτησες ειλικρινή. Με ολοκλήρωσες. Σου χρωστάω τα πάντα Σκάλι και εσύ δεν μου χρωστάς τίποτα. Δεν ξέρω αν μπορώ να το κάνω αυτό μόνος. Δεν ξέρω καν αν μπορώ» της είχε πει προηγουμένως αυτός («Τhe X-Files: Fight The Future»). «Πρέπει να ξέρεις ότι υπάρχει μια άφθαρτη αλήθεια, γιε μου, την οποία όμως δεν πρέπει να ελπίζεις να ανακαλύψεις μόνος. Πάρε το ρίσκο να συναντήσεις το τέλειο άλλο μισό σου, το τέλειο αντίθετό σου, που θα σε προστατεύει και θα σε βάζει σε κίνδυνο.

Πάρε το ρίσκο να ξεκινήσεις μαζί της το σπουδαιότερο ταξίδι, αναζητώντας αλήθειες φευγαλέες και αστάθμητες. Αν κάποια μέρα σου δοθεί αυτή η ευκαιρία, γιε μου, μην διστάσεις να την αδράξεις. Οι αλήθειες είναι εκεί έξω. Και αν κάποια μέρα γίνεις μάρτυρας ενός θαύματος, όπως εγώ σε σένα, θα μάθεις ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται στην επιστήμη ή σε κάποιο αόρατο πεδίο, αλλά κοιτάζοντας μέσα στη καρδιά σου. Και εκείνη τη στιγμή θα είσαι ευλογημένος και σημαδεμένος.

Γιατί οι πιο αληθινές αλήθειες είναι αυτές που μας κρατούν ενωμένους ή οδυνηρά, απεγνωσμένα χώρια» είναι τα λόγια που άφησε κληρονομιά αυτή στο παιδί τους (στον αριστουργηματικό πρόλογο του «Τrust No Οne» του 9ου κύκλου), συνοψίζοντας αφενός όλη την ουσία της σχέσης της με τον Μόλντερ και αφετέρου τη διαχρονική γοητεία των «X-Files», που επιβίωσε ακόμα και της κουρασμένης, ξεχειλωμένης στους τελευταίους τρεις κύκλους συνωμοσίας.

Εδώ εγώ θέλω να βάλω τελεία. Πριν το κάνω σε παραπέμπω στο συλλεκτικό DVD «X-Files Revelations», που ήδη κυκλοφορεί στην Ελλάδα από την ODEON ως προπομπός της ταινίας και περιέχει 8 επιλεγμένα από τον Κρις Κάρτερ αυτοτελή επεισόδια. Ανάμεσά τους, τον «Πιλότο», τα ιδιοφυώς κωμικά «Clyde Bruckmans Final Repose» και «Βad Βlood», το πολυβραβευμένο και βαθιά συγκινητικό «Μemento Μori», καθώς και το καλύτερο επεισόδιο ολόκληρης της σειράς: το «Μilagro».

Προηγούμενο άρθροΘες να φαίνεσαι κουκλάρα στο κρεβάτι;
Επόμενο άρθροΈνα τελευταίο τσιγάρο για τον Serge Gainsbourg
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας